ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΟΥΣ – ΜΙΚΡΟΥΣ ΕΒΕ

ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΟΥΣ – ΜΙΚΡΟΥΣ ΕΒΕ

Εισαγωγή

Είναι γνωστό ότι στο καπιταλιστικό σύστημα υπάρχουν δύο βασικές τάξεις, η αστική και η εργατική τάξη. Ανάμεσα στις τάξεις αυτές υπάρχουν τα ενδιάμεσα στρώματα της πόλης και της υπαίθρου, με εσωτερική διαστρωμάτωση που καθορίζεται από τα μέσα παραγωγής που κατέχουν, τη μισθωτή εργασία που εκμεταλλεύονται, τη γενικότερη οικονομική τους κατάσταση.

Στο πρόγραμμα του Κόμματος σημειώνεται ότι κινητήριες δυνάμεις της σοσιαλιστικής επανάστασης θα είναι η εργατική τάξη ως ηγετική δύναμη, οι μισοπρολετάριοι, η φτωχή αγροτιά και τα πιο καταπιεσμένα μικροαστικά στρώματα της πόλης.

Επιδιώκοντας να πειστούν και τα άλλα τμήματα των μεσαίων στρωμάτων ότι τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά τους δεν υπηρετούνται με τη διατήρηση του καπιταλιστικού συστήματος, ότι πρέπει να σταθούν στο πλευρό των δυνάμεων οι οποίες παλεύουν για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό.

Στο πρόγραμμα του Κόμματος σημειώνεται επίσης ότι το Αντιμονοπωλιακό Αντιιμπεριαλιστικό Δημοκρατικό Μέτωπο πάλης εκφράζει αντικειμενικά μια ευρύτερη κοινωνική βάση, τα συμφέροντα της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού που δέχεται τις συνέπειες από τη δράση των μονοπωλίων, των πολυεθνικών, τη συμμετοχή της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς.

Αντικειμενικά, το τμήμα που έχει προτεραιότητα και πρέπει να συγκεντρώσει την προσοχή του ΚΚΕ είναι οι αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό, που δεν εκμεταλλεύονται εργατική δύναμη και, παράλληλα, οι μικροί επαγγελματίες, έμποροι, βιοτέχνες οι οποίοι, παρότι εκμεταλλεύονται εργατική δύναμη, είναι αναγκασμένοι να εργαστούν γιατί η υπεραξία που καρπώνονται δεν επαρκεί για να τους απαλλάξει από την εργασία.


Η προτεραιότητα στους αυτοαπασχολούμενους χωρίς προσωπικό και στους μικρούς ΕΒΕ με χαμηλό εισόδημα, πρέπει να εκφραστεί τόσο στην αυτοτελή πολιτική -ιδεολογική δουλιά του Κόμματος όσο και στο μαζικό κίνημα με ειδικά μέτρα οργάνωσης, συσπείρωσης και ανάπτυξης της δράσης.

Βεβαίως, πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι ανεξάρτητα από το μέγεθος, το κεφάλαιο ως κοινωνική σχέση επιδιώκει να αυξηθεί, να δυναμώσει και αυτό αφορά και τα μεσαία στρώματα, τα οποία προκειμένου να επιζήσουν και να ενισχυθούν, είναι ευάλωτα στην πολιτική των συμμαχιών της αστικής τάξης και των πολιτικών της εκπροσώπων, αναζητούν τρόπους έντασης της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης.

Η πολιτική – ιδεολογική -οργανωτική δουλιά των κομμουνιστών πρέπει να παίρνει υπόψη της ότι τα μεσαία στρώματα είναι φορείς ταλαντεύσεων, αυταπατών, γενικότερων μικροαστικών αντιλήψεων που επιδρούν στην εργατική τάξη, η οποία αντιμετωπίζει πρόσθετες δυσκολίες στην οργάνωσή της λόγω του μεγάλου αριθμού των μικρών επιχειρήσεων.

Τα μεσαία στρώματα, από την ίδια τους τη θέση στον καπιταλισμό (ιδιοκτήτες μέσων παραγωγής), δεν μπορούν (από μόνα τους) να απαλλαγούν από την ιδεολογία και πολιτική της αστικής τάξης και των κομμάτων της.

Ταυτόχρονα, όμως, η ίδια η τάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, που τα οδηγεί στην απώλεια των μέσων παραγωγής, δίνει τη δυνατότητα συμπόρευσής τους με την εργατική τάξη.


Αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς την ουσιαστική ιδεολογική-πολιτική παρέμβαση του κόμματός της, την πολιτική συμμαχιών κατά των μονοπωλίων και του ιμπεριαλισμού, για τον απεγκλωβισμό δυνάμεων, για τη συμπόρευση των αυτοαπασχολούμενων με την υπόθεση του Μετώπου, την πάλη για το σοσιαλισμό.

Μέσα στον αντιμονοπωλιακό αγώνα θα αλλάζει η σύνθεση της συσπείρωσης που επιτυγχάνεται πάνω σε αντιμονοπωλιακούς-αντιιμπεριαλιστικούς στόχους, θα διαφοροποιούνται δυνάμεις.

Αλλες θα συμπορεύονται με την εργατική τάξη, άλλες θα επηρεάζονται, θα κερδίζονται από την αστική τάξη, τα αστικά και οπορτουνιστικά κόμματα.

Μέσα σ’ αυτή τη διαδικασία το ΚΚΕ έχει υποχρέωση να παρακολουθεί συστηματικά τις διεργασίες, να στέκεται κοντά στα τμήματα που μένουν σταθερά στην υπόθεση του αντιμονοπωλιακού αγώνα.

Γενικότερα, απαιτείται συστηματική παρακολούθηση της ανάπτυξης του καπιταλισμού στη χώρα μας, της πορείας συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, των ιδεολογικών ζητημάτων που προκύπτουν.

Οι μικροϊδιοκτήτες μάς απασχολούν σήμερα από τη σκοπιά της συγκέντρωσης δυνάμεων στην πάλη για το Μέτωπο, για τη λαϊκή εξουσία, το σοσιαλισμό, αλλά πρέπει να μας προβληματίσουν και στις συνθήκες του σοσιαλισμού, παίρνοντας υπόψη ότι η μικρή ιδιοκτησία γεννάει τη μεγάλη και η βασική γραμμή που θα κρίνει τις εξελίξεις είναι η πορεία της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής και η αύξηση της παραγωγικότητας της σχεδιασμένης οικονομίας.

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΩΝ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ


Εξετάζουμε τις τάσεις σε δύο επίπεδα. Σε πρώτο επίπεδο εξετάζουμε τη μεταβολή στο σύνολο των αυτοαπασχολούμενων (με προσωπικό – χωρίς προσωπικό – συμβοηθούντα μέλη) και σε δεύτερο επίπεδο τη μεταβολή των αυτοαπασχολούμενων χωρίς προσωπικό.

Σύμφωνα με την απογραφή της ΕΣΥΕ, στη 10ετία 1991-2001 οι αυτοαπασχολούμενοι (συνολικά) μειώθηκαν κατά 9.358, δηλαδή 1,1% (Από 851.713 σε 842.355). Επί της ουσίας πρόκειται για στασιμότητα.

Στην παραγωγή μειώθηκαν κατά 14,8%.

Στο εμπόριο μειώθηκαν κατά 3,9%.

Στον τουρισμό αυξήθηκαν κατά 23,4%.

Στις Υπηρεσίες αυξήθηκαν κατά 21,6%.

Στην ίδια 10ετία (1991 – 2001) σημειώνεται μείωση των αυτοαπασχολούμενων χωρίς προσωπικό, κατά 37%, από 616.303 έφθασαν στις 389.052.

Αντίθετα, είχαμε διπλασιασμό των αυτοαπασχολούμενων με προσωπικό, από 235.410 έφθασαν 453.303, αύξηση 92,5%.

Η μεγαλύτερη μείωση σημειώνεται στους αυτοαπασχολούμενους χωρίς προσωπικό στο εμπόριο, οι οποίοι από 201.974 το 1991 συρρικνώθηκαν στις 70.985(μείωση 65%). Ενώ το αντίθετο συμβαίνει με τους αυτοαπασχολούμενους με προσωπικό, από 87.943 αυξήθηκαν στις 207.589.

Στους αυτοαπασχολούμενους χωρίς προσωπικό στη μεταποίηση, είχαμε αισθητή μείωση, από 94.672 στις 52.887 (μείωση 44%).

Στις οικοδομές και μεταφορές είχαμε μικρότερη μείωση, 23,5% και 17,5% αντίστοιχα. Μεγάλη ήταν η μείωση και στα ξενοδοχεία, εστιατόρια, από 42.506 στις 13.085, μείωση 67,6%. Ενώ αυξήθηκαν οι αυτοαπασχολούμενοι με προσωπικό, κατά 300%, από 21.406 στις 65.768.


Μεγάλη αύξηση είχαμε στους αυτοαπασχολούμενους με προσωπικό στις υπηρεσίες. Από 64.542 το 1991 ανήλθαν στις 131.129 το 2001 (αύξηση 102%), που είναι και ο μοναδικός τομέας που είχαμε μικρή αύξηση των αυτοαπασχολούμενων χωρίς προσωπικό (Ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, υπηρεσίες διαχείρισης ακίνητης περιουσίας και σε μικρότερο βαθμό υπηρεσίες Υγείας -μέριμνας).

@@@@@@@

ΠΙΝΑΚΑΣ

(Τίτλος πίνακα) Η πορεία των αυτοαπασχολούμενων

Αυτοαπασχολούμενοι Αυτοαπασχολούμενοι

χωρίς προσωπικό με προσωπικό

2001 1991 Διαφορά 2001 1991 Διαφορά

Μεταποίηση 52.887 94.672 – 41785 63.951 55.956 + 7995

Κατασκευές 66.247 86.445 – 20198 33.309 21.128 + 12181

Μεταφορές 47.418 57.653 – 10235 17.223 12.226 + 4997

Εμπόριο 70.985 201.974 -130989 207.589 87.943 +119646

Ξενοδοχ.-Εστιατ 13.085 42.506 – 29421 65.768 21.406 + 44362

Υπηρεσίες 137.455 131.129 + 6326 64.542 36.054 + 28488

Διάφοροι 975 1.924 – 949 921 697 + 224

Σύνολο 389.052 616.303 -227251 453.303 235.410 +217893

(απογραφή ΕΣΥΕ 2001)

Σύνολο αυτοαπασχολούμενων: 1991 = 851.713 2001 = 842.355

@@@@@@@@@@@@@@@

Εκτιμώντας τις μεταβολές αυτές μπορούμε να πούμε ότι στο εσωτερικό του στρώματος υπάρχει κινητικότητα, παρατηρείται τάση μείωσης των αυτοαπασχολούμενων που δεν απασχολούν ξένη εργασία (χάνουν τα μέσα παραγωγής που κατέχουν), αλλά και τάση συγκεντροποίησης, που εκδηλώνεται με την αύξηση των αυτοαπασχολούμενων με προσωπικό.


Σύμφωνα με μελέτη της ICAP, επιδεινώθηκε η πιστοληπτική ικανότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων το 2005.

Την περίοδο 2004-2005 το ποσοστό πτωχεύσεων αυξήθηκε κατά 55,54% και της ασυνέπειας κατά 17,33%.

Με βάση τη νομική μορφή, το μεγαλύτερο ποσοστό πτώχευσης, το 2005, παρουσιάστηκε στις ετερόρρυθμες επιχειρήσεις και το μεγαλύτερο ποσοστό ασυνέπειας στις ατομικές επιχειρήσεις.

Με βάση τον αριθμό του προσωπικού το μεγαλύτερο ποσοστό πτώχευσης και ασυνέπειας καταγράφεται στους αυτοαπασχολούμενους χωρίς προσωπικό.

Με βάση τον τομέα δραστηριότητας το μεγαλύτερο ποσοστό ασυνέπειας καταγράφηκε στο εμπόριο και το μεγαλύτερο ποσοστό πτώχευσης στη βιομηχανία.

ΣΥΓΚΕΝΤΡΟΠΟΙΗΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Σύμφωνα με στοιχεία της ICAP, το 1,5% των εμπορικών επιχειρήσεων πραγματοποιούν πάνω από το 50% των πωλήσεων.

Ειδικά στον τομέα εμπορίας τροφίμων το 82% του λιανικού εμπορίου μονοπωλείται από τις αλυσίδες μεγαλοκαταστημάτων, ενώ η κατανομή των μεριδίων της αγοράς συνεχώς αλλάζει υπέρ των πολύ μεγάλων καταστημάτων.

Στην τελευταία 5ετία πάνω από 20 τέτοιες αλυσίδες έχουν δραστηριοποιηθεί στην Ελλάδα και πολλές από τις ντόπιες αλυσίδες έχουν δημιουργήσει συμπράξεις (Μαρινόπουλος, Βασιλόπουλος, κλπ.).

Στις ηλεκτρικές συσκευές 5 αλυσίδες κατέχουν το 50% της αγοράς.


Στα ηλεκτρονικά είδη 6 επιχειρήσεις ελέγχουν το 78% των πωλήσεων.

Στον τομέα του επίπλου προχωράει η συγκέντρωση, στα ρούχα και υποδήματα διαμορφώνονται μονοπωλιακές καταστάσεις.

Τα μερίδια της αγοράς που κατέχουν οι μεγάλες μονοπωλιακές επιχειρήσεις εξασφαλίζονται και διευρύνονται και με διάφορες μορφές δορυφορικής σύνδεσης ενός ευρύτατου αριθμού μικρών επιχειρήσεων με τη μορφή του FRANCISING.

Οπου η μικροεπιχείρηση πληρώνει τη μονοπωλιακή φίρμα (κυρίως με ποσοστό επί του τζίρου) έχοντας υποχρέωση να διαθέτει αποκλειστικά τα εμπορεύματα του μονοπωλίου, να ακολουθεί τη δική του τεχνολογία, τις δικές του μεθόδους εκπαίδευσης προσωπικού, κ.ά.

Αλλη μορφή εξάρτησης κυρίως στην παραγωγή είναι αυτή των υπερεργολαβιών, όπου, π.χ., μικρομεσαίες επιχειρήσεις αναλαμβάνουν μέρος της παραγωγής εμπορευμάτων ή κατασκευαστικές εργασίες για λογαριασμό των μονοπωλίων, μεγάλων επιχειρήσεων.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε πως, παρά τις ελλείψεις των στατιστικών στοιχείων και τις διαφορές από πηγή σε πηγή, η πραγματικότητα είναι ότι όταν μιλάμε για αυτοαπασχολούμενους και μικρούς ΕΒΕ, εννοούμε ένα στρώμα γύρω στις 600.000 μικροεπιχειρηματίες (χωρίς τους επιστήμονες ελεύθερους επαγγελματίες) που βιώνουν τις συνέπειες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, της καπιταλιστικής ανάπτυξης, τις συνέπειες της φιλομονοπωλιακής πολιτικής της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ.

Και αυτό το στρώμα είναι ανάγκη να επηρεαστεί, να κερδηθεί όσο το δυνατόν σε μεγαλύτερο βαθμό στην κοινή δράση, στην κοινωνική συμμαχία με την εργατική τάξη, με την πολιτική του ΚΚΕ.

Συνολικά μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι δεν επιβεβαιώνονται καταστροφολογικές εκτιμήσεις για γρήγορο και συνολικό αφανισμό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων από τους μονοπωλιακούς ομίλους.

Σε άλλους κλάδους καταστρέφονται σε μεγαλύτερη έκταση απ’ ό,τι αναπαράγονται, σε άλλους κλάδους γίνεται το αντίθετο, αλλά συνολικά τα μεσαία στρώματα αναπαράγονται με χειρότερους όρους κάτω από την πίεση της κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, των αναδιαρθρώσεων του συστήματος.

Η συρρίκνωση είναι μια τάση που εκδηλώνεται στους αυτοαπασχολούμενους χωρίς προσωπικό και η πορεία θα εξαρτηθεί από την πορεία της συγκέντρωσης -συγκεντροποίησης του κεφαλαίου και ο ρυθμός επιτάχυνσης εξαρτάται και από την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΕ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΥΣ ΕΒΕ

Το βασικό ντοκουμέντο που συμπυκνώνει την κατεύθυνση της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι ο «Ευρωπαϊκός Χάρτης για τις μικρές επιχειρήσεις», τον οποίο προσυπέγραψαν τα κράτη-μέλη τον Ιούνη του 2000.

Η κοινοτική στρατηγική επιχειρεί να διαχειριστεί δύο στόχους. Από τη μια να επιταχύνει τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και από την άλλη να διατηρήσει ορισμένες ισορροπίες στην αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου και να αποφευχθεί άμεση, βίαιη συρρίκνωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Ο Ευρωπαϊκός Χάρτης καθορίζει ορισμένες βασικές κατευθύνσεις:

α) Πρόσβαση των μικρών επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση και στις μικροπιστώσεις μέχρι 25.000 ευρώ, μέσω, π.χ., δημόσιων τραπεζών, πρόγραμμα για τις επιχειρήσεις 2001-2005 του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων, κ.ά.

β) Ενίσχυση της τεχνολογικής ικανότητας και καινοτομίας (π.χ., τεχνολογικά πάρκα, φορολογικά κίνητρα, δικτύωση μικρομεσαίων επιχειρήσεων).

γ) Εκπαίδευση, πληροφόρηση και αντιπροσώπευση στην ΕΕ.

Τα μέτρα συνδυάζονται με αλλαγές στο πτωχευτικό δίκαιο για την περίπτωση πτώχευσης μιας μικρής επιχείρησης ώστε να έχει μια «δεύτερη ευκαιρία» εισόδου στην αγορά (μπλοκάρισμα των πιστωτών για ένα διάστημα).

Τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (Μάρτης 2006) για τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις συνοψίζονται σε ορισμένα βασικά ζητήματα:

«Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αναγνωρίζει την ύψιστη σημασία της δημιουργίας ευνοϊκότερου επιχειρηματικού περιβάλλοντος ειδικότερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που αποτελούν το στυλοβάτη της ευρωπαϊκής οικονομίας… Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καλεί την Επιτροπή να προτείνει ειδικές διατάξεις για την προώθηση της ποσοτικής και ποιοτικής ανάπτυξης των ΜΜΕ που να προβλέπουν, λ.χ., μεγαλύτερες μεταβατικές περιόδους, μειωμένα τέλη, απλουστευμένες διαδικασίες υποβολής στοιχείων και απαλλαγές».

Ο στόχος που τίθεται είναι να επιταχυνθεί η απλοποίηση της διαδικασίας ίδρυσης ΜΜΕ, ώστε μέχρι τα τέλη του 2007 ο μέσος χρόνος να είναι μια βδομάδα.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εκτιμά επίσης «ότι η Ευρώπη έχει ανάγκη από περισσότερους επιχειρηματίες με τις κατάλληλες δεξιότητες, ώστε να μπορούν να συμμετάσχουν ανταγωνιστικά στις αγορές (…). Υπογραμμίζει συνεπώς την ανάγκη δημιουργίας ενός γενικού θετικού επιχειρηματικού κλίματος και κατάλληλων γενικών προϋποθέσεων που θα διευκολύνουν και θα ενθαρρύνουν την επιχειρηματικότητα.

Καλεί τα κράτη – μέλη να ενισχύσουν τα αντίστοιχα μέτρα, μεταξύ άλλων μέσω επιχειρηματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης στο ενδεδειγμένο επίπεδο σπουδών (…). Μια πλήρως ολοκληρωμένη χρηματοοικονομική αγορά και η επαρκής πρόσβαση σε οικονομικούς πόρους είναι κεφαλαιώδης για την ανάπτυξη των ΜΜΕ. Εάν δεν αντιμετωπιστεί δεόντως η έλλειψη πόρων, θα εξακολουθήσει να παρεμποδίζει την καινοτομία στις ΜΜΕ (…). Επιπλέον, η πρόσβαση των ΜΜΕ στις αγορές θα βελτιωθεί με τη διευκόλυνση της πρόσβασής τους στις αγορές κρατικών προμηθειών και στην τυποποίηση, καθώς και με την υποστήριξη της διεθνοποίησής τους».

Στην Ελλάδα η προσπάθεια υλοποίησης αυτών των κατευθύνσεων ξεκίνησε ουσιαστικά το 2004, δημιουργεί προσδοκίες και γι’ αυτό χρειάζεται να δυναμώσει η ιδεολογική δουλιά, να αποκαλυφθεί ότι τα συγκεκριμένα μέτρα έχουν περιορισμένα όρια και δεν μπορούν να αναιρέσουν τη γενική τάση μείωσης του μεριδίου της αγοράς των μικρών επιχειρήσεων, την αύξηση της εξάρτησής τους από το τραπεζικό και γενικότερα το μονοπωλιακό κεφάλαιο.

Οι απολογητές των πολιτικών της ΕΕ για τις «μικρομεσαίες» επιχειρήσεις, σκόπιμα σπέρνουν συγχύσεις και αποπροσανατολίζουν τους αυτοαπασχολούμενους και μικρούς ΕΒΕ για τη φροντίδα της ΕΕ με τα διάφορα προγράμματα ενίσχυσης των ΜΜΕ.

Μόνο που σ’ αυτές τις «επιχειρήσεις» περιλαμβάνονται και εκείνες που απασχολούν μέχρι και 250 εργαζόμενους και ο τζίρος τους (πωλήσεις) φθάνει μέχρι και 50 εκατ. ευρώ. Και αυτές τις επιχειρήσεις, που για την ελληνική πραγματικότητα είναι μεγάλες, ενισχύει κυρίως η ΕΕ μέσα από διάφορα προγράμματα, που περιλαμβάνονται στα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης (ΚΠΣ).

Για το ποιος μπορεί να ευεργετηθεί από αυτά τα προγράμματα φαίνεται και από τα απολογιστικά στοιχεία του Β΄ ΚΠΣ που έδωσε η Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας.

Συγκεκριμένα, από τα 1,3 δισ. ευρώ που διατέθηκαν την εξαετία 1994-1999, τα 708 εκατ. ευρώ (54,5%) δόθηκαν σε 652 μεγαλοεπιχειρηματίες. Και τα υπόλοιπα (45,5%) δόθηκαν σε όλους τους άλλους, από τους οποίους οι περισσότεροι ήταν μεσαίοι και ελάχιστοι μικροί ΕΒΕ.

Το σύνολο των επιδοτηθέντων ήταν σε όλη την εξαετία 8.310(!), δηλαδή περίπου το 1% του συνόλου. Είναι γνωστό ότι ενισχύεται η προπαγάνδα για τη γυναικεία επιχειρηματικότητα και για τους νέους επιχειρηματίες.

Στην εξαετία 1994-1999 επιδοτήθηκαν 199(!) γυναίκες με 17,6 εκατ. ευρώ (μ.ό. 88.442 ευρώ) και 872(!) νέοι με 47 εκατ. ευρώ (μ.ό. 53.900 ευρώ).

Είναι φανερό ότι πρόκειται για ένα πολύ μικρό και επιλεγμένο αριθμό ανθρώπων.

Το ίδιο γίνεται και με το Γ΄ ΚΠΣ, αφού για το 2005 από το πρόγραμμα ΕΠΑΝ (Επιχειρηματικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης), το κυριότερο πρόγραμμα, οι επιδοτούμενοι έφθασαν τους 711(!).

Από το Γ΄ ΚΠΣ προβλέπεται:

Ενίσχυση 3.215 επιχειρηματικών σχεδίων μεταποιητικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων και πολύ μικρών επιχειρήσεων.

Ενίσχυση 690 επιχειρηματικών σχεδίων (ΜΜΕ) όλων των κλάδων του τουριστικού τομέα.

Ενίσχυση 2.600 επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών.

Η γενική κατεύθυνση της ΕΕ είναι η απελευθέρωση των αγορών. Ετσι, οι αυτοαπασχολούμενοι και μικροί ΕΒΕ έρχονται σε σύγκρουση με τους μεγαλοεισαγωγείς, μεγαλέμπορους και βιομήχανους, για τους οποίους η ΕΕ, με τη σύμφωνη γνώμη των ελληνικών κυβερνήσεων, δίνει απλόχερα προνόμια και κίνητρα που ισχυροποιούν το μεγάλο κεφάλαιο στον ανταγωνισμό.

Είναι γεγονός ότι οι μεσαίες επιχειρήσεις προβάλλονται από την ΕΕ σαν πηγή δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από αυξημένη ανεργία, χαμηλό ρυθμό αύξησης των θέσεων απασχόλησης που συνδέεται με την καπιταλιστική αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών, τη χρησιμοποίηση νέων μορφών οργάνωσης της παραγωγής αλλά και την εντατικοποίηση της εργασίας.

Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις χρησιμοποιούνται ακριβώς σαν μηχανισμός εκτόνωσης του προβλήματος της ανεργίας κυρίως με την τόνωση της «επιχειρηματικότητας», με ώθηση στους ανέργους να ανοίξουν τη «δική» τους, χωρίς μέλλον όμως, επιχείρηση.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ

Η πολιτική της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ είναι ταξικά προσανατολισμένη, υπηρετεί τα συμφέροντα και την κερδοφορία του μεγάλου κεφαλαίου. Ετσι, μετά την περίοδο προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας στις κατευθύνσεις της ΕΕ, που πάρθηκαν ορισμένα μεσοπρόθεσμα μέτρα ενίσχυσης των μικρών επιχειρήσεων, εφαρμόζεται πολιτική που οξύνει τα προβλήματά τους.

Τα αστικά κόμματα βάζουν στο «ίδιο καζάνι» τις μικρές, μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις.

ΝΔ και ΠΑΣΟΚ πλειοδοτούν σε υποσχέσεις και κολακείες. Οταν όμως σχεδιάζουν και υλοποιούν τα κυβερνητικά τους προγράμματα οι αυτοαπασχολούμενοι και μικροί ΕΒΕ καλούνται να πληρώσουν τις «μαύρες τρύπες» των προϋπολογισμών, να αντέξουν στη ληστεία των τραπεζών και τις συνέπειες από την εμπορευματοποίηση της Υγείας, της Παιδείας, της Πρόνοιας.

Αν στη γενική πολιτική των δύο κομμάτων υπάρχουν κάποιες διαφοροποιήσεις διαχειριστικού χαρακτήρα, στον τομέα αντιμετώπισης των αυτοαπασχολούμενων υπάρχει ταύτιση.

Η ΝΔ ως κυβέρνηση επέβαλε τη φορολογία των μικρών επιχειρήσεων με βάση τα λεγόμενα αντικειμενικά κριτήρια. Το ΠΑΣΟΚ εφάρμοσε αυτό το σύστημα για μια δεκαετία.

Ηταν όμως το κόμμα που με τη λεγόμενη συνάφεια και τις ανέλεγκτες υποθέσεις, κάθε χρόνο αφαιρούσε από τις τσέπες των ΕΒΕ πάνω από 1 δισ. ευρώ. Το ίδιο σύστημα βέβαια συνεχίζει και η ΝΔ. Και τα δύο κόμματα κρατούν το αφορολόγητο όριο για τους ΕΒΕ στα 9.400 ευρώ.

Τυπικά, υπήρξε η σταδιακή μείωση, μέχρι το 2007, των φορολογικών συντελεστών για τις ΟΕ και ΕΕ στο 20%, επί της ουσίας όμως με τη διαδικασία του ετήσιου κλεισίματος των βιβλίων και με την αύξηση (για ορισμένα επαγγέλματα) του «μέγιστου συντελεστή κέρδους» η φορολογική επιβάρυνση τριπλασιάστηκε.

Στο Ασφαλιστικό το ΠΑΣΟΚ εφάρμοσε με συνέπεια το λεγόμενο νόμο Σιούφα, που χειροτερεύει τους όρους ασφάλισης για τους αυτοαπασχολούμενους και δίνει ψίχουλα για τις συντάξεις, ενώ με την πολιτική και των δύο κομμάτων υποβαθμίζονται συνεχώς οι όροι πρόληψης και προστασίας της υγείας.

Για την «περίφημη» κατάρτιση (με ευθύνη και των δύο κομμάτων) έχει γεμίσει η χώρα από Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, τα οποία αποτελούν μέσο πλουτισμού «ημετέρων» που διαχειρίζονται τα διάφορα προγράμματα ως ισχυρό εργαλείο χειραγώγησης και ενσωμάτωσης του συνδικαλιστικού κινήματος και των μικρών ΕΒΕ.

ΠΑΣΟΚ και ΝΔ προχώρησαν στην απελευθέρωση του ωραρίου, προς όφελος των μεγαλοκαταστημάτων, των πολυεθνικών, σε βάρος των μικρεμπόρων που δεν μπορούν να ανταποκριθούν στους νέους όρους του ανταγωνισμού.

Η αύξηση των λειτουργικών εξόδων από την απελευθέρωση του ωραρίου αντιμετωπίζεται με την ανατροπή των εργασιακών δικαιωμάτων των εμποροϋπαλλήλων, τη μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης.

Ο ΣΥΝ είναι σύμφωνος με τους βασικούς άξονες της πολιτικής της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ ακολουθώντας τακτική «κριτικής στάσης» απέναντι σε μέτρα που προκαλούν αντιδράσεις στους αυτοαπασχολούμενους – μικρούς ΕΒΕ.

Αφετηριακό στοιχείο αυτής της πολιτικής σύγκλισης είναι η συμφωνία στις 4 ελευθερίες του Μάαστριχτ(ελεύθερη κίνηση κεφαλαίου, εμπορευμάτων, υπηρεσιών, εργαζομένων), στη λογική της ανταγωνιστικότητας.

Ο ΣΥΝ προσπαθεί να επιδράσει στα μεσαία στρώματα, ξεκινώντας από τη μικροαστική αφετηρία που οδηγεί στη λογική μιας καλύτερης (δήθεν) διαχείρισης των προβλημάτων των αυτοαπασχολούμενων και μικρών ΕΒΕ, χωρίς να θίγεται η εξουσία των μονοπωλίων.

Υποστηρίζει τη θέση περί «υγιούς ανταγωνισμού». Παραβλέπει, δηλαδή, τους οικονομικούς νόμους του συστήματος.

Ο ανταγωνισμός είναι αδυσώπητος πόλεμος για την εξάπλωση, επικράτηση στην αγορά. Αλλά ο ΣΥΝ με τη θέση αυτή επιχειρεί να εξωραΐσει τον καπιταλισμό, καλλιεργώντας αυταπάτες ότι μπορεί να γίνει «ανθρώπινος», να λειτουργήσει με κανόνες που θα εξασφαλίζουν την αρμονική συμβίωση των μονοπωλίων με τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ, Η ΓΡΑΜΜΗ ΠΑΛΗΣ ΤΟΥ ΚΚΕ

Το κρίσιμο ζήτημα που καθορίζει την πορεία των εξελίξεων είναι η όξυνση της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού, της αντίθεσης ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής και της εργασίας από τη μια και στην ατομική καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων τους από την άλλη.

Το ΚΚΕ υπερασπίζεται τα συμφέροντα, τα δικαιώματα των αυτοαπασχολούμενων στην αντιπαράθεση με τα μονοπώλια, αναδεικνύοντας ότι μέσα στον καπιταλισμό δεν μπορεί να δοθεί λύση στα προβλήματα των αυτοαπασχολούμενων μέσα από μια ειδική πολιτική για τους ΕΒΕ. Μόνο μέσα από την αντιμονοπωλιακή πάλη με προοπτική τη λαϊκή εξουσία και οικονομία μπορεί να οργανώνεται η αντίσταση, να αποσπώνται ορισμένες κατακτήσεις.

Το ΚΚΕ υπερασπίζεται τα δικαιώματα των αυτοαπασχολούμενων – μικρών ΕΒΕ παίρνοντας υπόψη ότι η κοινωνικοποίηση της εργασίας και της παραγωγής είναι αντικειμενική διαδικασία και έρχεται σε αντίθεση, σε σύγκρουση με τις εκμεταλλευτικές, καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, με την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής.

Στο Πρόγραμμα του Κόμματος αναφέρεται ότι ο ελληνικός λαός θα απαλλαγεί από τα δεσμά και τις συνέπειες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, της ιμπεριαλιστικής καταπίεσης και εξάρτησης, όταν η εργατική τάξη, με τους συμμάχους της, πραγματοποιήσει τη σοσιαλιστική επανάσταση και προχωρήσει στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού.

Δηλαδή, για τους αυτοαπασχολούμενους, όπως για την εργατική τάξη και τη μικρομεσαία αγροτιά, υπάρχουν δύο δρόμοι ανάπτυξης.

Ο δρόμος που υπηρετεί τα συμφέροντα των μονοπωλίων σε βάρος του λαού, ο δρόμος της προσαρμογής, της ενσωμάτωσης στην ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων, της ληστρικής εκμετάλλευσης των εργαζομένων, των λαϊκών στρωμάτων, της χειροτέρευσης της ζωής των αυτοαπασχολούμενων, της βίαιης καταστροφής τους, από τη μια μεριά.

Και ο δρόμος της συγκρότησης του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου πάλης, που υπηρετεί τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων της πόλης και του χωριού.

Είναι ο δρόμος που δημιουργεί δυνατότητες για τη σοσιαλιστική αναγέννηση της χώρας.

Είναι ο δρόμος του αγώνα για να αξιοποιηθούν ο κοινωνικός πλούτος, οι παραγωγικές δυνάμεις και οι πλουτοπαραγωγικές πηγές, για ριζικά διαφορετική προοπτική για το λαό – για τη λαϊκή εξουσία και τη λαϊκή οικονομία.

Τη συνειδητοποίηση αυτής της προοπτικής πρέπει να υπηρετήσουν η διαφωτιστική δουλιά και η μαζική δράση των κομμουνιστών ώστε να κατανοηθεί ότι:

«Κανένα ουσιαστικό βήμα δεν μπορεί να γίνει εμπρός, για να ανοίξει ο δρόμος της φιλολαϊκής ανάπτυξης, όσο κυριαρχούν στην οικονομία και σε στρατηγικής σημασίας τομείς το μονοπωλιακό κεφάλαιο και οι φορείς του.

Κανένα βήμα δεν μπορεί να γίνει προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων, όσο η Ελλάδα είναι εγκλωβισμένη στις ιμπεριαλιστικές δεσμεύσεις των διακρατικών ενώσεων» (εισήγηση 17ου Συνεδρίου).

«Προϋπόθεση για τη λαϊκή ευημερία είναι να μετατραπούν, με κοινωνικοποίηση, τα βασικά και συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής, τα μέσα και οι τομείς στρατηγικής σημασίας σε λαϊκή περιουσία.

Ο κοινωνικοποιημένος τομέας θα είναι διευρυμένος αφού το μονοπωλιακό κεφάλαιο έχει περάσει σε ανώτερο βαθμό συγκέντρωσης και διείσδυσης, όχι μόνο στο πεδίο της παραγωγής αλλά και στο εμπόριο, στον κοινωνικό τομέα, στην Παιδεία, στην Υγεία, στον Τουρισμό» (Εισήγηση 17ου Συνεδρίου).

Στον κοινωνικοποιημένο τομέα εντάσσονται: Η Ενέργεια. Οι Τηλεπικοινωνίες. Η Υδρευση. Οι Μεταφορές. Ο ορυκτός πλούτος. Οι βασικοί κλάδοι της μεταποίησης, όπως παραγωγής μέσων παραγωγής και προϊόντων λαϊκής κατανάλωσης. Το τραπεζικό σύστημα. Το εμπόριο. Ο τομέας της λαϊκής στέγης. Η έρευνα. Η δημοκρατική πληροφόρηση του λαού.

Δίπλα στον κοινωνικοποιημένο τομέα της λαϊκής οικονομίας θα λειτουργεί ο παραγωγικός συνεταιρισμός, κυρίως σε κλάδους της μεταποίησης όπου υπάρχει μικρή συγκέντρωση. Ωστε να ανέβει η παραγωγικότητα της εργασίας, να βελτιωθεί η ποιότητα των προϊόντων, να διευκολυνθεί η διακίνησή τους και οι παραγωγικοί συνεταιρισμοί, ενταγμένοι στον κεντρικό σχεδιασμό, να προσφέρουν στη λαϊκή οικονομία.

Η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας θα προχωράει σχεδιασμένα με κριτήριο την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών και για μια περίοδο θα παραμείνει η μικροϊδιοκτησία στον τομέα της παροχής υπηρεσιών, π.χ., εστιατόρια, ταβέρνες, καφενεία, κουρεία, καθαριστήρια, συνεργεία αυτοκινήτων, υπηρεσίες αποκατάστασης οικιακών βλαβών, τουριστικά καταλύματα στα μικρά, ιδιαίτερα, νησιά.

Με ευθύνη της εργατικής εξουσίας θα ρυθμιστούν θέματα που αφορούν στα μέσα παραγωγής και στον εκσυγχρονισμό τους, στην προμήθεια πρώτων υλών, στην απορρόφηση της παραγωγής, στη φορολογία των μικρών επιχειρήσεων και των συνεταιρισμών, με ευνοϊκούς όρους.

Τα θέματα αυτά χρειάζονται περισσότερη μελέτη αλλά είναι απαραίτητο να αρχίσει ο προβληματισμός, αναδεικνύοντας ως βασικό στοιχείο ότι ο δρόμος της ευημερίας των λαϊκών στρωμάτων περνάει μέσα από τη λαϊκή εξουσία και την κοινωνικοποίηση των βασικών συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής.

Σ’ αυτό το δρόμο μπορούν να κατοχυρωθούν βασικά δικαιώματα των αυτοαπασχολούμενων:

  • Εξασφάλιση του δικαιώματος εργασίας και εισοδήματος ικανού να αντιμετωπίζουν τις ανάγκες των οικογενειών τους, ωράριο συμβατό με το γενικό ωράριο εργασίας και ανθρώπινες συνθήκες εργασίας
  • Αποκλειστικά δημόσιες δωρεάν, αναβαθμισμένες υπηρεσίες Υγείας. Πραγματική μόρφωση για τα παιδιά τους
  • Ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές, κοινωνικές υποδομές στην υπηρεσία των λαϊκών αναγκών
  • Εξασφάλιση της ισοτιμίας των γυναικών, αναγνώριση δικαιωμάτων που αφορούν στη μητρότητα, στην ξεκούραση (άδειες, κλπ.)
  • Φτηνή λαϊκή κατοικία
  • Ελεύθερο δημιουργικό χρόνο, ζωή σε ανθρώπινο περιβάλλον με συμμετοχή σε πολιτιστικές, αθλητικές δραστηριότητες, χωρίς τη μάστιγα των ναρκωτικών
  • Ζωή χωρίς το βραχνά της συμμετοχής στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, επεμβάσεις και πολέμους.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση μπορεί να δοθεί απάντηση στις ανησυχίες για την απώλεια της μικροϊδιοκτησίας, να κατανοηθεί ότι οι αυτοαπασχολούμενοι μπορούν να ζήσουν μία καλύτερη ζωή.

Η οικοδόμηση της κοινωνικής συμμαχίας ανάμεσα στην εργατική τάξη, τους αυτοαπασχολούμενους, τη μικρομεσαία αγροτιά έχει μεγάλες απαιτήσεις.

Βεβαίως, εδώ κρίνεται η πρωτοπόρα στάση της εργατικής τάξης, που έχει την κύρια ευθύνη, αλλά πολλά θα εξαρτηθούν από την προσπάθεια που θα γίνει στα μεσαία στρώματα.

Η λύση είναι η συγκέντρωση των λαϊκών δυνάμεων ενάντια στα μονοπώλια και στον ιμπεριαλισμό, στον κοινό αντίπαλο. Κι αυτή η συγκέντρωση δυνάμεων πρέπει να κατανοηθεί όχι μόνο ως στοιχείο που απαντά στις τρέχουσες απαιτήσεις της πάλης αλλά ως στοιχείο του αγώνα για την κατάργηση της ιδιοκτησίας στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής με τη λαϊκή εξουσία και οικονομία.

Η συμμαχία θα βασιστεί στην υιοθέτηση αντιμονοπωλιακού πλαισίου, που θα δίνει ώθηση στην πάλη της εργατικής τάξης και των αυτοαπασχολούμενων και θα εμπλουτίζεται μέσα από την ανάπτυξη της πάλης.

Εχουμε μια πείρα από την κοινή δράση και μπορούμε να βγάλουμε ορισμένα συμπεράσματα.

Υπάρχει αντικειμενική βάση που δημιουργεί προβλήματα στις σχέσεις ανάμεσα στους αυτοαπασχολούμενους με προσωπικό και στους εργαζόμενους.

Ο ανταγωνισμός, η πίεση που ασκείται από τα μονοπώλια και τα οικονομικά προβλήματα που δημιουργούνται στα μεσαία στρώματα τροφοδοτούν την πίεση σε βάρος των εργαζομένων και δεν είναι εύκολο να κατανοηθεί ότι ακόμα και στην περίπτωση της πιο ακραίας εκμετάλλευσης των εργαζομένων η τάση της ισχυροποίησης των μονοπωλίων, του ανταγωνισμού δε σταματάει.

Ο ανταγωνισμός δεν αφορά μόνο στη σχέση μεσαίων στρωμάτων και μονοπωλίων ή μόνο μεταξύ μονοπωλίων αλλά λειτουργεί και στο εσωτερικό του στρώματος, για την επιβίωση, την επέκταση των δραστηριοτήτων, την αύξηση των κερδών.

Η οικοδόμηση της κοινωνικής συμμαχίας θέτει το ζήτημα της κοινής δράσης της εργατικής τάξης, των αυτοαπασχολούμενων, της μικρομεσαίας αγροτιάς, την προώθηση επιμέρους συσπειρώσεων σε κλαδικό και τοπικό επίπεδο.

Και στην υπόθεση αυτή μπορούν να συμβάλουν εργατικά συνδικάτα, αγροτικοί σύλλογοι και Ομοσπονδίες – σωματεία, εμπορικοί σύλλογοι, ομοσπονδίες των αυτοαπασχολούμενων.

Μπορεί επίσης να συμβάλει η κοινή δράση ανάμεσα στο ΠΑΜΕ, στην ΠΑΣΥ, στις δυνάμεις της ΔΗΚΕΒΕ και στη συνέχεια του αγωνιστικού-αντιμονοπωλιακού πόλου που θα διαμορφωθεί στους αυτοαπασχολούμενους – μικρούς ΕΒΕ.

Για να έχει όμως η κοινή δράση συνέχεια και να διαμορφώνει τη βάση για την κλιμάκωση των προσπαθειών πρέπει να δημιουργείται υποδομή, να συγκροτούνται, π.χ., επιτροπές αγώνα, να εμπλουτίζεται το πλαίσιο, να παίρνει βαθύτερα αντιμονοπωλιακά χαρακτηριστικά.

Η κοινή δράση δεν αφορά μόνο το μαζικό κίνημα αλλά είναι βασικό καθήκον των ΚΟΒ, που με επίμονη ιδεολογική-πολιτική δουλιά αλλά και στοχοπροσηλωμένη καθοδήγηση των κομμουνιστών στο μαζικό κίνημα μπορούν να δίνουν το σωστό περιεχόμενο στην κοινή δράση, να συμβάλλουν στην επεξεργασία στόχων πάλης, να εξασφαλίζουν τη συνέχεια και την κλιμάκωση ενεργειών.

ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΟΥΛΙΑΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΟΥΣ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ

Η δουλιά του Κόμματος, των Οργανώσεων, των δυνάμεών μας στο μαζικό κίνημα πρέπει να έχει προτεραιότητα στους αυτοαπασχολούμενους χωρίς προσωπικό. Γιατί δεν εκμεταλλεύονται εργατική δύναμη, εργάζονται σε σκληρές συνθήκες και υφίστανται πιο έντονα τις οδυνηρές συνέπειες του ανταγωνισμού και της αντιλαϊκής πολιτικής, ενώ ένα μέρος τους προέρχεται από την εργατική τάξη και βρέθηκε εκτός παραγωγής εξαιτίας της ανεργίας.

Συνεπώς, είναι οι πιο κοντινοί σύμμαχοι της εργατικής τάξης και έχουν δυνατότητα να συνειδητοποιήσουν πόσο κοντά είναι τα συμφέροντά τους.

«Οι αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό μπορούν να δώσουν γενικότερη ώθηση στο κίνημα, στην ένταξη των αυτοαπασχολούμενων με προσωπικό, να του προσδώσουν μεγαλύτερη σχετικά σταθερότητα και ικανότητα να αντιμετωπίζει τους ελιγμούς της αστικής τάξης και των κομμάτων της.

Να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση της ταλάντευσης και των προκαταλήψεών τους, των φοβιών τους για τη σοσιαλιστική οργάνωση της κοινωνίας και την κοινωνικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής» (εισήγηση 17ου Συνεδρίου).

Η δουλιά του Κόμματος στους αυτοαπασχολούμενους με προσωπικό είναι πιο σύνθετη και έχει δυσκολίες λόγω της «διπλής προσωπικότητας». Από τη μια δέχονται τις αρνητικές έως καταστροφικές συνέπειες από τη διείσδυση των μονοπωλίων σε όλους τους τομείς της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.

Από την άλλη μεριά είναι η ψυχολογία και συνείδηση που αποκτούν εξαιτίας του ότι εκμεταλλεύονται εργατική δύναμη. Στο εσωτερικό του τμήματος υπάρχουν διαφοροποιήσεις και ιδιαιτερότητες.

Ενα μικρό μέρος τους μπορεί να επιβιώσει και να αντλήσει ένα μέρος των μονοπωλιακών κερδών ως δορυφόροι και υπεργολάβοι των μονοπωλίων. Το μεγαλύτερο όμως μέρος τους βιώνει και θα βιώσει στην πορεία μεγάλη πίεση έως και καταστροφικές συνέπειες.

ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΔΡΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΕΡΓΟΥΝ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ

Τα μεσαία στρώματα από την ίδια τη θέση που κατέχουν στην κοινωνική – ταξική διάρθρωση είναι ευάλωτα στην πολιτική των συμμαχιών της αστικής τάξης, στην πολιτική του αστικού κράτους.

Βεβαίως, σήμερα, με την ενίσχυση-επέκταση των μονοπωλίων έχουν υποχωρήσει μέτρα και ρυθμίσεις που στον έναν ή στον άλλο βαθμό συνέβαλλαν τα προηγούμενα χρόνια στη στήριξη των μικρών ΕΒΕ, αλλά η αστική τάξη και το κράτος της δεν εγκαταλείπουν την προσπάθεια ενσωμάτωσης των μικροαστικών στρωμάτων στο σύστημα, στην κυρίαρχη πολιτική και ιδεολογία.

Μπορούμε να σημειώσουμε τα εξής ζητήματα που χρειάζονται προσοχή:

Τα αντεργατικά μέτρα που παίρνουν οι κυβερνήσεις (π.χ., διευθέτηση εργάσιμου χρόνου, ρυθμίσεις για τις απολύσεις, κλπ.) απευθύνονται στο σύνολο των επιχειρήσεων ανεξάρτητα από το μέγεθος. Το γεγονός αυτό εκλαμβάνεται (ή μπορεί να εκληφθεί) από τμήματα των μεσαίων στρωμάτων ως στοιχείο που αντιστοιχεί στα συμφέροντά τους, ενισχύει την αντίληψη περί κοινού συμφέροντος με το μεγάλο κεφάλαιο, καλλιεργεί αυταπάτες για το ρόλο της πολιτικής των αστικών κομμάτων.

Τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης, παρά το γεγονός ότι δε συνέβαλαν στη στήριξη των αυτοαπασχολούμενων, μικρών ΕΒΕ, ενισχύουν προσδοκίες και αυταπάτες. Στην ίδια κατεύθυνση επιδρούν οι «αναπτυξιακοί νόμοι», τα προγράμματα του ΟΑΕΔ που επιδοτούν την απασχόληση, η επιχορήγηση ανέργων για τη δημιουργία μικρών επιχειρήσεων.

Ενώ δεν πρέπει να υποτιμηθούν οι δράσεις Leader που αναφέρονται στην «ενίσχυση των ΜΜΕ» και προβλέπουν κονδύλια για βελτίωση υποδομών διαμονής, εστίασης, οικοτεχνίας, αγροτοτουρισμού, χειροτεχνίας, μεταποίησης, τυποποίησης προϊόντων, κ.ά.

Η συστηματική παρέμβαση των Γενικών Συνομοσπονδιών ΕΒΕ και Εμπορίου στο πλευρό του ΣΕΒ, στις Συλλογικές Συμβάσεις, στον «κοινωνικό διάλογο», ενδυναμώνει αντιλήψεις για την κοινή στάση των επιχειρηματιών.

Οι παρεμβάσεις «θεσμικών οργάνων», όπως αυτές του «Εθνικού Συμβουλίου» για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καλλιεργούν αυταπάτες για συναπόφαση, χάραξη κοινής πολιτικής, κλπ.

Η εξάπλωση των κινέζικων μαγαζιών και εμπορευμάτων δημιουργεί προβληματισμό και αντιδράσεις στους μικρεμπόρους, που αντιμετωπίζουν αυτή την εξέλιξη σαν μια από τις βασικές αιτίες που επιδρούν αρνητικά στην οικονομική τους κατάσταση. Θα χρειαστεί επίμονη προσπάθεια για να κατανοηθεί:

Πρώτο, ότι οι οικονομικές δυσκολίες συνδέονται με τις γενικότερες εξελίξεις που αφορούν στη συγκέντρωση -συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, στην ισχυροποίηση των μονοπωλίων, στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό.

Δεύτερο, ότι το φαινόμενο της εξάπλωσης των κινέζικων προϊόντων κινείται στα πλαίσια της δράσης των νόμων του καπιταλισμού, συνδέεται με τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου, την απελευθέρωση της αγοράς και των εμπορευμάτων, είναι στοιχείο της καπιταλιστικής ανάπτυξης κι αυτή πρέπει να ενοχοποιηθεί στη συνείδηση των αυτοαπασχολούμενων -μικρών εμπόρων.

Προσοχή, επίσης, χρειάζεται στην αντίθεση που δημιουργείται ανάμεσα στους μικρέμπορους και στους λιανοπωλητές των λαϊκών αγορών. Κι εδώ με επιμονή πρέπει να εξηγείται ότι οι λιανοπωλητές δεν είναι οι υπεύθυνοι για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μικρέμποροι.

Αναζητούν το μεροκάματο πουλώντας εμπορεύματα που παράγονται στην Ελλάδα ή εισάγονται από το εξωτερικό, και η εργατική τάξη, τα φτωχά λαϊκά στρώματα βρίσκουν στις λαϊκές φτηνά εμπορεύματα.

Στον καπιταλισμό δεν υπάρχει «θεμιτός» η «αθέμιτος» ανταγωνισμός.

Η λαϊκή αγορά, η εμπορευματοπανήγυρη, κλπ. είναι μέρος της αγοράς.

Οι μικροβιοτέχνες, επαγγελματίες και μικρέμποροι πολλές φορές προσπάθησαν με τη συνένωσή τους σε συνεταιρισμούς να απαντήσουν στη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, να αμυνθούν στην εκτόπιση από την παραγωγή και την αγορά.

Οι συνεταιρισμοί στο χώρο των ΕΒΕ ήταν και είναι (όσοι υπάρχουν) κατά κανόνα προμηθευτικοί. Οι προμηθευτικοί συνεταιρισμοί εξασφάλισαν καλύτερες τιμές αγοράς στα προϊόντα τους αλλά σήμερα έχουν μπει σε πορεία αλλαγών.

Ελάχιστοι πήραν παραγωγικό χαρακτήρα, όμως δεν άντεξαν στον ανταγωνισμό, αλλά και στην εχθρική ή, στην καλύτερη περίπτωση, αδιάφορη στάση των κυβερνήσεων απέναντί τους.

Εμφανίστηκαν αρκετά αργότερα από τους αγροτικούς συνεταιρισμούς. Δεν έλειψαν και εδώ οι διάφορες μικροαστικές θεωρίες περί σοσιαλιστικών νησίδων. Στη ζωή αποδείχτηκε ότι οι συνεταιρισμοί στους ΕΒΕ είναι αντιμέτωποι με την ανάπτυξη του καπιταλισμού στη χώρα μας και τις αντιθέσεις του συστήματος.

Σε περιόδους που το μεγάλο κεφάλαιο δεν επένδυε και δεν επεκτεινόταν σε διάφορους τομείς της οικονομίας, βρήκαν χώρο και δημιουργήθηκαν συνεταιρισμοί (π.χ., ξυλουργοί, παντοπώλες, εμποροράπτες, κλπ.), με στόχο την από κοινού προμήθεια υλικών. Ακολούθησαν υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, κεραμοποιοί, κλπ.

Στην πορεία όμως και σε σύνδεση με την επέκταση των μεγαλοεπιχειρήσεων, μεγαλοκαταστημάτων στην αγορά, ο ρόλος των συνεταιρισμών περιορίστηκε κατά πολύ.

Ο συνεταιρισμός είναι γέννημα του καπιταλισμού, αποτελεί μορφή που διευκολύνει στην επιτάχυνση της συσσώρευσης κεφαλαίου, υπόκειται στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό και επομένως οδηγείται στην καταστροφή ή στην εξέλιξή του σε μετοχική εταιρεία.

Η φάση των αναδιαρθρώσεων της οικονομίας και της ενσωμάτωσης στην ΕΕ βρήκε τους συνεταιρισμούς των ΕΒΕ χωρίς υποδομή, χωρίς κεφάλαια, τεχνογνωσία και κρατική μέριμνα και άρχισαν να συρρικνώνονται και να διαλύονται, π.χ., συνεταιρισμοί παντοπωλών με την εμφάνιση των σούπερ-μάρκετ, εμποροραπτών με τις αλυσίδες μεγαλοκαταστημάτων ρούχων, ξυλουργικοί με την εμφάνιση μεγαλοεισαγωγέων και βιομηχανιών (SATO), όπως και μια σειρά άλλων συνεταιρισμών.

Σήμερα, συνεταιρισμοί με μεγάλη ή σχετικά μεγάλη οικονομική βάση υπάρχουν μόνο λίγοι.

Είναι οι συνεταιρισμοί των υδραυλικών και ηλεκτρολόγων (λιγότερο αυτοί). Επιβιώνουν μερικοί στο ξύλο, και σε ορισμένους άλλους κλάδους. Ολοι τους είναι προμηθευτικοί.

Συνολικά μπορούμε να πούμε ότι το συνεταιριστικό κίνημα των ΕΒΕ βρίσκεται σε υποχώρηση. Δύσκολα μπορεί να πείσει κανείς ότι με το συνεταιρισμό μπορεί να αμυνθεί ο μικροβιοτέχνης, επαγγελματίας ή έμπορος.

Συνεπώς, στο ερώτημα αν μπορούν οι μικροεπιχειρηματίες να περιμένουν από το συνεταιρισμό να τους κρατήσει στην αγορά, πρέπει να δίνεται σαφής απάντηση, να αναπτύσσεται η πολιτική πρόταση του Κόμματος, να τίθενται οι πολιτικές προϋποθέσεις που απαιτούνται, να μην καλλιεργούνται αυταπάτες.

Στο χώρο της πίστης έχουν εμφανιστεί «συνεταιριστικές τράπεζες» των ΕΒΕ. Αρκετές από αυτές έμειναν στα χαρτιά, άλλες έκλεισαν στην πορεία. Μερικές που υπάρχουν ακόμα έχουν μικρή εμβέλεια και ελάχιστα βοηθούν τα μέλη τους. Τις αξιοποιούν περισσότερο οι διοικούντες και ο περίγυρός τους, παρά οι «συνεταίροι». Στη φάση του ισχυρού ανταγωνισμού του τραπεζικού συστήματος, μόνο αυταπάτες και ψευδαισθήσεις μπορούν να δημιουργήσουν.

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Η κατάσταση στη ΓΣΕΒΕΕ

Είναι η μεγαλύτερη συνομοσπονδία και στη δύναμή της ανήκουν ομοσπονδίες με σωματεία βιοτεχνών, επαγγελματιών και εμπόρων.

Στη δύναμή της ανήκουν 70 ομοσπονδίες που έχουν μέλη τους 956 σωματεία. Οι 49 ομοσπονδίες είναι τοπικές και οι 21 κλαδικές.

Στις τελευταίες εκλογές των σωματείων (τελευταία 2ετία) ήταν γραμμένα 103.883 μέλη (72.921 στα σωματεία με κύρια ομοσπονδία την τοπική και 30.962 στα σωματεία με κύρια ομοσπονδία την κλαδική). Σ’ αυτές τις εκλογές σ’ όλα τα σωματεία ψήφισαν 50.113 (48,5%), έναντι 43.253 στις προηγούμενες, με εγγεγραμμένα μέλη 89.531 (48,3%). Σημειώθηκε μια αύξηση 14.352 μελών που προέρχονται από νεοϊδρυμένα σωματεία (40), κύρια από ΠΑΣΟΚ και ΣΥΝ και νέες εγγραφές.

Η συντριπτική πλειοψηφία των ΕΒΕ, που είναι γραμμένοι στα σωματεία, είναι αυτοαπασχολούμενοι και μικροί ΕΒΕ. Οι μεσαίοι δε συμμετέχουν στα συνδικαλιστικά σωματεία, αλλά στα επιμελητήρια.

Υπάρχουν και Ομοσπονδίες που δεν είναι μέλη της ΓΣΕΒΕΕ (βενζινοπώλες, οδοντοτεχνίτες, ψυκτικοί, ιδιοκτήτες Σχολικών Κυλικείων, εκπαιδευτές οδηγών, ιδιοκτήτες ενοικιαζόμενων δωματίων, τουριστικών γραφείων, εκτελωνιστές, κ.ά.).

Ο χαρακτήρας και η γραμμή των Συνομοσπονδιών, των συνδικαλιστικών δυνάμεων και οργανώσεων που ελέγχονται από τις δυνάμεις της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΝ

Πρόκειται για δυνάμεις και οργανώσεις που υπερασπίζονται το καπιταλιστικό σύστημα και τις αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις, που στηρίζουν την Ευρωπαϊκή Ενωση και την αντιλαϊκή πολιτική της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ.

Η βασική τους κατεύθυνση, η τακτική και οι στόχοι τους, παρά τους ελιγμούς που κάνουν κάτω από την όξυνση των προβλημάτων και την πίεση του Κόμματος και της ΔΗΚΕΒΕ, εναρμονίζονται με την κατεύθυνση του ΣΕΒ, του μεγάλου κεφαλαίου, διαμορφώνοντας τη συμμαχία μαζί του πάνω στους άξονες της ανταγωνιστικότητας-κερδοφορίας των επιχειρήσεων, της μείωσης της τιμής της εργατικής δύναμης και της έντασης της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης.

Επί της ουσίας εκπροσωπούν τα συμφέροντα μεσαίων επιχειρήσεων με υψηλό τζίρο και ορισμένες δυνατότητες στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό.

Σε σοβαρά ζητήματα (αναπτυξιακός νόμος, φορολογικός νόμος, ωράριο, διευθέτηση του χρόνου εργασίας, κ.ά.) στήριξαν τα μέτρα των κυβερνήσεων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ και σε ορισμένες περιπτώσεις πρωτοστατούν και με τις τοποθετήσεις τους ανοίγουν το δρόμο για αντεργατικές ρυθμίσεις.

Χρησιμοποιούν όλα τα μέσα για τον έλεγχο του συνδικαλιστικού κινήματος (νοθεία, πλαστούς συσχετισμούς). Οι δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ και του ΣΥΝ δρουν ενιαία κατά των κομμουνιστών, των δυνάμεων της ΔΗΚΕΒΕ.

Η κατάσταση στην ΕΣΕΕ

Η ΕΣΕΕ έχει στη δύναμή της 13 Ομοσπονδίες Εμπορικών συλλόγων με 160 πρωτοβάθμια σωματεία, στα οποία ψηφίζουν 20.000 περίπου.

Είναι Συνομοσπονδία που ιδρύθηκε την τελευταία 10ετία από Ομοσπονδίες Εμπορικών συλλόγων, που μέχρι τότε μερικές ήταν στη ΓΣΕΒΕΕ.

Στα ηγετικά κλιμάκια ακόμη και των πρωτοβάθμιων σωματείων επικρατούν μεγαλέμποροι και μεγαλοεισαγωγείς.

Για τα επιμελητήρια

Πρόκειται για συμβούλους του αστικού κράτους και των κυβερνήσεων, για ιμάντα που χρησιμοποιείται για το πέρασμα των κατευθύνσεων της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της αντιλαϊκής πολιτικής, μηχανισμό που υπηρετεί τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου και συμβάλλει στην ενσωμάτωση των μεσαίων στρωμάτων. Κυριαρχούν οι δυνάμεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ σε συνεργασία με τον ΣΥΝ.

Η συμμετοχή στις εκλογές και η παρέμβαση των δυνάμεών μας στη λειτουργία και στις δραστηριότητες των επιμελητηρίων έχει την έννοια της αξιοποίησης ενός χώρου που συγκεντρώνονται (και) αυτοαπασχολούμενοι, μικροί ΕΒΕ.

Και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την προβολή των θέσεων του αγωνιστικού κινήματος, τη διεκδίκηση ορισμένων θεμάτων, την όξυνση της αντιπαράθεσης με τους εκπροσώπους του μεγάλου κεφαλαίου, την αντιλαϊκή πολιτική και τις θέσεις των παρατάξεων που στηρίζουν η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΝ, τη συσπείρωση δυνάμεων.

ΠΛΑΙΣΙΟ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΠΑΛΗΣ

Το ΚΚΕ υποστηρίζει αιτήματα που αποσκοπούν στην ανακούφιση των αυτοαπασχολούμενων και εναντιώνονται στην πολιτική της βίαιης συρρίκνωσής τους. Προβάλλει και διεκδικεί στόχους πάλης που ανταποκρίνονται στις ανάγκες των αυτοαπασχολούμενων και των οικογενειών τους συμβάλλοντας στη συσπείρωση δυνάμεων, στην προώθηση της συμμαχίας με την εργατική τάξη και τη μικρομεσαία αγροτιά.

Μέσα στον αγώνα για τα προβλήματα, σε αντιπαράθεση με τα μονοπώλια και την πολιτική που υπηρετεί τα συμφέροντά τους, αναδεικνύεται η αναγκαιότητα για την επίλυση του κεντρικού προβλήματος, του προβλήματος της εξουσίας, την ανατροπή των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων, την οργάνωση της οικονομίας με βάση την κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής. Σ’ αυτή τη γραμμή πάλης αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι παρακάτω στόχοι:

  • Κατάργηση των μονοπωλίων στο εμπόριο, κρατικός φορέας στο λιανικό -χονδρικό εμπόριο
  • Κοινωνικοποίηση βασικών κλάδων της μεταποίησης
  • Ενιαίοι, αποκλειστικά κρατικοί φορείς σε όλους τους τομείς στρατηγικής σημασίας (Ενέργεια, Υδρευση, Τηλεπικοινωνίες, Μεταφορές, χρηματοπιστωτικό σύστημα, κ.ά.) στην υπηρεσία των λαϊκών αναγκών.

Ωράριο

  • ΟΧΙ στην απελευθέρωση του ωραρίου – Συνεχές-υποχρεωτικό ωράριο των καταστημάτων έως 48 ώρες τη βδομάδα με τρία απογεύματα κλειστά – 7ωρο, 5ήμερο, 35ωρο για τους εργαζόμενους – Κυριακή υποχρεωτική αργία.

Φορολογία

  • Κάθε αυτοαπασχολούμενος -μικρός ΕΒΕ φορολογείται με βάση τα καθαρά του έσοδα (κέρδη), τα οποία προκύπτουν από την αφαίρεση των εξόδων από τα έσοδά του, όπως αυτά προκύπτουν από τα παραστατικά στοιχεία και τα οποία καταχωρούνται στα βιβλία του και είναι υποχρεωτικά για όλες τις αγοραπωλησίες και τα άλλα έξοδα (ενοίκιο, φως, τηλέφωνο, κλπ.)
  • Κατάργηση της διαδικασίας περαίωσης και συνάφειας
  • Φορολογικές ελαφρύνσεις για τα πρώτα τουλάχιστον πέντε χρόνια από την έναρξη της λειτουργίας της μικρής επιχείρησης. Παροχή αφορολόγητου ποσού για τον εκσυγχρονισμό της μικρής επιχείρησης
  • Αναγνώριση, υπό προϋποθέσεις, ως δαπάνης, στο ύψος του κατώτερου μισθού της ΣΣΕ, για την άτυπη απασχόληση ενός μέλους της οικογένειας
  • Κατάργηση των δημοτικών φόρων
  • Τα καθαρά έσοδα (κέρδη), όπως προκύπτουν από τα λογιστικά βιβλία, τα μερίσματα των συνεταιρισμών φορολογούνται ως προσωπικό εισόδημα των μετόχων, συνεταίρων, με βάση τη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων
  • Αφορολόγητο ατομικό όριο 15.000 ευρώ και οικογενειακό αφορολόγητο εισόδημα 30.000 ευρώ, προσαυξημένο κατά 5.000 ευρώ για κάθε παιδί. Προοδευτική αύξηση των φορολογικών συντελεστών για τα εισοδήματα των φυσικών προσώπων. Ετήσια τιμαριθμοποίηση των ορίων
  • Τεκμήριο για αγορά μετοχών, μεγάλης ακίνητης περιουσίας και ειδών πολυτελείας
  • Κατάργηση της έμμεσης φορολογίας στα αναγκαία είδη λαϊκής κατανάλωσης
  • Φορολογική επιβάρυνση του μεγάλου κεφαλαίου, της μεγάλης ακίνητης περιουσίας και των μεγάλων εισοδημάτων.

Επαγγελματική και λαϊκή στέγη

  • Εξασφάλιση από το κράτος, υποδομών, βιοτεχνικών πάρκων για την εγκατάσταση δραστηριοτήτων
  • 12ετής Σύμβαση που ανανεώνεται υποχρεωτικά κάθε τρία χρόνια μετά τη 12ετία, εκτός από τις περιπτώσεις αποδεδειγμένης ιδιόχρησης. Το ύψος της αναπροσαρμογής του μισθώματος να μην ξεπερνάει το 0,75% του πληθωρισμού
  • Φτηνή κατοικία με ευθύνη του κράτους.

Χρηματοδότηση

  • Κατάργηση όλων των νόμων -ρυθμίσεων που επιτρέπουν την καταλήστευση από τις τράπεζες (πανωτόκια, ανατοκισμός, κλπ.)
  • Τα επιτόκια δανεισμού να μην υπερβαίνουν το ύψος του πληθωρισμού. Ειδικό χρηματοδοτικό καθεστώς που επιβάλλει όριο στα επιτόκια δανεισμού για υποδομές, εκσυγχρονισμό.

Κοινωνική Ασφάλιση

  • Αποκλειστικά δημόσιο σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης (Υγεία, σύνταξη, Πρόνοια)
  • Πλήρης σύνταξη με τη συμπλήρωση 30 χρόνων (9.000 μέρες) ασφάλισης ανεξαρτήτως ηλικίας και ασφαλιστικού ταμείου (διαδοχική ασφάλιση). Δικαίωμα συνταξιοδότησης με 4.050 μέρες
  • Κατώτερη σύνταξη 1.050 ευρώ
  • Σύνταξη στα 60 χρόνια για τους άνδρες και 55 για τις γυναίκες
  • Η ασφαλιστική εισφορά να βαραίνει 2/3 το κράτος και 1/3 τον ασφαλισμένο για τις υποχρεωτικές κλάσεις
  • Η κατάταξη στην ασφαλιστική κλάση γίνεται με έγκριση και ευθύνη μόνο του ασφαλισμένου
  • Πλήρης σύνταξη με αναπηρία 67% – αποζημίωση ατυχήματος για όλο το διάστημα που μένει ο εργαζόμενος εκτός εργασίας
  • ΟΧΙ στο τζογάρισμα των αποθεματικών του ΟΑΕΕ στο χρηματιστήριο και σε κάθε είδους τζόγο. Κριτήριο της αξιοποίησης των αποθεματικών είναι η ασφάλεια και η αποδοτικότητα προς όφελος των ασφαλισμένων
  • Αποκλειστικά δημόσιο -δωρεάν σύστημα Υγείας με εξειδίκευση κατά επάγγελμα, ηλικία, φύλο, προτεραιότητα στην πρόληψη, προσαρμοσμένο στις ανάγκες των ατόμων με ειδικές ανάγκες, που θα δίνει λύσεις στα προβλήματα της υπαίθρου, των ακριτικών περιοχών
  • Αμεση κάλυψη των αναγκών σε όλα τα επίπεδα του συστήματος Υγείας σε τεχνολογική υποδομή, ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης
  • Επαρκής αριθμός, πλήρως εξοπλισμένων και στελεχωμένων δημόσιων Κέντρων Υγείας στις πόλεις και στην ύπαιθρο που να καλύπτουν τις ανάγκες των οικογενειών, των παιδιών, της μητέρας, των χώρων δουλιάς, των σχολείων, των αθλητικών χώρων
  • Κατάργηση των εισφορών στον κλάδο Υγείας, κατάργηση της συμμετοχής στις εργαστηριακές και λοιπές εξετάσεις και στα φάρμακα
  • Μέτρα για την Υγιεινή -Ασφάλεια της εργασίας. Κρατικό σώμα γιατρών εργασίας και τεχνικών ασφαλείας ενταγμένο στο δημόσιο σύστημα Υγείας. Καθιέρωση χαρακτηρισμού Βαρέων-Ανθυγιεινών στα σχετικά επαγγέλματα των ΕΒΕ.

Κοινωνικές υπηρεσίες και υποδομές

  • Κρατική φροντίδα ώστε να εξασφαλιστούν άδειες κυήσεων, τοκετού και θηλασμού για τις μητέρες. Δύο μήνες πριν και πέντε μήνες μετά τη γέννηση του παιδιού, με οικονομική στήριξη και πλήρη ασφαλιστικά δικαιώματα
  • Δίκτυο κοινωνικών εγκαταστάσεων για την οικογένεια, το παιδί, τα άτομα τρίτης ηλικίας, τα άτομα με ειδικές ανάγκες που θα συμβάλλει και στη βελτίωση της ζωής της γυναίκας, στην αύξηση του ελεύθερου χρόνου της
  • Κρατικοί δωρεάν σύγχρονοι βρεφονηπιακοί σταθμοί και δημόσια κέντρα δημιουργικής απασχόλησης παιδιών και νηπίων
  • Δημόσια δωρεάν υποχρεωτική ειδική αγωγή που να καλύπτει τις συνολικές ανάγκες των παιδιών που έχουν ανάγκη
  • Ανάπτυξη κοινωνικών, πολιτιστικών υπηρεσιών και υποδομών (αντισεισμική θωράκιση, αντιπλημμυρική προστασία, προστασία του περιβάλλοντος, κ.ά.) για τις λαϊκές οικογένειες, με κρατικές επενδύσεις. Κατάργηση των συμπράξεων ιδιωτικού – δημόσιου τομέα.

Παιδεία

  • Ενιαία Λαϊκή Παιδεία μέσα από δωρεάν δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα
  • Βασική – Γενική εκπαίδευση έως τα 18 χρόνια μέσα από ένα δημόσιο δωρεάν ενιαίο 12χρονο υποχρεωτικό σχολείο, συνέχεια δίχρονης υποχρεωτικής προσχολικής αγωγής. Ριζική αλλαγή των αναλυτικών προγραμμάτων
  • Καθιέρωση συστήματος δημόσιων δωρεάν μεταλυκειακών επαγγελματικών σχολών. Κατάργηση των ΙΕΚ – ΚΕΚ και των άλλων μορφών εφήμερης και επιφανειακής κατάρτισης. Επαγγελματική κατάρτιση μέσα από το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα
  • Ενιαία Ανώτατη εκπαίδευση – αναπροσανατολισμός της έρευνας, ώστε να υπηρετεί τα λαϊκά συμφέροντα
  • Κάλυψη των εκπαιδευτικών αναγκών από τον κρατικό προϋπολογισμό
  • Κατάργηση όλων των αντιεκπαιδευτικών νόμων του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ.

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ

  • ΟΧΙ σε όλα τα ναρκωτικά -στο διαχωρισμό «σκληρών» -«μαλακών» – στην αποποινικοποίηση του χασίς
  • ΟΧΙ στην ιδιωτικοποίηση της απεξάρτησης και στα προγράμματα υποκατάστασης που συντηρούν το πρόβλημα και δε θεραπεύουν
  • Ανάπτυξη της πρόληψης και των θεραπευτικών προγραμμάτων στο επίπεδο των αναγκών της χώρας. Αύξηση των κονδυλίων για κοινωνική πολιτική και εφαρμογή πανελλαδικού αντιναρκωτικού σχεδίου δράσης που θα βασίζεται στις αρχές της πρόληψης -θεραπείας – επανένταξης.

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΝΩΣΕΙΣ

Η πάλη για τα δικαιώματα των αυτοαπασχολούμενων – μικρών ΕΒΕ συνδέεται με τον αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, κατά του ΝΑΤΟ, της ΕΕ, των ΗΠΑ.

Για:

  • Αποδέσμευση της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ενωση
  • Απομάκρυνση των αμερικανο- ΝΑΤΟικών βάσεων από την Ελλάδα
  • Διάλυση του Ευρωστρατού και των δυνάμεων ταχείας επέμβασης
  • ΟΧΙ στη μετατροπή των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας μας σε μισθοφορικό στρατό για δράση εκτός συνόρων στα πλαίσια των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών, επεμβάσεων και πολέμων
  • Κατάργηση των «τρομονόμων» και κάθε αντιδημοκρατικού, κατασταλτικού μέτρου που στρέφεται κατά του λαϊκού κινήματος.

Η ΚΕ του ΚΚΕ

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Θέσεις. Ετικέτες: , . Leave a Comment »

Οι θέσεις της ΚΝΕ για τα Τοπικά Συμβούλια Νεολαίας

Τοπικά Συμβούλια Νεολαίας

Νέα προσπάθεια χειραγώγησης του νεολαιίστικου κινήματος

Η επιτάχυνση της υλοποίησης των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων σε κάθε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) συναντά αυξανόμενες αντιστάσεις οι οποίες, αν και προς το παρόν δεν έχουν ενιαία κατεύθυνση και πολιτικό περιεχόμενο, παίρνουν τη μορφή γενικευμένης αμφισβήτησης της ΕΕ. Πέρα απ’ τις διαφορές ανάμεσα στις αστικές πολιτικές δυνάμεις, κοινή γραμμή είναι η μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης σε σχέση με τα νέα επίπεδα παραγωγικότητας της εργασίας της, η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων και της απελευθέρωσης των αγορών έτσι ώστε να αυξάνεται ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και τα κέρδη των καπιταλιστών. Βασικός στόχος αυτής της επίθεσης είναι η νεολαία, ιδιαίτερα η εργατική και αυτή που προσεγγίζει την εργατική τάξη. Στα πλαίσια αυτά επιδιώκεται να προσαρμοστεί και το πολιτικό σύστημα σε κάθε κράτος – μέλος της ΕΕ, ώστε να ισχυροποιείται η ενσωμάτωση κάθε κράτους στην ΕΕ με τους λιγότερους δυνατούς «κραδασμούς», να υλοποιείται η πολιτική των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων χωρίς κινδύνους για το καπιταλιστικό σύστημα. Αυτή ακριβώς η ανάγκη για πολιτικές προσαρμογές, τόσο σε επίπεδο πολιτικών κομμάτων όσο και σε κρατικό επίπεδο, αντανακλάται και στο θεσμό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΤΑ). Αυτό συμβαίνει γιατί η ΤΑ δεν αποτελεί έναν θεσμό μακριά από το κράτος, αλλά ένα τμήμα του ενιαίου συγκεντρωτικού κρατικού μηχανισμού της αστικής τάξης, που έρχεται σε πιο άμεση επικοινωνία με τις λαϊκές μάζες, άρα μπορεί να φέρει πιο κοντά και την αντιλαϊκή πολιτική σε αυτές. Το γεγονός μάλιστα ότι η ΤΑ βρίσκεται κοντά στις λαϊκές μάζες, δεν αλλάζει σε τίποτα το χαρακτήρα της, την ουσία της δηλαδή ως μέρους του αστικού κράτους.

Τα Τοπικά Συμβούλια Νέων – σύντομη ιστορική αναδρομή

Τα Τοπικά Συμβούλια Νεολαίας (ΤΣΝ) ιδρύθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’90 από τη Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, σε μια περίοδο κρίσης του νεολαιίστικου κινήματος. Μέχρι τα τέλη του 2004 υπήρχαν περίπου 200 Δημοτικά και Νομαρχιακά Συμβούλια Νεολαίας ενώ για το συντονισμό τους δημιουργήθηκε η Κεντρική Ενωση Δημοτικών και Νομαρχιακών Συμβουλίων Νεολαίας Ελλάδας. Ουσιαστικά, τα ΤΣΝ αποτελούν θεσμούς στα χαρτιά, «γλάστρες», με μόνο στόχο την ενσωμάτωση της νεολαίας στην κυρίαρχη πολιτική. Η συντριπτική πλειοψηφία τους δεν λειτουργεί και αν και όταν λειτουργεί διοργανώνει happenings (πάρτι, αιμοδοσία, δεντροφύτευση, κλπ) προκειμένου να δικαιολογήσει τα κονδύλια που παίρνει, να εθίσει στη λογική της «ανάλαφρης και απολίτικης» αντιμετώπισης της ζωής και των κοινωνικών προβλημάτων ή -μέσω του εθελοντισμού- να εθίσει στη συναίνεση για απλήρωτη εργασία, στη μεταβίβαση ευθυνών από το κράτος στους εργαζόμενους. Σύμφωνα με τον καταστατικό τους χάρτη, τα ΤΣΝ «…αποτελούν αυτόνομες δομές ενεργής συμμετοχής και έκφρασης των νέων στις τοπικές κοινωνίες. Εχουν συγκροτηθεί για να δώσουν την εναλλακτική λύση στην ενασχόληση των νέων με τα κοινά της κάθε τοπικής κοινωνίας» (άρθρο 1)1. Παρατηρούμε λοιπόν ότι οι εμπνευστές της δημιουργίας των ΤΣΝ δεν κρύβουν τις προθέσεις τους όταν κάνουν λόγο για «εναλλακτική» ενασχόληση των νέων με τα κοινά. Ουσιαστικά την αντιπαραθέτουν με την «παραδοσιακή» -γι’ αυτούς- μορφή, που δεν είναι άλλη από τη συμμετοχή στο κίνημα της νεολαίας και τη διεκδίκηση των σύγχρονων νεανικών αναγκών. Αναφέρουν ακόμα ότι «(το ΤΣΝ) καταγράφει τα προβλήματα και τις ανάγκες της νεολαίας στο Δήμο, γνωμοδοτεί, καταθέτει προτάσεις και αιτήματα και εισηγείται λύσεις […] Παράλληλα, λειτουργεί σε μια διαρκή σχέση συνεργασίας με άλλες εθελοντικές οργανώσεις, Νομικά Πρόσωπα που δραστηριοποιούνται σε θέματα νεολαίας και άλλες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις» (άρθρο 2)2. Κουβέντα δεν λένε φυσικά για διεκδίκηση. Αντίθετα ενισχύεται η θεσμολαγνεία, η συναίνεση στην αστική πολιτική. Δηλαδή από την πρώτη προσπάθεια δημιουργίας τους, τα ΤΣΝ έχουν χαρακτήρα ενσωμάτωσης της νεολαίας.

Τι αλλάζει με τα νέα Τοπικά Συμβούλια Νεολαίας;

Είναι προφανές ότι το επίπεδο συσπείρωσης των νέων γύρω από τα ΤΣΝ, καθώς και οι δραστηριότητες που αυτά ανέλαβαν, απέχει από το στόχο για ουσιαστική ενσωμάτωση και ενίσχυση της διαχειριστικής λογικής για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της νεολαίας. Ετσι η κυβέρνηση της ΝΔ πήρε την πρωτοβουλία να θέσει εκ νέου το ζήτημα. Το Φλεβάρη του 2006 ψηφίστηκε ο Νόμος για τα ΤΣΝ σε Δήμους και Κοινότητες, καλύπτοντας έτσι και το κενό της απουσίας νομοθετικής ρύθμισης για την ύπαρξη των προηγούμενων ΤΣΝ. Ουσιαστικά, όπως θα δούμε, τα ΤΣΝ εντάσσονται στην κατεύθυνση των πολιτικών προσαρμογών για τη διευκόλυνση της υλοποίησης των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και την ενσωμάτωση του λαϊκού κινήματος. Εχουν όμως και κάποια ιδιαίτερα νέα στοιχεία τα οποία προκύπτουν από την ανάγνωση του σχεδίου νόμου και της αιτιολογικής έκθεσής του. Συγκεκριμένα:

«(τα ΤΣΝ) αποτελούν το συμμετοχικό φορέα που εξασφαλίζει στους νέους τη δραστηριοποίησή τους στα τοπικά κοινά»3. Στην πραγματικότητα θέλουν τη συναίνεση της νεολαίας -και σε τοπικό επίπεδο- στην άσκηση της αντιδραστικής πολιτικής η οποία στρέφεται ενάντια στα συμφέροντά της. Ακόμα, τα ΤΣΝ εντάσσονται στις βασικές προτεραιότητες της Λευκής Βίβλου4 όπου επιδιώκεται η χειραγώγηση και ενσωμάτωση των νέων στην αστική πολιτική. • Κάθε χρόνο προβλέπεται η δαπάνη 3,6 εκατομμυρίων ευρώ για τη λειτουργία αυτού του θεσμού. Τα ΤΣΝ εντάσσονται στην προσπάθεια για την εξαγορά νεανικών συνειδήσεων και ακόμα παραπέρα στη δημιουργία ενός θεσμοθετημένου εξαγορασμένου τμήματος της νεολαίας, που είναι προνομιακός συνομιλητής με την πολιτική εξουσία της αστικής τάξης.

«Οι εκλογές διενεργούνται με άμεση και μυστική ψηφοφορία με ενιαία ψηφοδέλτια» (άρθρο 6)5. Τα όργανά τους δηλαδή συγκροτούνται στη βάση προσώπων, άρα μακριά από κάθε ταξικό και πολιτικό κριτήριο.6 Αυτό δείχνει ξεκάθαρα την επιθυμία τους για έναν ενσωματωμένο νεανικό θεσμό, ώστε τα ΤΣΝ να είναι απογαλακτισμένα από κάθε έννοια αντιπαράθεσης συγκροτημένων πολιτικών αντιλήψεων και γραμμών. Ωστόσο, πέρα από αυτή την ξεκάθαρη αντιδραστική τους πτυχή, τα ΤΣΝ εμπεριέχουν και μια σειρά από ιδεολογικές πτυχές:

«…ενώ (τα ΤΣΝ) συντελούν και στην αντιμετώπιση του χάσματος των γενεών»7.

Με το αντιδραστικό ιδεολόγημα του «χάσματος των γενεών», βρίσκουν την αιτία των προβλημάτων της νεολαίας, που γι’ αυτούς σίγουρα δεν είναι ταξικά.

Αναφέρουν πως επιδιώκουν την «εξάπλωση των δημοκρατικών αρχών»… «Δημοκρατικές αρχές» για την αστική τάξη είναι η αποθέωση του κοινοβουλευτισμού και της θεσμολαγνείας. Επιδιώκουν στην πραγματικότητα να θωρακίσουν το πολιτικό σύστημα του κεφαλαίου και να καταδικάσουν κάθε αγωνιστική οργάνωση νεολαίας που έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα της αστικής τάξης. Παράδειγμα: η καταστολή ενάντια στις μαθητικές κινητοποιήσεις και καταλήψεις.

Η ιδεολογική βάση των ΤΣΝ είναι οι σοσιαλδημοκρατικές θεωρίες περί «κοινωνίας των πολιτών» και των «τοπικών κοινωνιών». Με βάση τα παραπάνω ιδεολογήματα, όλοι οι πολίτες ανεξάρτητα από την ταξική τους τοποθέτηση έχουν κοινά συμφέροντα και συμμετέχουν στους θεσμούς που το αστικό κράτος δημιουργεί. Ακόμα, με τα Τοπικά Συμβούλια Νεολαίας η κυβέρνηση θέλει να φτιάξει έναν κρατικό θεσμό του νεολαιίστικου κινήματος, ο οποίος θα είναι απόλυτα ενταγμένος στον αστικό κρατικό μηχανισμό, την πολιτική εξουσία της αστικής τάξης. Τα ΤΣΝ μάλιστα, θα συγκροτούνται στο εξής από την ίδια την ΤΑ, ενώ απόφαση για τις εκλογές τους θα παίρνουν κεντρικά και υποχρεωτικά οι υπουργοί Παιδείας και Δημόσιας Διοίκησης – σε αντίθεση με τα προηγούμενα για τα οποία απόφαση έπαιρνε το αντίστοιχο Δημοτικό Συμβούλιο8. Το ερώτημα όμως που προκύπτει είναι το εξής: γιατί η αστική τάξη και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι συγκροτούν έναν νέο μηχανισμό ενσωμάτωσης εφόσον οι συσχετισμοί στους ήδη υπάρχοντες φορείς του νεολαιίστικου κινήματος είναι θετικοί γι’ αυτήν;

Σύγκρουση δύο στρατηγικών

Η αστική τάξη δεν είναι κοντόφθαλμη. Δεν την ενδιαφέρει μόνο ο σημερινός συσχετισμός δύναμης αλλά και ο μελλοντικός, εφόσον η ίδια η πολιτική της έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα των λαϊκών μαζών και δημιουργεί αντικειμενικά προϋποθέσεις για ένταση της ταξικής πάλης. Στο βαθμό μάλιστα που δυναμώνει η επιρροή του ΚΚΕ στο λαϊκό κίνημα και ιδιαίτερα στην εργατική τάξη, δημιουργούνται και συνθήκες για την αμφισβήτηση της καπιταλιστικής εξουσίας. Από αυτή την άποψη, οι πολιτικοί εκπρόσωποι της αστικής u964 τάξης δεν αρκούνται μόνο στους ήδη δομημένους φορείς του κινήματος της νεολαίας, γιατί διαβλέπουν τη δυναμική ανατροπής των – θετικών γι΄ αυτούς – συσχετισμών που υπάρχουν, από την παρέμβαση των κομμουνιστών. Ακόμα, γιατί θέλουν έναν φορέα νεολαιίστικου κινήματος εντελώς αποκομμένο από κάθε αγωνιστικό, διεκδικητικό χαρακτήρα που ιστορικά το κίνημα της νεολαίας έχει κατακτήσει μέσα από την πολιτική αντιπαράθεση μέσα στις γραμμές του. Ποια είναι όμως η άλλη στρατηγική; Οι Θέσεις του ΚΣ για το 9ο Συνέδριο της ΚΝΕ γράφουν: «…χρειάζεται να συμβάλλουμε στο ζήτημα της κοινής δράσης των διαφορετικών τμημάτων της νεολαίας, με συντονισμό των φορέων και των συσπειρώσεών τους για τα κοινά προβλήματα που βιώνουν. Σ’ αυτήν την υπόθεση μπορεί να βοηθήσουν τα Συμβούλια Νεολαίας στους τόπους κατοικίας, σε δήμους και πόλεις, όπου μπορούν να συναντιούνται τα Μαθητικά Συμβούλια, φοιτητικοί Σύλλογοι, Συντονιστικά, Επιτροπές Νέων Εργαζομένων. Να δίνεται η ευκαιρία για επικοινωνία και συντονισμό ανάμεσα σε νεανικούς φορείς, μορφές συσπείρωσης τμημάτων νεολαίας, άλλες νεανικές συσπειρώσεις πάνω στα διάφορα μέτωπα πάλης». Η ΚΝΕ προβάλλει την αναγκαιότητα των Συμβουλίων Νεολαίας, των οποίων στόχος δεν θα είναι η συναίνεση ούτε η ενσωμάτωση της νεολαίας στη διαχείριση της αστικής πολιτικής. Στόχος τους θα είναι η συνάντηση των διαφόρων τμημάτων της νεολαίας μέσα από διεκδικήσεις στη βάση των κοινών προβλημάτων – που αιτία τους είναι η εκμεταλλευτική καπιταλιστική κοινωνία- και με διεκδικητικό πλαίσιο που συγκρούεται με την ουσία των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και ικανοποιεί τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες. Αυτά τα Συμβούλια Νεολαίας θα μπορούν να συμβάλουν:

• στην κοινή δράση νέων εργαζομένων, μαθητών και φοιτητών που μένουν στην ίδια περιοχή

• στην ανάπτυξη της αντίληψης ότι τα προβλήματα της νεολαίας έχουν κοινή ρίζα, την κυρίαρχη πολιτική, άρα κοινή πρέπει να είναι και η πάλη

• στην ανάπτυξη συνεργασίας με το εργατικό και γενικότερα λαϊκό κίνημα

Το νέο αυτό φρούτο που ονομάζεται ΤΣΝ δείχνει ότι η αστική πολιτική εξουσία φοβάται τη ριζοσπαστικοποίηση των μαζών και τη συνάντηση τμημάτων της νεολαίας. Ετσι λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να προλάβει την άνοδο της ταξικής πάλης. Η μόνη απάντηση των κομμουνιστών, απέναντι σε αυτή τη νέα μεθοδευμένη προσπάθεια χειραγώγησης της νεολαίας, είναι η προώθηση της πρότασης συσπείρωσης και πάλης του ΚΚΕ πάνω στα νεανικά προβλήματα γύρω από αντιιμπεριαλιστικούς και αντιμονοπωλιακούς στόχους. Είναι η ενίσχυση της ιδεολογικοπολιτικής δράσης της ΚΝΕ με στόχο την απόκρουση ιδεολογημάτων που οδηγούν στη μοιρολατρία και την ενσωμάτωση, είναι η χειραφέτηση από αντιλήψεις που μπλοκάρουν τη συνείδηση και τον τρόπο ζωής της νεολαίας και η διαμόρφωση νέων ανθρώπων που θα εμπνέονται από τα ιδανικά της εργατικής τάξης και του κομμουνιστικού κινήματος.

« Η ιδεολογικοπολιτική διαπάλη για την προσέλκυση της νεολαίας οξύνεται και δεν έχει κριθεί. Δεν υπάρχουν σήμερα μόνο οι κίνδυνοι ενσωμάτωσης και συμβιβασμού της νεολαίας, υπάρχουν και τάσεις αμφισβήτησης και ριζοσπαστισμού »

Θέσεις για το 9ο Συνέδριο

Υποσημειώσεις

1,2. Καταστατικός Χάρτης Δημοτικού Συμβουλίου Νεολαίας, www.youthnet.gr.

3,7. Αιτιολογική έκθεση στο σχέδιο Νόμου «Τοπικά Συμβούλια Νέων και άλλες διατάξεις».

4. Κείμενο της ΕΕ που συγκεκριμενοποιεί τη στρατηγική του Ευρωπαϊκού κεφαλαίου

5. Σχέδιο Νόμου «Τοπικά Συμβούλια Νέων και άλλες διατάξεις».

6. Τα προηγούμενα ΤΣΝ συγκροτούσαν το Συμβούλιο τους μέσα από Γενικές Συνελεύσεις. Αυτό το παράδειγμα δείχνει την ανάγκη η κυβέρνηση να «βάλει μια τάξη» προς το αντιδραστικότερο στα ΤΣΝ.

8. Διαδικασία Σύστασης Δημοτικών Συμβουλίων Νεολαίας, www.youthnet.gr.

« Για να επιδράσει η άρχουσα τάξη στον τρόπο ζωής και τη συνείδηση της νεολαίας χρησιμοποιεί πολυπλόκαμους μηχανισμούς, πραγματοποιεί παρεμβάσεις σε κάθε πτυχή της ζωής των νέων. Υπουργεία, υπηρεσίες, η Τοπική Αυτοδιοίκηση, τα προγράμματα που χρηματοδοτεί η ΕΕ, όπως η «νεανική επιχειρηματικότητα», απευθύνονται ειδικά στη νεολαία με διάφορες πρωτοβουλίες »

Θέσεις για το 9ο Συνέδριο

Κυριάκος Ιωαννίδης Υπεύθυνος της ΙΕ του ΚΣ της ΚΝΕ

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΤΗΣ ΜΠΟΛΟΝΙΑ

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Πρόταση του Τμήματος Παιδείας της ΚΕ του ΚΚΕ

Εισαγωγή

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΟΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΠΟΛΟΝΙΑ

ΚΑΙ ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Γενικά

Η Διακήρυξη της Μπολόνια υπογράφηκε τον Ιούνη του 1999 από 29 υπουργούς Παιδείας των κρατών – μελών της ΕΕ και ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών της επιρροής της. Στόχος της είναι να προδιαγράψει ένα κοινό πλαίσιο «ευέλικτης» οργάνωσης και λειτουργίας των Ιδρυμάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης, με σκοπό τη στενότερη και αποδοτικότερη υπαγωγή τους στα μονοπωλιακά συμφέροντα και την προώθηση ενός νέου καταμερισμού εργασίας, που θα έχει ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα τη μείωση του επιστημονικού δυναμικού. Μείωση που συντελείται με την αντικατάσταση της μεγάλης πλειοψηφίας του, από ένα «ευέλικτο» ημιειδικευμένο και φτηνό εργατικό δυναμικό, χωρίς δικαιώματα και με την ψευδαίσθηση του πανεπιστημιακού τίτλου.

Η βασική αιτία αυτής της αναδιάρθρωσης βρίσκεται στο γεγονός ότι η τεράστια αύξηση της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, καθώς και το βάθεμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, δίνει τη δυνατότητα στους καπιταλιστές να οργανώνουν την παραγωγή με πολύ λιγότερο υψηλά ειδικευμένο – επιστημονικό δυναμικό. Ταυτόχρονα τα σύγχρονα μέσα παραγωγής, έχοντας ενσωματώσει το τυποποιημένο κομμάτι της διανοητικής εργασίας, διευκολύνουν ακόμη περισσότερο την ελάττωση του επιστημονικού δυναμικού και την αναπλήρωσή του από ένα μαζικό στρώμα χειριστών της νέας τεχνολογίας, την οποία αδυνατούν να κατανοήσουν.

Η συρρίκνωση του επιστημονικού δυναμικού σε μια εποχή όπου η επιστήμη αποκτά ολοένα και μεγαλύτερο ρόλο σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής παραγωγής, κάθε άλλο παρά αποτελεί αναγκαιότητα. Η υποβάθμιση της μόρφωσης του λαού αποτελεί όρο για τη συμπίεση της τιμής της εργατικής δύναμης και τη χειραγώγηση των συνειδήσεων, τη δημιουργία πειθήνιων «Ευρωπαίων πολιτών». Είναι αποτέλεσμα της βαθιάς κρίσης του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού που υποτάσσει την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, πρώτα και κύρια του ανθρώπου, στα στενά όρια του μονοπωλιακού υπερκέρδους.

Δίκαια αποδόθηκε στη διακήρυξη της Μπολόνια ο χαρακτηρισμός του «εκπαιδευτικού Μάαστριχτ», αφού επιδιώκει τη σταδιακή σύγκλιση των συστημάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης της ΕΕ και ευρύτερα της Ευρώπης, τη δημιουργία «Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης, που θα αποτελέσει το κλειδί για την προώθηση της κινητικότητας και της απασχολησιμότητας των Ευρωπαίων πολιτών». Σύγκλιση που αφορά την κεντρική, κοινοτική επιβολή μονοπωλιακών όρων και κανόνων για τις λειτουργίες της Ανώτατης Εκπαίδευσης και κάθε άλλο παρά προϋποθέτει τη συνολική αναβάθμισή της. Αντίθετα οδηγεί στην ενίσχυση των ανισοτήτων ανάμεσα στα λίγα Πανεπιστήμια της ελίτ και στη μάζα των υπόλοιπων ιδρυμάτων. Προοιωνίζεται τη διεύρυνση της κατηγοριοποίησης των Πανεπιστημίων, τόσο σε κοινοτικό όσο και σε εθνικό επίπεδο, ακόμη και στο ίδιο το εσωτερικό τους, ανάμεσα στις διάφορες σχολές, τα τμήματα, το διδακτικό προσωπικό και τους αποφοίτους τους. Οπως άλλωστε σημειώνεται σε κείμενο των εισηγητών της Συνόδου, σκοπός της δεν είναι η επιβολή ενιαίου συστήματος εκπαίδευσης, αλλά «οργάνωσης των διαφορών» ανάμεσα στα εκπαιδευτικά συστήματα της ΕΕ. Και δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς, γιατί η ανισομετρία και η ενίσχυση των ταξικών αντιθέσεων είναι βασικά χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Δεν πρέπει μάλιστα να διαφύγει από την προσοχή μας ότι η Διακήρυξη της Μπολόνια αποτελεί υιοθέτηση και συγκεκριμενοποίηση της Διακήρυξης της Σορβόνης που είχε προηγηθεί (25-5-1998) και συμφωνηθεί από τους υπουργούς Παιδείας των Γερμανίας, Γαλλίας, Μ. Βρετανίας και Ιταλίας. Αποτελεί δηλαδή προϊόν του «σκληρού πυρήνα» του κεφαλαίου της ΕΕ, ο οποίος αποβλέπει στην ισχυροποίησή του, μέσα από την επιβολή των απαιτήσεών του στην οργάνωση της Ανώτατης Εκπαίδευσης και τη βελτίωση των όρων ανταγωνισμού του με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα (ΗΠΑ, Ιαπωνία).

Στην ουσία, η Διακήρυξη της Μπολόνια -και η συνέχεια που θα της δοθεί από τις επόμενες συνόδους- έρχεται να γενικεύσει και να συστηματοποιήσει αλλαγές που ήδη έχουν ξεκινήσει και επιταχύνονται την τελευταία εικοσαετία μέσα από εθνικές και κοινοτικές ρυθμίσεις, με σκοπό την προσαρμογή των Δημόσιων Πανεπιστημίων στις γενικότερες αναδιαρθρώσεις της καπιταλιστικής οικονομίας και των εργασιακών σχέσεων. Αλλαγές που αντιστοιχούν στην αναπτυγμένη κρατικομονοπωλιακή μορφή του ώριμου καπιταλισμού, της σύμφυσης κράτους και μονοπωλίων, και επομένως χαρακτηρίζονται από την οργανική σύνδεση των Δημόσιων Πανεπιστημίων με τις ανάγκες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, και τη μετατροπή τους σε ένα είδος κεφαλαιοκρατικών επιχειρήσεων. Ετσι, οι αλλαγές αυτές σηματοδοτούνται από την εγκατάλειψη της -τυπικά και κάτω από την πίεση του εργατικού κινήματος υιοθετημένης- αρχής, ότι η Πανεπιστημιακή Εκπαίδευση αποτελεί δημόσιο αγαθό που πρέπει να παρέχεται με κρατική φροντίδα. Η ευθύνη για την εξασφάλιση της χρηματοδότησής της, μετατίθεται στην πανεπιστημιακή κοινότητα και το κόστος της, στους ίδιους τους ενδιαφερόμενους. Στα πλαίσια αυτά εξαλείφονται σταδιακά οι διαφορές δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και ανοίγεται μια νέα κερδοφόρος διέξοδος για το κεφάλαιο.


Α. Τα βασικά μέτρα που προβλέπονται από τη Διακήρυξη της Μπολόνια

Σύμφωνα με τη Διακήρυξη, οι υπουργοί Παιδείας που την προσυπέγραψαν, προκειμένου να διασφαλίσουν «καλύτερη συμβατότητα και πληρέστερη συγκρισιμότητα» των συστημάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης, αναλαμβάνουν να επιτύχουν βραχυπρόθεσμα και σε κάθε περίπτωση μέχρι το 2010, τους παρακάτω έξι στόχους:

1. «Υιοθέτηση συστήματος το οποίο θα στηρίζεται βασικά σε δύο κύκλους σπουδών, έναν προπτυχιακό (διάρκειας τριών τουλάχιστον ετών) και έναν μεταπτυχιακό. Ο τίτλος σπουδών του πρώτου κύκλου θα αναγνωρίζεται στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας σαν ικανό επαγγελματικό προσόν (εννοείται, όπως θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, η απόκτηση περιορισμένων επαγγελματικών δεξιοτήτων και σε καμία περίπτωση η ικανότητα για ολοκληρωμένη επιστημονική εργασία), ενώ ο δεύτερος κύκλος θα πρέπει να οδηγεί στο μεταπτυχιακό δίπλωμα (master) ή/και στο διδακτορικό δίπλωμα».

2. «Καθιέρωση ενός συστήματος διδακτικών μονάδων, ανάλογου με το εφαρμοζόμενο σήμερα Ευρωπαϊκό Σύστημα Μεταφοράς Διδακτικών Μονάδων (ECTS = European Credit Transfer System), για την προώθηση της ευρύτερης δυνατής κινητικότητας των φοιτητών».

Πρόκειται για σύστημα που υπολογίζει τη βαρύτητα κάθε μαθήματος στο πρόγραμμα σπουδών ανάλογα με τις ώρες και τη σημασία του για το συγκεκριμένο αντικείμενο των σπουδών. Δηλαδή υπάρχει μια διαβάθμιση των ωριαίων μονάδων του κάθε μαθήματος, ανάλογα με το αν είναι μάθημα κορμού, παρεμφερούς αντικειμένου, εργαστηριακό, κατ’ επιλογή υποχρεωτικό ή μάθημα γενικότερων δεξιοτήτων, όπως η ξένη γλώσσα, η χρήση Η/Υ κλπ. Το νέο στοιχείο που εισάγεται με τη Διακήρυξη είναι ότι διδακτικές μονάδες μπορούν να συγκεντρώνονται στο εξής «και σε συστήματα εκπαίδευσης εκτός του πλαισίου της Ανώτατης Εκπαίδευσης, συμπεριλαμβανομένων και των συστημάτων διά βίου εκπαίδευσης, αρκεί αυτά να αναγνωρίζονται από τα εμπλεκόμενα Πανεπιστήμια υποδοχής». Ανοίγει δηλαδή ο δρόμος για αναγνώριση σπουδών που έχουν πραγματοποιηθεί ακόμη και σε ιδιωτικά Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών, σε ΙΕΚ, ΚΕΚ κλπ.

3. «Υιοθέτηση ενός συστήματος τίτλων σπουδών οι οποίοι θα είναι εύκολα αναγνώσιμοι και συγκρίσιμοι, με τη βοήθεια και του θεσμού του Συμπληρώματος Διπλώματος (Diploma Supplement), με στόχο την προώθηση της απασχολησιμότητας των Ευρωπαίων πολιτών και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας του Ευρωπαϊκού συστήματος Ανώτατης Εκπαίδευσης». Το Συμπλήρωμα Διπλώματος είναι ένα είδος πιστοποιητικού που θα συνοδεύει τον τίτλο σπουδών, περιλαμβάνοντας λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με το πρόγραμμα σπουδών που ακολούθησε ο απόφοιτος, προκειμένου να διευκολυνθεί η «αγορά» στην «αξιολόγηση» των «προσόντων» του. Η ανάγκη υιοθέτησης του Συμπληρώματος Διπλώματος καταμαρτυρεί την πολυδιαφοροποίηση των σπουδών και του επιπέδου τους.

4. «Προώθηση της κινητικότητας, με ξεπέρασμα των εμποδίων που δυσχεραίνουν την ελεύθερη κίνηση των φοιτητών, των διδασκόντων, ερευνητών και διοικητικού προσωπικού».

5. «Προώθηση της ευρωπαϊκής συνεργασίας στη διασφάλιση της ποιότητας (εννοείται ένα γενικευμένο σύστημα αξιολόγησης, όπως θα αποδειχθεί στη συνέχεια), με στόχο την ανάπτυξη συγκρίσιμων κριτηρίων και μεθοδολογιών».

6. «Προώθηση των απαραίτητων ευρωπαϊκών διαστάσεων στην Ανώτατη Εκπαίδευση, κατά κύριο λόγο σε σχέση με τα προγράμματα σπουδών, τη συνεργασία μεταξύ ιδρυμάτων, τα σχήματα κινητικότητας και τα ολοκληρωμένα προγράμματα σπουδών και άσκησης, κατάρτισης – επιμόρφωσης και έρευνας», που δε σημαίνει τη δημιουργία ενιαίων προγραμμάτων σπουδών, αλλά το σχεδιασμό τους στη βάση της συμπληρωματικότητας και του καταμερισμού που θα επιβάλλει το συμφέρον του μεγάλου κεφαλαίου στα διάφορα πανεπιστημιακά ιδρύματα και τμήματα.

Στο επόμενο ραντεβού των υπουργών Παιδείας, που είναι τον προσεχή Μάη στην Πράγα, θα ελεγχθεί ο βαθμός προώθησης των παραπάνω μέτρων από τις εθνικές κυβερνήσεις και θα συμφωνηθούν τα επόμενα βήματα. Η προπαρασκευαστική Σύνοδος των Πρυτάνεων, που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στη Σαλαμάγκα, είχε στόχο να δώσει ακαδημαϊκό έρεισμα στη Σύνοδο της Πράγας.


B. Για το χαρακτήρα της αναδιάρθρωσης της Ανώτατης Εκπαίδευσης

Β1. Δομή και περιεχόμενο σπουδών

– Η δομή των σπουδών

Η Διακήρυξη της Μπολόνια υπακούει στις υποδείξεις της Λευκής Βίβλου για την απασχόληση, σύμφωνα με την οποία – αντίθετα από την ανάγκη της εποχής μας, για ουσιαστικότερη και βαθύτερη μόρφωση – «η εκπαίδευση χρειάζεται να εκλογικευτεί προβλέποντας λιγότερο μακροχρόνιες γενικές καταρτίσεις και ανταποκρινόμενη περισσότερο στις ανάγκες της αγοράς και αυτό προωθώντας την επαγγελματική κατάρτιση ως εναλλακτική της πανεπιστημιακής». Δεν έχει άλλωστε περάσει πολύς καιρός από τη δημοσίευση της Λευκής Βίβλου για την εκπαίδευση, στην οποία εξακοντίζονταν μύδροι κατά της «ελιτίστικης» και «προβληματικής» ως προς τη χρηματοδότηση Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, καθώς και των άκαμπτων διαδικασιών της ως προς την αναγνώριση δεξιοτήτων και ικανοτήτων που θα μπορούσαν ν’ αποκτηθούν με πιο «ευλύγιστους» τρόπους, έξω από αυτή.

Στα πλαίσια αυτά, η Διακήρυξη της Μπολόνια απαιτεί τη συρρίκνωση της διάρκειας των προπτυχιακών σπουδών στα τρία χρόνια, με τη διάσπασή τους σε δύο κύκλους, από τους οποίους ο ένας θα είναι προπτυχιακός και ο άλλος μεταπτυχιακός. Ετσι, προωθεί μια κοινή δομή της Ανώτατης Εκπαίδευσης, προσαρμοσμένη στο μοντέλο: τρία χρόνια προπτυχιακές σπουδές, δύο χρόνια μεταπτυχιακές σπουδές ειδίκευσης, τρία χρόνια διδακτορική διατριβή (3-2-3).

Οι κυβερνητικοί ισχυρισμοί περί «χαλαρής δεσμευτικότητας» και περιθωρίων διατήρησης των τετραετών σπουδών, είναι παραπλανητικοί. Από τη στιγμή που οι ισχυρές ιμπεριαλιστικές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε καθιέρωση τριετών προπτυχιακών σπουδών τύπου bachelor, είναι βέβαιο ότι στο όνομα της «συμβατότητας και της συγκρισιμότητας», το τρίχρονο μοντέλο θα γενικευτεί και τα Πανεπιστήμιά μας θα αναγκαστούν να ευθυγραμμιστούν. Ακόμη και αν οι προπτυχιακές σπουδές παραμείνουν στη χώρα μας προσωρινά τετραετείς, όπως διατείνεται ο υπουργός Παιδείας, για να περιορίσει τις αντιδράσεις, στην ουσία εξισώνονται (επαγγελματικά με την Οδηγία 89/48 και ακαδημαϊκά με βάση τη διακήρυξη της Μπολόνια) με τις τρίχρονες, τύπου bachelor, σπουδές των ξένων Πανεπιστημίων. Ετσι εύκολα αύριο, με το επιχείρημα ότι ο επιπλέον χρόνος δεν έχει κανένα αντίκρισμα, μπορούν να μετατραπούν σε τριετείς. Οπως άλλωστε τονίστηκε επανειλημμένα από τον κεντρικό εισηγητή του διήμερου συνεδρίου που διοργανώθηκε στη χώρα μας για τη διάδοση των αποφάσεων της Μπολόνια, Guy Haug, γενικό σύμβουλο της Ενωσης Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων (CRE) και συντάκτη του κειμένου εργασίας της Συνόδου της Μπολόνια, η αξία των σπουδών στο νέο μοντέλο δεν υπολογίζεται στη βάση της διάρκειάς τους, αλλά στη βάση των πιστωτικών μονάδων που θα συγκεντρώνονται μέσα από αυτές. Οι τετράχρονες σπουδές, μπορεί δηλαδή να θεωρηθούν ακόμη και χαμηλότερου επιπέδου από τις τρίχρονες.

– Το περιεχόμενο των σπουδών


Σε σχέση με το χαρακτήρα των προπτυχιακών σπουδών, ο ίδιος υπογραμμίζει, ότι απαιτείται «η εισαγωγή νέων προγραμμάτων σπουδών, αντί για την ανακατανομή ή τη διάσπαση των ήδη υπαρχόντων» και ότι «οι προπτυχιακές σπουδές θα πρέπει να είναι συντομότερες, περισσότερο ευέλικτες (ιδιαίτερα μέσα από την υιοθέτηση του συστήματος πιστωτικών μονάδων), περισσότερο συνδεδεμένες με την επαγγελματική ζωή (εννοεί τις τρέχουσες ανάγκες της αγοράς), περισσότερο διατμηματικές, περισσότερο ευρωπαϊκές και διεθνείς».

Γίνεται έτσι φανερό, ότι το κυρίαρχο στοιχείο των μέτρων της Μπολόνια, δεν είναι η παρεμβολή φραγμών στην ολοκλήρωση των πανεπιστημιακών σπουδών μέσα από μια απλή διάσπασή τους σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό κύκλο. Καθοριστικό στοιχείο αποτελεί η αναδιάρθρωση των προγραμμάτων σπουδών, έτσι ώστε μέσα από μία σύντομη, τρίχρονη μόλις «εκπαίδευση», να μεταδίδονται περιορισμένες και αποσπασματικές επαγγελματικές δεξιότητες, για μια μερική και ληξιπρόθεσμη απασχόληση των αποφοίτων της, στα πλαίσια της συχνότερης εναλλαγής επαγγελμάτων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο η Ιατρική εξαιρείται από τις ρυθμίσεις της Μπολόνια, με την προϋπόθεση ότι θα περιοριστεί στα έξι χρόνια, αφού η ελεύθερη, ως σήμερα, πρόσβαση στην ειδικότητα, επιχειρείται να καταργηθεί. Για τις σπουδές των Νομικών, των Μηχανικών και άλλων ειδικοτήτων, η απόκτηση του bachelor θα οδηγεί σε περιορισμένη πρόσβαση σε επαγγελματική δραστηριότητα. Ενας απόφοιτος bachelor Νομικής, π.χ., δε θα μπορεί να δικηγορεί, θα μπορεί όμως να είναι διοικητικός υπάλληλος μιας τράπεζας ή βοηθός σε ένα μεγάλο δικηγορικό γραφείο. Στον απόφοιτο bachelor του Πολυτεχνείου δε θα επιτρέπεται η αυτόνομη άσκηση του επαγγέλματος. Θα μπορεί π.χ. να απασχοληθεί σαν χειριστής λογισμικού, ορισμένων προγραμμάτων, χωρίς να διαθέτει κρίση για επιστημονική αποτίμηση των αποτελεσμάτων.

Είναι φανερό ότι η απόκτηση μέσα στην περιορισμένη διάρκεια των τριών χρόνων μιας κάποιας επαγγελματικής ικανότητας, μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε βάρος του αναγκαίου επιστημονικού υπόβαθρου και ειδίκευσης και την παροχή στη θέση τους, απογυμνωμένων από τη θεωρητική τους θεμελίωση και εμπέδωση, ρηχών, τυποποιημένων, αποσπασματικών γνώσεων και πρακτικών συνταγών. Πρόκειται δηλαδή για ένα σύστημα στο οποίο πρωτεύοντα ρόλο έχει η ανάπτυξη δεξιοτήτων στο χειρισμό εργαλείων και όχι η δημιουργική, επιστημονική σκέψη. Για μια μαζική εκπαίδευση χαμηλής ποιότητας, χωρίς πόρους και υποδομές, αποκομμένη από το οξυγόνο της έρευνας και προσαρμοσμένη στις φθηνότερες μορφές διδασκαλίας.


– Η ένταξη των ΤΕΙ στην Ανώτατη Εκπαίδευση

Στο πλαίσιο της διάσπασης των σπουδών στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και της υποβάθμισης του προπτυχιακού κύκλου, ο τίτλος του πρώτου κύκλου σπουδών γίνεται τυπικά ισότιμος, με το πτυχίο των ΤΕΙ (όλα ισοδυναμούν με bachelor). Ετσι είναι πλέον εφικτή η ένταξη των ΤΕΙ στην Ανώτατη Εκπαίδευση, χωρίς ουσιαστική αναβάθμισή τους και χωρίς καμία αύξηση των δαπανών για την αντιμετώπιση των προβλημάτων τους.

Γενικότερα σημειώνεται ότι η διάκριση των σπουδών στα ΑΕΙ από τις σπουδές στα ΤΕΙ, συνίσταται στο ότι οι πρώτες είναι συγκροτημένες, κατά κανόνα (γιατί υπάρχει ανομοιογένεια, πολυμορφία και φωτεινές εξαιρέσεις), στη βάση ενός γενικού θεωρητικού περιεχόμενου, το οποίο δεν οδηγεί σε συγκεκριμένη επιστημονική ειδίκευση, ενώ τα δεύτερα στη βάση μιας επαγγελματικής ειδίκευσης, η οποία στερείται το απαιτούμενο θεωρητικό υπόβαθρο. Και οι δύο τύποι σπουδών, δεν καλύπτουν τις προϋποθέσεις μιας υψηλού επιπέδου επιστημονικής ειδίκευσης, που είναι ο στόχος της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια, με τη δημιουργία νέων τμημάτων στα ΑΕΙ αντίστοιχων αντικειμένων με εκείνα των ΤΕΙ, η διάκριση αυτή αρχίζει να θολώνει. Με την εφαρμογή των αποφάσεων της Μπολόνια οι διαφορές των σπουδών σε ΑΕΙ και ΤΕΙ θα γίνουν ακόμη περισσότερο δυσδιάκριτες, στα πλαίσια μιας προς τα κάτω εξίσωσης των σπουδών σε ΑΕΙ και ΤΕΙ.


– Η σημερινή εικόνα των σπουδών


Πράγματι, η γενική κατεύθυνση της τυποποίησης και αποστέωσης των προπτυχιακών σπουδών από τη θεωρητική τους τεκμηρίωση, με τη μετακύληση μαθημάτων στο μεταπτυχιακό επίπεδο, επιβεβαιώνεται σαν τάση στα αναθεωρημένα (με μοχλό την κοινοτική χρηματοδότηση) προγράμματα σπουδών των Πανεπιστημίων μας. Ωστόσο, αρκετά τμήματα όχι μόνο διατηρούν το γενικόλογο, θεωρητικό και αφηρημένο ως ένα βαθμό χαρακτήρα των προγραμμάτων τους, ιδίως τμήματα των κοινωνικών επιστημών, αλλά μετακυλίουν σε μεταπτυχιακό επίπεδο όποια ψήγματα εφαρμογής της επιστήμης υπήρχαν σ’ αυτά (π.χ. πιστοποιητικό παιδαγωγικής και διδακτικής επάρκειας). Πρόκειται, όπως ήδη εξηγήθηκε, για την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Της υποβάθμισης των προπτυχιακών σπουδών μέσα από την απόσπαση της θεωρίας από την πράξη και της μετατόπισης της ουσιαστικής επιστημονικής ειδίκευσης στο μεταπτυχιακό επίπεδο. Οπως π.χ. ο απόφοιτος bachelor των πολυτεχνικών σχολών δεν μπορεί να είναι μηχανικός, έτσι και ο απόφοιτος του Ιστορικού – Αρχαιολογικού τμήματος δεν είναι ούτε ιστορικός, ούτε αρχαιολόγος, ούτε εκπαιδευτικός.

Ταυτόχρονα βεβαίως, στις σπουδές των κοινωνικών επιστημών εκδηλώνεται η εχθρική στάση του καπιταλισμού απέναντι σε ορισμένες μορφές πνευματικής δραστηριότητας, που υπογράμμιζε ο Μαρξ. Εχθρική στάση που εκφράζεται:

α) Με την παραχάραξη του περιεχομένου τους και τη στρέβλωση της αποστολής τους, που πηγάζει από την ανάγκη του κεφαλαίου να τις εκμεταλλεύεται για την αναπαραγωγή της ιδεολογίας του, αλλά και το φόβο μήπως χρησιμοποιηθούν για να αναλύσουν και να αλλοιώσουν τις οικονομικές και πολιτικές βάσεις του καπιταλισμού (είναι χαρακτηριστική η απεμπόληση από τα προγράμματα σπουδών, ακόμη και των οικονομικών σχολών, της πολιτικής οικονομίας).

β) Με τη γενικότερη υποτίμησή τους (π.χ. η μετατροπή των τμημάτων Κοινωνιολογίας σε τμήματα παραγωγής ανέργων, η περιορισμένη χρηματοδότηση μέσω ερευνητικών προγραμμάτων), αφού η ανάπτυξή τους, έμμεσα μόνο μπορεί να συνεισφέρει στην αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Στη θέση τους προκρίνονται σπουδές με άμεσο αντίκρισμα στην καπιταλιστική παραγωγή και ρόλο στην ιδεολογική προπαγάνδα του συστήματος, όπως Μάρκετινγκ, Μάνατζμεντ, Ψυχολογίας της Διοίκησης, Μ.Μ.Ε. κλπ.


Β2. Οι μεταπτυχιακές σπουδές

– Η επίδραση των κατευθύνσεων της Μπολόνια στο γενικό επίπεδο της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης

Η υποβάθμιση των τριών πρώτων χρόνων της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στο επίπεδο της απόκτησης περιορισμένων γνώσεων και πρακτικών δεξιοτήτων, δηλαδή της κατάρτισης, είναι φανερό ότι οδηγεί σε συνολική υποβάθμιση της Ανώτατης Εκπαίδευσης, σε υποβάθμιση δηλαδή και των μεταπτυχιακών σπουδών. Σε καμία περίπτωση μια τέτοιας μορφής εκπαίδευση δεν μπορεί να εξασφαλίσει υψηλού επιπέδου επιστημονική ειδίκευση, η οποία προϋποθέτει την ενιαία διάρθρωση του προγράμματος σπουδών στη βάση της αρμονικής σύνδεσης της θεωρητικής γνώσης με την εφαρμογή της, της σύνδεσης θεωρίας και πράξης σε όλη τη διάρκεια των σπουδών.

Γι’ αυτό άλλωστε το λόγο, το «τριτοκοσμικό» μοντέλο της υποτιθέμενης πανεπιστημιακής εκπαίδευσης δεν αφορά όλα τα Ανώτατα Ιδρύματα. Τα κορυφαία Πανεπιστήμια των ισχυρών ιμπεριαλιστικών χωρών, όπως οι Μεγάλες Σχολές της Γαλλίας, το Ιμπίριαλ, το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, το Πολυτεχνείο του Μιλάνο κλπ., εφαρμόζουν μόνο τυπικά τη δομή των δύο κύκλων σπουδών, διατηρώντας ενιαία και αλώβητη τη διάρθρωση του προγράμματος των σπουδών τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Γαλλία έχει και νομοθετικά κατοχυρώσει την απονομή του βαθμού και των δικαιωμάτων του master στους απόφοιτους του ενιαίου κύκλου σπουδών των Μεγάλων Σχολών των μηχανικών. Και αποτελεί τρανταχτή απόδειξη της υποτέλειας των κυβερνήσεων της χώρας μας, το γεγονός ότι ποτέ δεν αντιτάχθηκαν στην, εκτός της χώρας μας, αντιμετώπιση ακόμη και των πεντάχρονων σπουδών των Πανεπιστημίων μας σαν bachelor, ισοτιμούμενων με τις πολύ κατώτερες τρίχρονες σπουδές ξένων Πανεπιστημίων. Την ίδια στιγμή μάλιστα που είναι ευρύτατα αποδεκτό από τους γνώστες των πανεπιστημιακών πραγμάτων, ότι τα πτυχία αρκετών τμημάτων των Ελληνικών Πανεπιστημίων είναι ανώτερου επιπέδου από πτυχία τύπου master αρκετών Πανεπιστημίων της Αγγλίας, των ΗΠΑ και άλλων χωρών.


– Τα κριτήρια συγκρότησης των μεταπτυχιακών σπουδών

Η συγκρότηση των μεταπτυχιακών ειδίκευσης, η οποία προωθείται κυρίως στη βάση γνώσεων που αποσπούνται από τον προπτυχιακό κύκλο, κάνει φανερό ότι οι απόφοιτοι των μεταπτυχιακών ειδίκευσης, στις περισσότερες ειδικότητες θα αντιστοιχηθούν με τους σημερινούς απόφοιτους των προπτυχιακών σπουδών. Ετσι, αν και ο αριθμός των μεταπτυχιακών φοιτητών θα είναι πολύ μικρότερος των προπτυχιακών, (30% ο μ.ο. στις χώρες της ΕΕ, 15% προβλέπεται στη χώρα μας, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση των συντακτών του νομοσχεδίου για τα μεταπτυχιακά), ακόμη και αυτοί, στην πλειοψηφία τους, δε θα διαθέτουν υψηλά επιστημονικά προσόντα. Πολύ περισσότερο που η γενική κατεύθυνση συγκρότησης των περισσότερων μεταπτυχιακών τύπου master, είναι να έχουν τη μορφή πιστοποιητικών σπουδών, ενταγμένων στη λογική της «διά βίου κατάρτισης». Ο Guy Haug αναφέρει χαρακτηριστικά ότι: «θα πρέπει να είναι σύντομα (κατά προτίμηση ετήσια και σε καμία περίπτωση μεγαλύτερα από διετή), και ανοιχτά κυρίως σε φοιτητές που θα έχουν ολοκληρώσει τις προπτυχιακές τους σπουδές σε διαφορετικά ιδρύματα, σε διαφορετικές χώρες της Ευρώπης ή οπουδήποτε αλλού». Ενώ σε άλλο σημείο υπογραμμίζει ότι η είσοδος στα μεταπτυχιακά είναι καλύτερα να πραγματοποιείται μετά από μια περίοδο ένταξης στην παραγωγή και όχι αμέσως μετά την ολοκλήρωση του προπτυχιακού κύκλου.

Διαπιστώνουμε, δηλαδή, ότι τα μεταπτυχιακά, κατά κύριο λόγο και για την πλειοψηφία των φοιτητών, δε θα έχουν το χαρακτήρα της επιστημονικής εμβάθυνσης σε έναν ορισμένο επιστημονικό τομέα, αλλά περισσότερο μιας επαγγελματικής κατάρτισης που μπορεί να αποκτηθεί στη διάρκεια της επαγγελματικής ζωής και θα καθορίζεται από τις επιχειρήσεις.

Γίνεται έτσι φανερό ότι θα υπάρχει μια μεγάλη ποικιλομορφία μεταπτυχιακών σπουδών «πολλών ταχυτήτων» και ότι η αναπαραγωγή της κοινωνικής ελίτ θα γίνεται μέσα από ορισμένα μεταπτυχιακά τμήματα, από τον κύκλο του διδακτορικού και κυρίως μέσα από εκείνα τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα που εξαιρούνται από τα μέτρα, διατηρώντας στην ουσία τον ενιαίο χαρακτήρα των σπουδών τους.

Β3. Το σύστημα των πιστωτικών μονάδων και η εκπαιδευτική κινητικότητα

Ο σκοπός της ευέλικτης προσαρμογής στις ανάγκες της «αγοράς», ενισχύεται μέσα από την προβλεπόμενη νομοθετική ρύθμιση για τη γενικευμένη εφαρμογή του συστήματος των πιστωτικών μονάδων. Με το σύστημα αυτό, δίνεται η δυνατότητα να αξιολογούνται και να κατηγοριοποιούνται τα μαθήματα, με το πρόσχημα της μέτρησης και της μεταφοράς της αξίας των ωρών διδασκαλίας που παρακολούθησε κάποιος με επιτυχία, ακόμη και σε διαφορετικά τμήματα, ιδρύματα και σχολές, εντός ή εκτός του τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος και σε οποιαδήποτε χώρα της ΕΕ.

Η εισαγωγή του συστήματος των πιστωτικών μονάδων έρχεται να εξυπηρετήσει την προώθηση εξατομικευμένων, αρθρωτών, προγραμμάτων σπουδών (τα αποκαλούμενα «διατμηματικά»), που μπορούν να πραγματοποιούνται διάσπαρτα και να συγκροτούνται μέσα από τη συγκόλληση μαθημάτων διαφορετικών τμημάτων και αντικειμένων, χωρίς επιστημονική συνάφεια και με αποκλειστικό σκοπό την ικανοποίηση της αγοράς. Στα πλαίσια της γενικευμένης εφαρμογής του συστήματος των πιστωτικών μονάδων ανοίγει ο δρόμος για τη διασύνδεση ακόμη και των εντελώς υποβαθμισμένων ΙΕΚ με την «Ανώτατη» Εκπαίδευση. Σ’ αυτό στηρίζεται και η αυξημένη κινητικότητα των ιδιοκτητών τους για διαμόρφωση κατάλληλου θεσμικού πλαισίου. Το «Συμπλήρωμα Διπλώματος», γίνεται αναγκαίο εργαλείο αποκωδικοποίησης των περίπλοκων ειδικοτήτων και των δυσερμήνευτων τίτλων που θα προκύψουν.

Εκτός από την επιστημονική υποβάθμιση, το σύστημα αυτό, έχει και ιδεολογικό στόχο, την καλλιέργεια ενός κοινωνικού κομφορμισμού, μιας συναινετικής αντίληψης στη φοιτητική νεολαία. Της αντίληψης δηλαδή ότι η δυνατότητα του καθενός να εργαστεί («απασχολησιμότητα»), είναι συνάρτηση της ικανότητάς του να εκτιμά σωστά τις απαιτήσεις των εργοδοτών και να περισυλλέγει κατάλληλες καταρτίσεις, η δε ανεργία είναι αποτέλεσμα δικής του έλλειψης προσαρμοστικότητας.

Μια ακόμη σημαντική επιδίωξη των μέτρων αύξησης της κινητικότητας (φοιτητών, διδασκόντων, ερευνητών) και της γενίκευσης του συστήματος των πιστωτικών μονάδων, είναι η δυνατότητα «ευέλικτης» και άμεσης μετακίνησης ταλαντούχων επιστημόνων και ειδικών, στα ισχυρά Πανεπιστήμια των χωρών του «διευθυντηρίου» της ΕΕ, όπου διεξάγονται κρίσιμης σημασίας για το κεφάλαιο, ερευνητικές δραστηριότητες.

Γενικότερα σημειώνουμε ότι το βάρος που δίνεται σε αυτού του είδους εκπαιδευτική κινητικότητα, αποσκοπεί σε μια παράλληλη εξοικείωση με την εργασιακή κινητικότητα (η οποία, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, είναι σε πολύ χαμηλό επίπεδο στις χώρες της ΕΕ), που θα επιτρέψει στο κεφάλαιο να εξασφαλίζει σε επάρκεια το φτηνότερο επιστημονικό εργατικό δυναμικό, εκεί που το χρειάζεται, όταν το χρειάζεται και όπως το χρειάζεται.

Β4. Η επιτάχυνση της ιδιωτικοποίησης

Με συστηματικό τρόπο, τα τελευταία χρόνια, προωθείται η διαδικασία υπαγωγής όλης της λειτουργίας των Δημόσιων Πανεπιστημίων στις ανάγκες της καπιταλιστικής αγοράς, που μπορεί να συνοψιστεί στα ακόλουθα:

– Η λειτουργία των Πανεπιστημίων με επιχειρηματικά κριτήρια

Η κρατική συμμετοχή στην οικονομική και γενικότερη στήριξη της εκπαιδευτικής διαδικασίας μειώνεται διαρκώς. Η επιβίωση των Πανεπιστημίων και ο βαθμός κρατικής επιχορήγησής τους, συνδέεται σταδιακά με την ικανότητά τους να προσελκύουν πελάτες – φοιτητές (υποσχόμενα καλή επαγγελματική σταδιοδρομία), καθώς και κάθε λογής χρηματοδότες (κρατικά προγράμματα, ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς – ΝΑΤΟ – ΕΕ, πολυεθνικές επιχειρήσεις). Ετσι στη θέση του ως σήμερα, κατ’ όνομα βεβαίως «κοινωνικού» τους ρόλου, μπαίνει η πλήρης υποταγή στις απαιτήσεις και τα συμφέροντα των χρηματοδοτών τους.

Με λίγα λόγια, τα Πανεπιστήμια εξωθούνται να συμπεριφερθούν όλο και περισσότερο, σαν κεφαλαιοκρατικές επιχειρήσεις, που, με θεμιτά και αθέμιτα μέσα, σε βάρος των λαϊκών αναγκών, της επιστήμης και του επίπεδου των σπουδών, εντοπίζουν όλο το ενδιαφέρον τους στο πώς θα εξασφαλίσουν μεγαλύτερα έσοδα. Για το σκοπό αυτό μάλιστα έχουν ιδρυθεί εταιρίες διαχείρισης της περιουσίας τους και διασύνδεσης των ΑΕΙ με τις επιχειρήσεις, που στην ουσία προωθούν την υποταγή της πανεπιστημιακής δραστηριότητας στις απαιτήσεις της «αγοράς». Στα πλαίσια αυτά ο έλεγχος των εκλεγμένων συλλογικών πανεπιστημιακών οργάνων στην όλη δραστηριότητα των Πανεπιστημίων συρρικνώνεται και το κέντρο λήψης των αποφάσεων μετατοπίζεται ουσιαστικά σε στεγανές δομές, άμεσα συνδεδεμένες με τα κέντρα εξουσίας (κυβέρνηση, ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί, μονοπωλιακές επιχειρήσεις). Σε μια πορεία μάλιστα προβλέπεται η συμμετοχή στη διοίκηση των Πανεπιστημίων, εκπροσώπων των επιχειρήσεων και η μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων ελέγχου και διοίκησής των σε ολιγομελή, ακόμη και μονοπρόσωπα όργανα, όπως τεχνοκράτες διαχειριστές (managers).

Η επίδραση αυτής της πολιτικής στους προσανατολισμούς της επιστήμης και στην ποιότητα των Πανεπιστημίων είναι καταλυτική.

Καλύτερος πανεπιστημιακός δε θεωρείται πλέον εκείνος με το σημαντικότερο επιστημονικό και διδακτικό έργο, αλλά ο αποδοτικότερος οικονομικά. Στον πρόσφατο μάλιστα νόμο που τροποποιεί το καθεστώς των Ερευνητικών Κέντρων που υπάγονται στη Γενική Γραμματεία Ερευνας και Τεχνολογίας, προβλέπεται η σύνδεση της ιεραρχικής εξέλιξης των ερευνητών με τον αριθμό των προγραμμάτων που προσελκύουν στο Κέντρο. Ρύθμιση που, όλα δείχνουν, πως δε θα αργήσει να επεκταθεί και στα Πανεπιστήμια.

Οι επιχειρήσεις θα μπορούν να καθορίζουν και τυπικά τη διάρθρωση και το περιεχόμενο των σπουδών στη βάση των στενών συμφερόντων τους (το νομοθετικό πλαίσιο των ΤΕΙ προβλέπει ήδη συμμετοχή των φορέων των επιχειρήσεων). Στην κατεύθυνση αυτή σημαντική επίδραση άσκησαν και ασκούν τα κοινοτικά προγράμματα, όπως το Commet, για τη σύμπραξη Πανεπιστημίων και εταιριών, το Esprit, αλλά και τα σύγχρονα προγράμματα Σωκράτης και Leonardo.

Ταυτόχρονα το ενδιαφέρον των πανεπιστημιακών δασκάλων για το εκπαιδευτικό έργο μειώνεται -για πολλούς η διδασκαλία θεωρείται πάρεργο- και στρέφεται στο κυνήγι χρηματοδοτών και σε επιφανειακές, μη ουσιαστικές εργασίες που αποφέρουν σύντομα κέρδη, όπως έρευνες μελετητικού περιεχομένου.

Οι εξελίξεις αυτές συνοδεύονται με την επέκταση των «ελαστικών» εργασιακών σχέσεων του ερευνητικού και διδακτικού προσωπικού (καθώς και του διοικητικού, εργαστηριακού), με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, με συμβάσεις έργου, προσλήψεις εποχιακού ή ωρομίσθιου προσωπικού. Στα περισσότερα μάλιστα νέα τμήματα που ιδρύθηκαν με τη χρηματοδότηση του ΕΠΕΑΕΚ, η πλειοψηφία των διδασκόντων είναι συμβασιούχοι του ΠΔ 407/80. Γενικότερα μέσα από την κοινοτική χρηματοδότηση ένα νέο επιστημονικό, διοικητικό και τεχνικό δυναμικό διαμορφώνεται στα ΑΕΙ, που εργάζεται σε συνθήκες μαύρης εργασίας και χρησιμοποιείται για να συμπιέζει τα εργασιακά δικαιώματα του μόνιμου προσωπικού. Η νέα αυτή πραγματικότητα που διαρκώς επεκτείνεται, επιδρά αρνητικά στο επίπεδο των σπουδών και προπαντός έρχεται σε πλήρη αντίθεση με κάθε έννοια ακαδημαϊκής ελευθερίας, δημιουργώντας μια πολυάριθμη κατηγορία εργαζομένων, άμεσα εξαρτημένων, με την απειλή της απόλυσης, από τις κυρίαρχες επιδιώξεις.

– Η ενίσχυση των ταξικών φραγμών στην Πανεπιστημιακή Εκπαίδευση


Το κοινωνικό δικαίωμα της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης καταργείται και μαζί της καταργείται, μερικά ή ολικά (στο μεταπτυχιακό επίπεδο), η δωρεάν φοίτηση. Οι φοιτητές οφείλουν να χρηματοδοτούν οι ίδιοι τις σπουδές τους, είτε από οικογενειακούς πόρους, είτε δανειζόμενοι τα αναγκαία ποσά από τραπεζικά και άλλα οικονομικά συγκροτήματα, τα οποία επενδύουν επιλεκτικά στα διαφαινόμενα προσόντα τους. Το σύστημα αυτό που εφαρμόζεται αρκετά χρόνια στις ΗΠΑ, έχει οδηγήσει σε υποδιπλασιασμό των κατόχων διδακτορικών διπλωμάτων την τελευταία εικοσαετία1.


– Η νομιμοποίηση των ιδιωτικών «πανεπιστημίων»

Στα πλαίσια της πολιτικής της σταδιακής «εξάλειψης των διαφορών δημόσιου και ιδιωτικού τομέα της εκπαίδευσης», τα χαμηλότατης στάθμης παραρτήματα ξένων Πανεπιστημίων, που λειτουργούν στη χώρα μας, σε συνεργασία με αετονύχηδες επιχειρηματίες, προβάλλονται σαν πρότυπο προς μίμηση για τα δημόσια Πανεπιστήμια. Η πρόβλεψη της Διακήρυξης για αναγνώριση τμηματικών σπουδών, ακόμη και αν αυτές έχουν πραγματοποιηθεί εκτός του τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος, οδηγεί στην ντε φάκτο νομιμοποίησή τους, δεδομένου ότι τα μητρικά Πανεπιστήμια υποδοχής των ξένων χωρών, αφειδώς αποδίδουν τίτλους στους αποφοίτους των προσοδοφόρων παραρτημάτων τους.

Η αναθεώρηση μάλιστα του άρθρου 28 του συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο το κοινοτικό δίκαιο θα υπερισχύει του εθνικού, θα εξαλείψει οποιοδήποτε συνταγματικό εμπόδιο.

Με την αναγνώρισή τους, τα λογής κολέγια, που ήδη διατίθενται σε αριθμό πολλαπλάσιο των δημόσιων ΑΕΙ και ΤΕΙ, θα γιγαντωθούν, λειτουργώντας σαν πολιορκητικός κριός για την προσαρμογή και των κρατικών ιδρυμάτων στα πρότυπα μιας αχαλίνωτης «επιχειρηματικότητας». Η επίσημη μάλιστα κοινοτική προτροπή προς τα Δημόσια Πανεπιστήμια είναι – προκειμένου να εξυπηρετηθεί η οικονομική διείσδυση του κεφαλαίου μέσα από την πολιτιστική διείσδυση – να ιδρύσουν κατώτατης ποιότητας παραρτήματα, σε χώρες με χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης ή στις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού. Να μετατραπούν γενικότερα, μέσα από συμπράξεις και συνεργασίες, σε ένα είδος πολυεθνικών της εκπαίδευσης.

Στα πλαίσια αυτά ανοίγει βεβαίως μια νέα κερδοφόρα διέξοδος για τον καθεαυτό ιδιωτικό τομέα. Ηδη, με τις ευλογίες κυβερνητικών στελεχών, ιδρύθηκε στην Κέρκυρα το πρώτο αμιγώς ιδιωτικό «Πανεπιστήμιο», το οποίο μάλιστα προπαγανδίζει ότι η θεωρητική γνώση δεν έχει νόημα σε μια κοινωνία διαρκούς ανανέωσής της! Ταυτόχρονα η κυβέρνηση ανοίγει δρόμο στη δημιουργία ιδιωτικών «Πανεπιστημίων» με τη μορφή ΝΠΔΔ από διάφορους φορείς, όπως η Τοπική Αυτοδιοίκηση, η Εκκλησία κλπ. Οι Δήμοι μάλιστα (όπως πρόσφατα ο Δήμος Αμαρουσίου), στα πλαίσια του «υγιούς ανταγωνισμού», διαφημίζουν ότι τα δημοτικά Πανεπιστήμια θα είναι φθηνότερα από του οποιουδήποτε ιδιώτη.


Β5. Η πιστοποίηση – αξιολόγηση

Το βασικό εργαλείο για την επιβολή αυτής της πολιτικής, είναι η αξιολόγηση και η σύνδεσή της με τη χρηματοδότηση. Κριτήριο της ποιότητας των Πανεπιστημίων και των Πανεπιστημιακών σπουδών παύει να αποτελεί το περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών, η υποδομή και η όλη επιστημονική δραστηριότητά τους και γίνεται η ανταπόκρισή τους στις ανάγκες της «αγοράς», στη βάση των υποδείξεων των εργοδοτών. Ανταπόκριση που επιχειρείται να ταυτιστεί μάλιστα με τις ανάγκες των φοιτητών – πελατών, με το απατηλό επιχείρημα ότι θα τους εξασφαλίσει άμεσα δουλιά.

Αποκαλυπτικός ως προς αυτό είναι ο Guy Haug, ο οποίος σε συνέντευξή του δηλώνει ότι: «η ποιότητα σχετίζεται με την ανταπόκριση που έχουν οι σπουδές στον πραγματικό κόσμο και το ποσοστό των φοιτητών που καταφέρνουν να μορφωθούν, έτσι ώστε να υπάρχει ανταπόκριση στην αγορά εργασίας. Τελικά, η ποιότητα πρέπει να αποτιμάται με αυτό που οι φοιτητές χρειάζονται και επιθυμούν, και όχι με γνώμονα κάποια αφηρημένη έννοια ακαδημαϊκής γνώσης». Ο Γερμανός Klaus Landfried, βασικός ομιλητής του συνεδρίου, σε αντίστοιχη συνέντευξή του, προσθέτει ότι «τα κριτήρια σε ό,τι αφορά το επίπεδο των σπουδών θα καθοριστούν από επιστήμονες και εργοδότες σε συνεχή διάλογο προκειμένου να προσαρμοστούν τα προγράμματα2».

Συμπερασματικά προκύπτει ότι κριτήριο αξιολόγησης και χρηματοδότησης είναι ο βαθμός συμμόρφωσης στις μονοπωλιακές επιδιώξεις και ιδιαίτερα:

α) ο αριθμός των φοιτητών που προσελκύονται, γεγονός που κατά κανόνα οδηγεί σε δραματική υποβάθμιση των σπουδών για εύκολα και φτηνά πτυχία προσανατολισμένα στις άμεσες ανάγκες της αγοράς, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την υποβάθμιση της πλειοψηφίας των βρετανικών Πανεπιστημίων.

β) ο αριθμός των προγραμμάτων που συρρέουν σε κάθε Πανεπιστήμιο, που όσο μικρότερες αντιστάσεις και δημοκρατικές ευαισθησίες θα προβάλλει, τόσο πιο έμπιστο θα κρίνεται από τους χρηματοδότες του.

Στη βάση των πορισμάτων μιας «ανεξάρτητης, από τις εθνικές κυβερνήσεις, αρχής» που θα αποτελείται από ελεγχόμενους επιστήμονες και εργοδότες και θα αναλάβει το έργο της αξιολόγησης των ιδρυμάτων της ΕΕ, αντί να εξασφαλίζονται οι όροι για ισότιμη ανάπτυξη των Πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, θα προωθείται η κατηγοριοποίησή τους, με διαρκώς αυξανόμενη τη μεταξύ τους ποιοτική απόσταση. Στην πρώτη κατηγορία, θα ανήκουν αυτά που θα συγκεντρώνουν τη μεγαλύτερη βαθμολογία, τα επονομαζόμενα «κέντρα αριστείας», με αυστηρή επιλογή φοιτητών, γόνων της άρχουσας τάξης, στα οποία θα «ξαφρίζονται» βεβαίως και τα καλύτερα μυαλά της εργατικής τάξης. Τμήματα και σχολές που δε συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον της «αγοράς», θα οδηγούνται σε μαρασμό και κλείσιμο, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους αναγκαιότητα.

Ηδη στα κοινοτικά προγράμματα Σωκράτης και Leonardo, προβλέπονται μηχανισμοί αξιολόγησης των αποτελεσμάτων της πανεπιστημιακής δραστηριότητας με ανάλογη κατανομή της κοινοτικής χρηματοδότησης. Ταυτόχρονα, τα κράτη – μέλη προχωρούν στη συγκρότηση Εθνικών Συστημάτων Αξιολόγησης, με ολοένα και αυξανόμενη τη συμμετοχή των εργοδοτικών φορέων, και στα οποία τίθενται συγκεκριμένοι όροι, που από την εκπλήρωσή τους εξαρτάται η χρηματοδότηση, ή δανειοδότηση των ιδρυμάτων. Στη χώρα μας, οι αρμοδιότητες αξιολόγησης των Πανεπιστημίων ανατίθενται στο ΕΣΥΠ (ν.2327/95), το οποίο εσπευσμένα η κυβέρνηση έρχεται (μέσα από επιμέρους τροποποιήσεις που το καθιστούν πιο αποτελεσματικό) να ενεργοποιήσει, για λόγους ευθυγράμμισης στις υποχρεώσεις της που έχει αναλάβει, ενόψει της Συνόδου της Πράγας. Στα πλαίσια μάλιστα της συγκεκριμενοποίησης των δομών και οργάνων που θα αναλάβουν την αξιολόγηση των ΑΕΙ-ΤΕΙ, η κυβέρνηση έχει ήδη καλέσει σε προσχηματικό διάλογο για τη «θεσμοθέτηση εθνικού συστήματος αξιολόγησης της ποιότητας της Ανώτατης Εκπαίδευσης». Το νομοσχέδιο δεν υπεισέρχεται καθόλου στο επίμαχο ζήτημα των κριτηρίων για την αξιολόγηση, σε μια τακτική δημιουργίας τετελεσμένων, πριν αποκαλυφθούν στο σύνολό τους οι αντιδραστικοί στόχοι της. Ωστόσο και μέσα απ’ αυτό μπορεί κανείς να διαπιστώσει την κατεύθυνση, αφού το όργανο που θα αναλάβει την προώθηση των διαδικασιών, το Εθνικό Συμβούλιο Αξιολόγησης Ποιότητας (ΕΣΑΠ), είναι πλήρως ελεγχόμενο από την κυβέρνηση και με ενισχυμένη την παρουσία εκπροσώπων των εργοδοτικών φορέων.

Γενικότερα θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι η πολιτική της ιδιωτικοποίησης των δημόσιων ΑΕΙ, σε συνδυασμό με τις προωθούμενες διαδικασίες αξιολόγησης, κάθε άλλο παρά συνιστούν ενίσχυση της δημοκρατικής αυτοδιοίκησης των Πανεπιστημίων, όπως επιχειρείται να εμφανιστεί, κάτω από τον τίτλο της «διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας των ιδρυμάτων». Αντίθετα, οδηγούν σε ενίσχυση του συγκεντρωτισμού και του ελέγχου των Πανεπιστημίων από το κράτος και τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, ουσιαστικά από το μεγάλο κεφάλαιο. Ταυτόχρονα η ευθύνη για τη χρηματοδότηση και τη γενικότερη εξασφάλιση των προϋποθέσεων λειτουργίας τους μεταφέρεται στα ίδια τα ιδρύματα και τους φοιτητές.

2 Ενδεικτικά για τις προθέσεις βίαιης και αναγκαστικής επιβολής των μέτρων, είναι τα όσα εκστομίζονται απειλητικά στην ομιλία του Guy Haug στο συνέδριο:

* Η κοινωνία δεν είναι πρόθυμη να αποδεχτεί τη συνέχιση της αναντιστοιχίας ανάμεσα στα υψηλά ποσοστά ανεργίας των πτυχιούχων και την έλλειψη προσόντων σε τομείς που ενδιαφέρουν την αγορά

* Η ισχυρή αριθμητική εξάπλωση των Πανεπιστημίων των τελευταίων δεκαετιών έφτασε στο τέλος της. Τα Πανεπιστήμια θα χρειαστεί να ανταγωνιστούν για φοιτητές, δεδομένου μάλιστα ότι σε πολλές χώρες η κρατική χρηματοδότηση είναι ανάλογη με τον αριθμό των εγγραφών.

* Υπάρχει μια σημαντική ανάπτυξη νέων προμηθευτών εκπαίδευσης (βλ. παραρτήματα αμερικανικών Πανεπιστημίων), πολλοί από τους οποίους προέρχονται από το εξωτερικό. Αυτό το γεγονός αυξάνει τις διαθέσιμες επιλογές των φοιτητών. Προβληματιζόμαστε τι είναι αυτό που κάνει έναν φοιτητή να επιλέγει έναν ξένο προμηθευτή που μπορεί να είναι και ακριβότερος, αντί για το εθνικό, παραδοσιακό εκπαιδευτικό σύστημα σπουδών που είναι μάλιστα και δωρεάν;

* Η ευθύνη των Πανεπιστημίων για τη χρήση των κρατικών κονδυλίων θα αυξηθεί σημαντικά στο μέλλον. Φαίνεται απίθανο να συνεχίσουν να διατίθενται κρατικοί πόροι σε ιδρύματα και φοιτητές που παρατείνουν τη διάρκεια των σπουδών πέραν της φυσιολογικής!


Β6. Η σχέση των πτυχίων με το επάγγελμα και η προοπτική των αποφοίτων

– Φταίει η εκπαίδευση για την ανεργία;

Το επιχείρημα ότι η προσαρμογή των σπουδών στις ανάγκες της «αγοράς», θα εξασφαλίσει άμεσα μια επικερδή εργασία στους αποφοίτους, είναι εντελώς αβάσιμο και παραπλανητικό. Η ανεργία των πτυχιούχων δεν οφείλεται στην έλλειψη των κατάλληλων ειδικοτήτων και δεξιοτήτων τους, όπως ισχυρίζεται ο Σύνδεσμος Ελλήνων Βιομηχάνων και προβάλλει η κυβέρνηση και ο αστικός Τύπος. Αν το πρόβλημα ήταν τόσο απλό, τότε μέσα από μέτρα αναδιανομής του αριθμού των εισακτέων στις διάφορες ειδικότητες – που σε ένα βαθμό μπορεί να γίνει και στα καπιταλιστικά πλαίσια – θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί. Η ανεργία είναι σύμφυτη με τη συγκεκριμένη μορφή της κοινωνίας, όπου ο εφεδρικός στρατός των ανέργων χρησιμοποιείται από το κεφάλαιο, για να συμπιέσει στο κατώτατο δυνατό όριο τις απαιτήσεις των εργαζομένων και να εντείνει την εκμετάλλευσή τους.

Η υποβάθμιση, αντίθετα, του προπτυχιακού κύκλου των σπουδών, οδηγεί σε απαξίωση την εργατική δύναμη των αποφοίτων του, σε χειροτέρευση των όρων και της δυνατότητας απασχόλησής τους, που αποτελεί και τη βασική αξίωση των εργοδοτών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η ανεργία των αποφοίτων των ΤΕΙ -Ιδρυμάτων ήδη προσανατολισμένων στην εφαρμογή και την ικανοποίηση των συγκεκριμένων απαιτήσεων της «αγοράς» – είναι, κατά μέσο όρο, μεγαλύτερη από αυτή των αποφοίτων των ΑΕΙ. Ενα πολύ μεγαλύτερο μάλιστα, σε σχέση με τα ΑΕΙ, ποσοστό των σπουδαστών των ΤΕΙ, δεν ολοκληρώνει τις σπουδές του, διαπιστώνοντας στην πορεία ότι ελάχιστα μπορούν να βελτιώσουν την εργασιακή τους προοπτική. Σύμφωνα με δηλώσεις του αντιπρύτανη του Fachohochshule του Ντίσελντορφ, τα ιδρύματα που ζημιώθηκαν μετά το 1990, από τη μαζική εισροή στη γερμανική αγορά εργασίας των υψηλά μορφωμένων και πολύ φθηνότερων πτυχιούχων των πρώην σοσιαλιστικών χωρών, είναι τα – αντίστοιχα των ΤΕΙ – Fachohochshule, στα οποία έπεσε κατακόρυφα ο αριθμός των σπουδαστών, εξαιτίας της υψηλής ανεργίας των αποφοίτων τους.

Στη μητρόπολη μάλιστα του καπιταλισμού, στις ΗΠΑ, ολοένα και λιγοστεύει το ποσοστό των κατόχων μεταπτυχιακών τίτλων που εργάζονται σε θέσεις αντίστοιχες των προσόντων τους. Η τάση αντικατάστασης των αποφοίτων του προπτυχιακού κύκλου από απόφοιτους των μεταπτυχιακών και κατάληψης αντίστοιχα των θέσεων των αποφοίτων του Λυκείου και της Μέσης Επαγγελματικής Εκπαίδευσης από τους απόφοιτους του προπτυχιακού κύκλου, κυριαρχεί. Η δε μεγάλη πλειοψηφία των αποφοίτων των χαμηλότερων εκπαιδευτικών βαθμίδων, καταδικάζεται σε δουλιές του ποδαριού, ή μπαίνει στο περιθώριο. Φαινόμενο που με τη σειρά του συμβάλλει στην παθογένεια της αμερικανικής κοινωνίας, στη ραγδαία αύξηση των τροφίμων, του αφύσικα διογκωμένου σωφρονιστικού της συστήματος. Η τάση αυτή δεν αποτελεί βεβαίως «αντικειμενικό» αποτέλεσμα της κοινωνικής εξέλιξης, όπως παρουσιάζεται σε τοποθετήσεις αστών αναλυτών. Είναι προϊόν της πολιτικής που διευρύνει την ανεργία και του αδυσώπητου ανταγωνισμού για μια θέση εργασίας, που ανεβάζει διαρκώς τον πήχη των εργοδοτικών απαιτήσεων, και κατεβάζει μισθούς και κοινωνικές παροχές. Είναι αποτέλεσμα του ξέφρενου ανταγωνισμού των μονοπωλίων, που χρησιμοποιώντας ολοένα και υψηλότερα ειδικευμένη εργατική δύναμη, εκτινάσσουν στα ύψη την εκμετάλλευσή της, αυξάνοντας αντί να μειώνουν το χρόνο απασχόλησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πλειοψηφία των νέων πτυχιούχων ιδιαίτερα εκείνων οι οποίοι απασχολούνται σε τομείς αιχμής, δεν έχουν ωράριο, ασφάλιση και γενικότερα κανένα εργασιακό δικαίωμα, ενώ οι ώρες απασχόλησής τους ξεπερνούν κατά πολύ το οχτάωρο.

Συνεπώς το κυνήγι ολοένα περισσότερων προσόντων, η ατομική προσπάθεια ένταξης στην κατηγορία των «άριστων» και «επίλεκτων», οδηγεί σε αδιέξοδο και ο μύθος της «αξιοκρατικής» κοινωνίας μας η οποία επιβραβεύει τάχα τους ικανούς και εργατικούς, έχει προ πολλού καταρρεύσει, πόσο μάλλον στις μέρες μας, όπου η προλεταριοποίηση του επιστημονικού δυναμικού διευρύνεται ραγδαία.

– Η αποσύνδεση πτυχίου – επαγγέλματος και η κατάργηση του κοινωνικού δικαιώματος στην εργασία

Επιπλέον, βασική συνέπεια της υποβάθμισης των προπτυχιακών σπουδών στο επίπεδο μιας μερικής κατάρτισης, της απόσπασης της επιστημονικής ειδίκευσης από αυτές, είναι η διάσπαση της σχέσης πτυχίου και επαγγέλματος πάνω στην οποία σχέση στηρίζεται το δικαίωμα των επιστημόνων στην εργασία. Η κατοχή ενός τίτλου σπουδών δε συνεπάγεται δικαίωμα στην εργασία. Ενδεικτικά, οι συντάκτες της εισηγητικής έκθεσης της κυβερνητικής πρότασης νόμου για τα μεταπτυχιακά αναφέρουν ότι «κύρια χαρακτηριστικά της νέας πραγματικότητας των Πανεπιστημίων στα πλαίσια της Κοινωνίας της Γνώσης και της Μάθησης θα είναι η ανοιχτή πρόσβαση, η ανοιχτή είσοδος, η οποία όμως συνοδεύεται και από την ανοιχτή έξοδο (!), με την έννοια ότι η αποφοίτηση, η λήψη ενός τίτλου σπουδών, αποσυνδέεται από την επαγγελματική κατοχύρωση και διασφάλιση». Η ατομική μάλιστα πρόσβαση στην επιστήμη, γίνεται πρόσθετη αφορμή για την αφαίρεση των όποιων ενιαίων, συλλογικών, επαγγελματικών δικαιωμάτων εξακολουθούν να υπάρχουν. Ο νέος τύπος του ημιειδικευμένου – ημικαταρτισμένου απόφοιτου, που δε διαθέτει την απαραίτητη επιστημονική μόρφωση, ώστε να μπορεί να αφομοιώνει την εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας, αποτελεί εύκολο θύμα της λογικής της αγοράς που τον θέλει κάθε λίγο να απολύεται, προκειμένου να επανακαταρτιστεί – με δικά του έξοδα – στα νέα δεδομένα της αγοράς («διά βίου κατάρτιση»). Ετσι οι απόφοιτοι των Πανεπιστημίων, θα μετατραπούν σε κυνηγούς καταρτίσεων και εργοδοτικών πιστοποιήσεων, που θα αναγράφονται σε προσωπικές κάρτες ικανοτήτων, «πέρα από διπλώματα και πτυχία που χάνουν την αξία τους με την πάροδο του χρόνου», όπως υπογραμμίζεται στη Λευκή Βίβλο για την εκπαίδευση.

Το σύστημα των πιστωτικών μονάδων πιθανά θα χρησιμοποιηθεί για τη μέτρηση του βαθμού απαξίωσης των γνώσεων μετά το χρόνο αποφοίτησης.

Για τις περισσότερες άλλωστε κατηγορίες των πτυχιούχων, είναι ήδη πραγματικότητα η ατομική αποτίμηση της επαγγελματικής τους ικανότητας, βάσει των δήθεν «ουσιαστικών προσόντων», για τα οποία τον πρώτο λόγο έχει η «αγορά». Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι απόφοιτοι των ονομαζόμενων «καθηγητικών» σχολών, οι οποίοι για να μπορέσουν να διδάξουν θα χρειαστεί να αποκτήσουν πιστοποιητικό παιδαγωγικής επάρκειας, εκτός του βασικού κύκλου των σπουδών τους και στη συνέχεια να «αξιολογηθούν» ατομικά, μέσα από διαγωνισμούς τύπου ΑΣΕΠ, ή με άλλα ταξικότερα κριτήρια, όπως η απόκτηση μεταπτυχιακού τίτλου, η προσωπική συνέντευξη κλπ.

Στα πλαίσια αυτά, ακόμη και οι απόφοιτοι του δεύτερου – μεταπτυχιακού – κύκλου δε θα κατοχυρώνονται επαγγελματικά. Κάτι που είναι πλέον γεγονός για την πλειοψηφία των σημερινών αποφοίτων της Ανώτατης Εκπαίδευσης, με τους οποίους στην ουσία θα αντιστοιχηθούν. Νομοθετική κατοχύρωση επαγγελματικών δικαιωμάτων έχουν βασικά μόνον οι γιατροί, οι μηχανικοί και οι νομικοί. Ηδη στο χώρο των γιατρών και των δικηγόρων, δρομολογούνται μέτρα περικοπής της πρόσβασης σε επαγγελματικά δικαιώματα (πρόσθετες εξετάσεις μετά το πτυχίο στους γιατρούς, σχολή δικηγορίας μετά την αποφοίτηση από τη Νομική, ως προϋπόθεση για την άδεια άσκησης του νομικού επαγγέλματος, στην οποία η εισαγωγή και η αποφοίτηση θα γίνεται με εξετάσεις), μέτρα που προβλέπεται σύντομα να επεκταθούν και στους μηχανικούς. Ετσι ακόμα και απόφοιτοι εξάχρονων σπουδών, οι απόφοιτοι της Ιατρικής που θα αποτυγχάνουν στις εξετάσεις για την άδεια άσκησης επαγγέλματος, προορίζονται για την ανεργία ή στην καλύτερη περίπτωση να απασχοληθούν σαν υγειονομικοί υπάλληλοι, όπως διαφάνηκε με τις πρόσφατες εξελίξεις στο χώρο της Υγείας.

Ταυτόχρονα όλα συνηγορούν ότι σε μία πορεία θα τεθούν όροι για τη διατήρηση των όποιων κατοχυρωμένων επαγγελματικών δικαιωμάτων (όπως π.χ. η υποχρεωτική παρακολούθηση, προγραμμάτων διά βίου κατάρτισης, εξετάσεις μετά την πάροδο κάποιων χρόνων, ανάλογα με την υποτιθέμενη ταχύτητα απαξίωσης της γνώσης σε κάθε επιστημονικό αντικείμενο κλπ.).

Επομένως, η διαμάχη για τα επαγγελματικά δικαιώματα ανάμεσα στις διάφορες κατηγορίες αποφοίτων (ΑΕΙ – ΤΕΙ, πτυχιούχοι διαφορετικών τμημάτων με συναφές επαγγελματικό αντικείμενο κλπ.) είναι χωρίς ουσία, αφού κανείς δε θα είναι πια επαγγελματικά κατοχυρωμένος. Ταυτόχρονα όμως είναι και βλαβερή, γιατί διασπά τους εργαζόμενους και αποπροσανατολίζει από την αναζήτηση του πραγματικού ενόχου, του μονοπωλιακού κεφαλαίου, το οποίο θέλει λυμένα τα χέρια του από οποιαδήποτε δέσμευση και εμπόδιο στη ληστρική επιδρομή εναντίον της εργασίας.

Β7. Η ενίσχυση του ρόλου των πανεπιστημίων στην αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας

Η αντιδραστική αναδιάρθρωση της Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης συνοδεύεται από την ενίσχυση της ιδεολογικής κυριαρχίας του κεφαλαίου στα Πανεπιστήμια. Στα πλαίσια αυτά, ο ρόλος των Πανεπιστημίων στην αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας έχει ενισχυθεί. Δεκάδες συνέδρια, ημερίδες και συμπόσια διοργανώνονται κάθε χρόνο από αυτά, με κοινοτική χρηματοδότηση και βασικό στόχο την προπαγάνδιση και τον εξαγνισμό των κυρίαρχων πολιτικών επιλογών του μεγάλου κεφαλαίου. Οι πλέον αντιδραστικές αστικές θεωρίες που στο παρελθόν αντιμετωπίστηκαν αποφασιστικά από το πανεπιστημιακό κίνημα, επανακάμπτουν, ασκώντας βαθιά επίδραση στις συνειδήσεις, κυρίως της φοιτητικής νεολαίας, με σκοπό την καθυπόταξή της στη λογική της παντοδυναμίας της αγοράς και των κάλπικων αξιών του ιμπεριαλισμού.

Στη συνέχεια παρατίθενται ορισμένες αιχμές της ιδεολογικής προπαγάνδας που αναπτύσσεται σήμερα στα Πανεπιστήμια.

α) Η προβολή του συμφέροντος των μονοπωλίων και της «ευρωπαϊκής ιδέας» σαν κοινό συμφέρον όλων.


Πρόκειται για μια σειρά θεωρίες που επιδιώκουν όχι απλά την πειθάρχηση στο σύστημα, αλλά την αφοσίωση σε αυτό. Εχουν τη βάση τους στις φιλοσοφικές αντιλήψεις του αμερικάνικου πραγματισμού. Μια θεωρία που εκφράζει την ταξική άποψη της πιο αντιδραστικής και επιθετικής μερίδας της μονοπωλιακής κεφαλαιοκρατίας, της οποίας το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο είναι η δημαγωγία και η εξαπάτηση του λαού, προκειμένου να διαμορφώσει την άποψή του σύμφωνα με την ιμπεριαλιστική άποψη. Σύμφωνα με τη θεωρία π.χ. του Αμερικανού πραγματιστή φιλοσόφου Ο. Τζέιμς, η «αξία» κάθε πράγματος πρέπει να κριθεί από τις «πληρωμές» που φέρνει και «η γενική μας υποχρέωση είναι να κάνουμε ό,τι αποδίδει», με τον ίδιο, δήθεν, τρόπο στις ανάγκες όλων των τάξεων και σε τελευταία ανάλυση ταυτίζεται με εκείνο που αποδίδει στο μονοπωλιακό κεφάλαιο. Στα πλαίσια αυτά, τα Πανεπιστήμια αναδείχνονται σε βασικό μοχλό εδραίωσης της ιδέας της ευρωπαϊκής ενοποίησης, της ταξικής συνεργασίας για την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.

Ιδιαίτερη συμβολή στην καλλιέργεια παρόμοιων αντιλήψεων έχουν τα γραφεία διασύνδεσης με τις επιχειρήσεις που λειτουργούν σε ΑΕΙ και ΤΕΙ. Στόχος τους είναι η νομιμοποίηση της παρέμβασης των επιχειρήσεων στο περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών και η εισαγωγή της ιδέας μιας «αξιοκρατικής», τάχα, λειτουργίας της καπιταλιστικής αγοράς, που ενδιαφέρεται να απορροφήσει και να ανταμείψει τους «καλύτερους». Οχι μόνο δε συμβάλλουν στην αντιμετώπιση της ανεργίας των πτυχιούχων, αλλά διευκολύνοντας τα μονοπώλια να «αλιεύουν ψυχές», απομακρύνουν τη νεολαία από το μόνο σίγουρο δρόμο κατάκτησης του δικαιώματος στην εργασία, την ταξική πάλη. Ειδικά μέσα από τις ημερίδες «σταδιοδρομίας», στις οποίες οι μονοπωλιακές επιχειρήσεις προβάλλουν τα «επιτεύγματα» και το «κοινωνικό» έργο τους, σε κατάμεστα αμφιθέατρα φοιτητών, επιχειρείται να προκληθεί δέος και θαυμασμός προς τη μονοπωλιακή διεύθυνση της κοινωνίας. Θαυμασμός που βεβαίως περισσότερο συστηματικά καλλιεργείται από τη, διαπλεκόμενη με τα μονοπωλιακά συμφέροντα, μερίδα των πανεπιστημιακών, μέσα από την καθημερινή διδασκαλία, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από το παρελθόν. Βεβαίως, η επίδραση της αστικής ιδεολογίας στη συνείδηση των φοιτητών είναι πολύ πιο σύνθετη διαδικασία, άμεσων και έμμεσων τρόπων, που εντοπίζονται στον ίδιο το χαρακτήρα και το περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών. Προγραμμάτων που μέσα από γνώσεις ασύνδετες, αποσπασματικές και συχνά στρεβλές και αντιεπιστημονικές, αχρηστεύουν την ενότητα της γνώσης, γεννούν αίσθημα αδυναμίας γνωσιμότητας του κόσμου και αδυνατίζουν την κριτική ικανότητα.

β) Η αντιμετώπιση της αποτελεσματικότητας της μόρφωσης ανάλογα με την οικονομική της απόδοση.



Εχει τη βάση της σε διάφορες θεωρίες, όπως αυτή του «ανθρώπινου κεφαλαίου» στα πλαίσια της οποίας προτείνονται χυδαίοι μέθοδοι προσδιορισμού της οικονομικής αποτελεσματικότητας της εκπαίδευσης και κατανομής της χρηματοδότησής της με τον τύπο «κόστος – αποτέλεσμα». Μια θεωρία που υποβιβάζει το ρόλο του ανθρώπινου παράγοντα στην παραγωγή στο επίπεδο των υλικών συστατικών της στοιχείων και την επιστήμη σε «αγελάδα που μας εφοδιάζει γάλα», σύμφωνα με τα λόγια του Ενγκελς και όχι σαν μια περιοχή της ανθρώπινης πρακτικής, η οποία απαιτεί «σοβαρή και ζηλευτή αφοσίωση». Η θεωρία αυτή και άλλες παραπλήσιες θεωρίες, σύμφωνα με τις οποίες η επιστήμη είναι «επιχείρηση», μια «εξαιρετικά εξειδικευμένη βιομηχανία», αντιμετωπίζουν την επιστήμη από τη σκοπιά του «πρακτικού» επιχειρηματία. Μια σκοπιά που οδηγεί την επιστήμη σε καθαρή διαστρέβλωση. Είναι χαρακτηριστικό ότι η καπιταλιστική αντιμετώπιση της επιστήμης, έχει οδηγήσει σε μια μονομερή ανάπτυξη των τεχνολογικών -και όχι όλων- επιστημών, στην υποβάθμιση της βασικής αλλά και της εφαρμοσμένης έρευνας, σε όφελος της «εξαρτημένης» έρευνας για άμεση εμπορική της αξιοποίηση.

Στη βάση αυτών των θεωριών προωθείται η επιλεκτική, ατομική, με τη μορφή δανείων, χρηματοδότηση των φοιτητών και η αξιολόγηση των Πανεπιστημίων με κριτήριο την οικονομική τους απόδοση. Μια αξιολόγηση που σκόπιμα παραμελεί τους πιο καθοριστικούς κοινωνικούς, υλικούς, οργανωτικούς και παιδαγωγικούς παράγοντες οι οποίοι καθορίζουν την ποιότητα της εκπαίδευσης.

γ) Η θεωρία ότι η γνώση μεταβάλλεται ραγδαία και η παλιά γνώση απαξιώνεται και αχρηστεύεται


Θεωρία που προβάλλεται για να νομιμοποιήσει τη διαδικασία της «διά βίου κατάρτισης». Εχει τη βάση της στις νεοθετικιστικές φιλοσοφικές αντιλήψεις σύμφωνα με τις οποίες δεν υπάρχουν φυσικοί νόμοι και φυσική αιτιότητα, οι φυσικοί νόμοι αποτελούν «συμβάσεις», «αποφάνσεις», «συστήματα προτάσεων», «λογική αναγκαιότητα» κλπ. Οι νεοθετικιστικές θεωρίες υποστηρίζουν δηλαδή ότι δεν υπάρχει αντικειμενική αναφορά της επιστήμης και ότι η γνώση δεν αποτελεί μια εξελικτική πορεία προς την κατάκτηση της αλήθειας. Κάθε φορά που οι αποφάνσεις και οι συμβάσεις αλλάζουν, θα πρέπει να ξεκινάμε από την αρχή. Οι απόψεις αυτές εντάσσονται στη γενικότερη θεωρία της «μετακαπιταλιστικής κοινωνίας της γνώσης». Μια θεωρία που αποτελεί συνέχεια και μετονομασία προηγούμενων θεωριών για τη μεταβιομηχανική κοινωνία, και αποσκοπεί να αποπροσανατολίσει από την κύρια αιτία της ενίσχυσης των ταξικών ανισοτήτων, που βρίσκεται στις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής και ιδιαίτερα στις σχέσεις ιδιοκτησίας. Επομένως επιχειρεί να αποπροσανατολίσει από την ταξική πάλη, να καλλιεργήσει την αυταπάτη πως μέσα από τις πολλαπλές ευκαιρίες κατάρτισης που προσφέρει ο καπιταλισμός, μπορούν να ξεπεραστούν οι ταξικές ανισότητες, αν ο καθένας ατομικά έχει την ικανότητα σωστά να τις εκμεταλλευτεί.

Στα παραπάνω χρειάζεται να προσθέσουμε τις διάφορες επιστημονικοφανείς αναλύσεις για τη δήθεν αντικειμενικότητα της «παγκοσμιοποίησης», που απορρέει τάχα από την εξέλιξη της γνώσης. Αναλύσεις που προσπαθούν να κρύψουν τον κεφαλαιοκρατικό χαρακτήρα των σχέσεων παραγωγής, αγνοώντας τους κοινωνικοπολιτικούς προσδιορισμούς.

Γενικότερα χρειάζεται να επισημανθεί ότι, οι νέοι μηχανισμοί ιδεολογικής χειραγώγησης, οι οποίοι έχουν αναδυθεί με μοχλό τα κοινοτικά προγράμματα και οδηγούν σε φαινόμενα εξαγοράς και διάβρωσης συνειδήσεων (κυνήγι ερευνητικών προγραμμάτων, προγράμματα κινητικότητας, γραφεία διασύνδεσης κλπ.), θα ενισχυθούν με την εισαγωγή του συστήματος των πιστωτικών μονάδων, της αξιολόγησης, της γενίκευσης των μεταπτυχιακών. Η εισβολή των ξένων Πανεπιστημίων στη χώρα μας, αλλά και η ενίσχυση της διασύνδεσης και των δικτύων μεταξύ των ιδρυμάτων συνοδεύονται με εντονότερη πνευματική και γενικότερα πολιτιστική διείσδυση στην πηγή της παραγωγής της γνώσης, εντείνουν την ιδεολογική αλλοτρίωση.

Γ. Οι επιπτώσεις της αντιδραστικής αναδιάρθρωσης στην Ανώτατη Εκπαίδευση

Συνοψίζοντας, οι βασικές επιπτώσεις της αναδιάρθρωσης της Ανώτατης Εκπαίδευσης, είναι οι παρακάτω:

Α) Κατάργηση του Δημόσιου και Δωρεάν χαρακτήρα των Πανεπιστημίων. Με μοχλούς την υποχρηματοδότηση και την αξιολόγηση, τα Πανεπιστήμια εξωθούνται να λειτουργήσουν με επιχειρηματικά κριτήρια. Να μετατραπούν σε ένα είδος κερδοσκοπικών επιχειρήσεων, ασφυκτικά εξαρτημένων από τα συμφέροντα των χρηματοδοτών τους (των μονοπωλίων, του κράτους τους και των οργανισμών τους), οι οποίες οφείλουν να λειτουργούν «ανταγωνιστικά», σε μια ενιαία ευρωπαϊκή «αγορά» ανώτατης εκπαίδευσης. Η εξέλιξη αυτή συνοδεύεται με τη νομιμοποίηση των ιδιωτικών, τύπου ΙΕΚ, ψευτοπανεπιστημίων.

Β) Ολοσχερής αναίρεση της όποιας κοινωνικής αποστολής της επιστήμης, με σοβαρότατη επίπτωση στην ίδια την εξέλιξη των επιστημών, στο περιεχόμενό τους, στη σχέση βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας. Ενδυνάμωση του ελέγχου των ιμπεριαλιστικών οργάνων σε σχέση με τις προτεραιότητες και τους προσανατολισμούς της Πανεπιστημιακής έρευνας, μέσα από τη διασύνδεση των Πανεπιστημίων και τα «ολοκληρωμένα» προγράμματα εκπαίδευσης και έρευνας, με συνέπεια τη δέσμευση της επιστημονικής – ερευνητικής δραστηριότητας σε κατευθύνσεις ξένες με τις ανάγκες της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας μας.

Γ) Ισχυροποίηση της συγκέντρωσης της επιστήμης και του επιστημονικού δυναμικού στα κορυφαία Πανεπιστήμια των ισχυρών ιμπεριαλιστικών χωρών, για την ενίσχυση του μονοπωλιακού ελέγχου της γνώσης. Ετσι αυξάνεται η ανισομέρεια του καταμερισμού της επιστήμης στα Πανεπιστήμια των διαφόρων χωρών, στα πλαίσια του οποίου τα ελληνικά Πανεπιστήμια αναλαμβάνουν ρόλο «φτωχού συγγενή», για συμπληρωματική έρευνα «φασόν». Ταυτόχρονα ενισχύεται το φαινόμενο της αποστράγγισης της χώρας μας από τα καλύτερα επιστημονικά της ταλέντα. H διαστρωμάτωση των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων, σχολών και τμημάτων αναπαράγεται, υπό κλίμακα, στο εσωτερικό της χώρας μας, ακόμη και μέσα στα ίδια τα ιδρύματα, διαμορφώνοντας διδακτικό προσωπικό και αποφοίτους πολλών ταχυτήτων.

Δ) Υποβάθμιση του προπτυχιακού κύκλου σπουδών, με τη μετατόπιση της επιστημονικής ειδίκευσης στο μεταπτυχιακό επίπεδο. Οι προπτυχιακές σπουδές, όταν δεν περιορίζονται απλά στο ρόλο της δεξαμενής ανέργων, προσανατολίζονται στη γρήγορη και μαζική χορήγηση πρακτικών και άμεσα αναλώσιμων επαγγελματικών δεξιοτήτων, βολικών και προσοδοφόρων για την «αγορά».

Η υποβάθμιση της βάσης της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, των προπτυχιακών σπουδών, συνεπάγεται τη γενική υποβάθμισή της.

Ε) Γενικότερη υποβάθμιση του εκπαιδευτικού μας συστήματος σαν συνέπεια της υποβάθμισης της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, από την οποία τροφοδοτείται το σύνολο της Εκπαίδευσής μας, τόσο σε περιεχόμενο, όσο και σε έμψυχο δυναμικό, δηλαδή σε εκπαιδευτικούς.

Ζ) Αποσύνδεση των σπουδών και των τίτλων τους από την επαγγελματική ικανότητα και κατ’ επέκταση αφαίρεση του κοινωνικού δικαιώματος της εργασίας από τους αποφοίτους, οι οποίοι θα κρίνονται σε ατομική βάση ανάλογα με τα υποτιθέμενα «ουσιαστικά προσόντα» τους. Μείωση της τιμής της επιστημονικής εργατικής δύναμης, κατάργηση κεκτημένων εργασιακών δικαιωμάτων, γενικότερα ενίσχυση της εκμετάλλευσης και χειροτέρευση των συνθηκών εργασίας και ζωής των αυριανών αποφοίτων.

Η) Ενταση των ταξικών φραγμών και θεαματική μείωση της πρόσβασης στην Πανεπιστημιακή Εκπαίδευση στο 15%-30% των σημερινών φοιτητών, αφού στην ουσία αυτή μετατοπίζεται στο μεταπτυχιακό επίπεδο, γίνεται «τεταρτοβάθμια», κατόπιν αυστηρών επιλεκτικών διαδικασιών και αντί διδάκτρων. Γενικότερη ενίσχυση των μηχανισμών ταξικής επιλογής μέσα από αλλεπάλληλα φίλτρα (που σε μια πορεία θα επεκταθούν) και την πολυκατηγοριοποίηση των ιδρυμάτων, των τμημάτων και των σπουδών.

Θ) Ενίσχυση της ιδεολογικής κυριαρχίας της αστικής τάξης στα Πανεπιστήμια, καθώς και του ρόλου τους στην αναπαραγωγή της. Η εισαγωγή του νέου μοντέλου λειτουργίας των Πανεπιστημίων, συνοδεύεται με την ισχυροποίηση της αστικής ιδεολογίας, ιδιαίτερα των νεοθετικιστικών – πραγματιστικών θεωριών και του αγνωστικισμού.

Ι) Κατάργηση των δημοκρατικών ελευθεριών, της ελεύθερης επιστημονικής δημιουργίας και σκέψης – που είναι ο καταλύτης της εξέλιξης της επιστήμης – και ενίσχυση του αυταρχισμού. Στο πλαίσιο αυτό οι διακηρύξεις περί αυτοτέλειας των Πανεπιστημίων από τον κρατικό εναγκαλισμό αποτελούν σκέτη υποκρισία. Ούτε η δημοκρατία διευρύνεται ούτε το αστικό κράτος γίνεται λιγότερο. Αντίθετα μετακυλίονται οι ευθύνες του στα Πανεπιστήμια και ενισχύονται οι μηχανισμοί ελέγχου και επιβολής των απαιτήσεων της κεφαλαιοκρατίας.

Κ) Μακροπρόθεσμα η πολιτική του κατακερματισμού και της αποσπασματικής, ατομικής, συγκρότησης των σπουδών, θα έχει πολύ αρνητικές επιδράσεις στη συλλογική στάση απέναντι στα προβλήματα, στο φοιτητικό – σπουδαστικό συνδικαλισμό και στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στη συνέχεια.

Δ. Η «ανωτατοποίηση» των ΤΕΙ

Οπως προκύπτει από το νομοσχέδιο για τη «Διάρθρωση της Ανώτατης Εκπαίδευσης και ρύθμιση θεμάτων του τεχνολογικού τομέα αυτής» που δόθηκε στη δημοσιότητα, η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τα ΤΕΙ, για την έναρξη της επίσημης εφαρμογής της Διακήρυξης της Μπολόνια.

Η ένταξη των ΤΕΙ δε συνοδεύεται από καμία αλλαγή στο χαρακτήρα τους, ως υποδεέστερων από τα ΑΕΙ ιδρυμάτων, που παρέχουν με το μισό κόστος, μια χαμηλής ποιότητας τεχνολογική εκπαίδευση, αποστεωμένη από το θεωρητικό της υπόβαθρο και σε ορισμένες περιπτώσεις εμπειρική.

Η εκτίμησή αυτή προκύπτει από μια σειρά, κρίσιμης σημασίας, σημεία του νομοσχεδίου:

1. Τα ΤΕΙ εντάσσονται στην Ανώτατη Εκπαίδευση με «διακριτό» ρόλο σαν μη πανεπιστημιακά – τεχνολογικά ιδρύματα, δίπλα σε άλλα πανεπιστημιακά ιδρύματα με το ίδιο ακριβώς αντικείμενο, όπως τα Πολυτεχνεία, οι Γεωπονικές Σχολές κλπ.

2. Οι απόφοιτοί τους αποκτούν το ίδιο πτυχίο και διατηρούν τα ίδια, μειωμένης εμβέλειας, επαγγελματικά δικαιώματα που είχαν θεσπιστεί για περιορισμένες ειδικότητες πριν την «ανωτατοποίηση». Επαγγελματικά δικαιώματα τα οποία στην πορεία θα αφαιρεθούν, ακολουθώντας την κοινή μοίρα των εργασιακών δικαιωμάτων όλων των κατηγοριών των πτυχιούχων.

3. Η διάρθρωση των βαθμίδων του διδακτικού προσωπικού των ΤΕΙ είναι κατά μία βαθμίδα χαμηλότερη της αντίστοιχης διάρθρωσης των βαθμίδων των ΑΕΙ, ώστε στα ΤΕΙ να μην υπάρχει ουσιαστικά η Α’ βαθμίδα των καθηγητών ΑΕΙ. Ταυτόχρονα βέβαια διατηρείται το απαράδεκτο καθεστώς, με το οποίο η πλειοψηφία του διδακτικού προσωπικού (από 50%-90% στα επαρχιακά ΤΕΙ) είναι ωρομίσθιοι.

4. Δεν επιτρέπεται στα ΤΕΙ να οργανώνουν αυτόνομα μεταπτυχιακές σπουδές, δηλαδή να αναπαράγουν το επιστημονικό τους δυναμικό και συνεπώς περιορισμένες εξακολουθούν να είναι οι δυνατότητες διεξαγωγής έρευνας μέσα σε αυτά. Τυπικά παραχωρείται στους αποφοίτους τους η δυνατότητα της ανεμπόδιστης πρόσβασης στα μεταπτυχιακά προγράμματα των ΑΕΙ, δικαίωμα που προβλέπεται και από το προηγούμενο θεσμικό πλαίσιο των ΤΕΙ και το οποίο ουσιαστικά δεν μπορεί να ασκηθεί, παρά μόνο σε ξένα, β’ κατηγορίας, Πανεπιστήμια.

5. Δεν προβλέπεται ουσιαστικά αύξηση της χρηματοδότησης για τα ΤΕΙ – κάποιες αόριστες υποσχέσεις υπάρχουν στο προσχέδιο – των οποίων πολλά τμήματα λειτουργούν χωρίς καν δικά τους κτίρια, με τρομακτικές ελλείψεις σε υλικά, εργαστήρια και εξοπλισμό, αν και τεχνολογικά ιδρύματα. Σημειώνουμε μάλιστα ότι στο φετινό προϋπολογισμό και παρότι η αναλογία της κρατικής χρηματοδότησης σε ΤΕΙ και ΑΕΙ είναι 1:4, η κυβέρνηση προχωρεί προκλητικά σε νέα μείωση των κονδυλίων για τα ΤΕΙ.

Η ονομαστική «ανωτατοποίηση» των ΤΕΙ, δεν είναι μια απλή διατήρηση της σημερινής πραγματικότητας, που ανοίγει μάλιστα και κάποια προοπτική ουσιαστικής «ανωτατοποίησής» τους στο μέλλον. Η χωρίς καμία αναβάθμιση ένταξη των ΤΕΙ στην Ανώτατη Εκπαίδευση, ανοίγει και τυπικά τον κύκλο της εφαρμογής των αποφάσεων της Μπολόνια για την υποβάθμιση των προπτυχιακών σπουδών των ΑΕΙ, αφού τα πτυχία των ΤΕΙ συνιστούν «πρώτο ακαδημαϊκό τίτλο», αντίστοιχο του bachelor, με τον οποίο στην πορεία θα εξισωθούν και τα πτυχία των ΑΕΙ. Ταυτόχρονα όμως αρνητικές είναι οι εξελίξεις και για τα ίδια τα ΤΕΙ, αφού το νομοσχέδιο αφήνει ανοιχτό το ζήτημα της ακόμη μεγαλύτερης υποβάθμισης των σπουδών τους, με την αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών στην κατεύθυνση μιας ακόμη πιο ληξιπρόθεσμης, πρακτικίστικης και «ευέλικτης» γνώσης, κατόπιν εισαγωγής και των πιστωτικών μονάδων. Δηλαδή αν οι χαμηλής ποιότητας και κόστους σπουδές στα ΑΕΙ, θα αναγκάζουν τους αποφοίτους τους σε διαρκή εναλλαγή καταρτίσεων και επαγγελμάτων, αυτό θα αφορά σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό τους αποφοίτους των ΤΕΙ. Οι επιπτώσεις της εφαρμογής των αποφάσεων της Μπολόνια, που προαναφέρθηκαν για τα ΑΕΙ, θα ισχύσουν στο πολλαπλάσιο για τα ΤΕΙ, γιατί ξεκινούν από πιο χαμηλά. Συνεπώς η κατ’ όνομα «ανωτατοποίηση» των ΤΕΙ σηματοδοτεί την προς τα κάτω ισοπέδωση τόσο των ΑΕΙ όσο και των ΤΕΙ, που θα πρέπει από κοινού και ενωτικά να αντιμετωπιστεί.

Η ώριμη σήμερα άρση της διάκρισης ΑΕΙ – ΤΕΙ, προϋποθέτει όρους ουσιαστικής αναβάθμισής τους και τη συγκρότηση ενός διακριτού συστήματος δημόσιας και δωρεάν επαγγελματικής μόρφωσης, όπως θα αναπτυχθεί στο δεύτερο μέρος του κειμένου.

Ε. Η τακτική της ΕΕ και της κυβέρνησης. Οι άλλες πολιτικές δυνάμεις

Από τη συνθήκη του Μάαστριχτ δεν προβλέπεται η δυνατότητα παρέμβασης των κοινοτικών οργάνων στα εκπαιδευτικά συστήματα των κρατών – μελών. Ο ρόλος τους περιορίζεται τυπικά στα ζητήματα της κατάρτισης, ουσιαστικά, όμως, δίνουν τις κατευθύνσεις που στη συνέχεια υλοποιούνται, κάτω από καθεστώς αυστηρού ελέγχου, από όλες τις κυβερνήσεις. Αυτός είναι, άλλωστε, ο βασικός λόγος που το όλο εγχείρημα εμφανίζεται σαν «πρωτοβουλία» των υπουργών Παιδείας των χωρών της ΕΕ και ορισμένων συνεργαζόμενων χωρών. Ταυτόχρονα, βέβαια, καταβάλλεται μια φανερή προσπάθεια να παρουσιαστεί σαν μια αντικειμενική, ανεξάρτητη από κοινωνικούς προσδιορισμούς, εξέλιξη, της οποίας την επιστημονική κάλυψη παρέχουν οι ηγεσίες των κοινοτικών Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων, οι οποίες συμμετέχουν, χωρίς σοβαρές αντιρρήσεις. Οι ηγεσίες των ισχυρών Πανεπιστημίων γιατί δεν έχουν λόγους, αφού τα Ιδρύματά τους θα ενισχυθούν μέσα από αυτή την πορεία. Οι δε ηγεσίες των υπόλοιπων, γιατί είναι υποταγμένες στο σύστημα εξάρτησης των Ιδρυμάτων τους από το κράτος και τα κοινοτικά όργανα. Στην όλη διαδικασία επιδιώκεται η ενσωμάτωση και του φοιτητικού κινήματος. Χαρακτηριστικά, αντίστοιχα με τη σύνοδο των Υπουργών, διεξάγονται σύνοδοι των φοιτητικών συνδικαλιστικών οργανώσεων. Ταυτόχρονα, διοργανώνονται, στις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, σεμινάρια προπαγάνδισης και καλλιέργειας του εδάφους αποδοχής των μέτρων ευρύτερα από την πανεπιστημιακή κοινότητα, στα πλαίσια μιας ελεύθερης και δημοκρατικής, δήθεν, ανταλλαγής απόψεων, όπως η πρόσφατη διημερίδα που έγινε στη χώρα μας. Συστατικό στοιχείο της τακτικής των επιτελείων της ΕΕ είναι η αξιοποίηση των αντίστοιχων με τα ΤΕΙ Ιδρυμάτων, σαν προμαχώνων υπεράσπισης αυτής της πολιτικής, με αντάλλαγμα την υποτιθέμενη ισοτίμησή τους με την πανεπιστημιακή βαθμίδα.

Η ελληνική κυβέρνηση ευθυγραμμίζεται με τον κεντρικό σχεδιασμό της ΕΕ. Γι’ αυτό, αναθεώρησε και προσάρμοσε τον αρχικό της προγραμματισμό στις απαιτήσεις της επερχόμενης συνόδου της Πράγας. Σήμερα, προτάσσει τα νομοσχέδια για την «ανωτατοποίηση» των ΤΕΙ και την αξιολόγηση της ποιότητας της Ανώτατης Εκπαίδευσης, αντί του νομοσχεδίου για τα μεταπτυχιακά, που έχει προσωρινά παγώσει, για να το επαναφέρει αναμορφωμένο σε αντιδραστικότερη κατεύθυνση.

Με τον τρόπο αυτό επιδιώκει να εξασφαλίσει τη συμμαχία των ΤΕΙ στα αντιεκπαιδευτικά της σχέδια, να διασπάσει το φοιτητικό και σπουδαστικό κίνημα, να μετατοπίσει το πρόβλημα σε μια στείρα αντιπαράθεση ΑΕΙ -ΤΕΙ, επισκιάζοντας την ουσία του, και κυρίως να παραπλανήσει την κοινή γνώμη ότι κάθε άλλο παρά υποβάθμιση των σπουδών επιδιώκει. Αντίθετα, διευρύνει την Ανώτατη Εκπαίδευση, αναβαθμίζοντας τα ΤΕΙ. Ταυτόχρονα επιχειρεί να συκοφαντήσει σαν «συντεχνία» και «κατεστημένο» κάθε φωνή που δικαιολογημένα υψώνεται ενάντια στο κατρακύλισμα της Ανώτατης Εκπαίδευσής μας. Με την πρόταξη της «ανωτατοποίησης» των ΤΕΙ επιδιώκει ακόμη να κάνει πιο εύκολα αποδεκτή, στην πανεπιστημιακή κοινότητα, την αξιολόγηση των Ιδρυμάτων, με πρόσχημα τη διαφύλαξη της ανώτατης στάθμης της εκπαίδευσης από ΤΕΙ που δεν πληρούν τα κριτήρια.

Ο γενικότερος σχεδιασμός της κυβέρνησης είναι η σταδιακή και αποσπασματική προώθηση των μέτρων, μέσα από διαφορετικά νομοσχέδια και ρυθμίσεις («ανωτατοποίηση» των ΤΕΙ, αξιολόγηση, μεταπτυχιακά, διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια), ώστε να διαχέεται ο τελικός στόχος τους και να γίνεται δυσκολότερη η απόκρουσή τους από τις δυνάμεις που θίγονται από αυτά. Χαρακτηριστικό της παραπλανητικής τακτικής της κυβέρνησης είναι το γεγονός ότι εμφανίζεται δήθεν να διαφωνεί, να αντιστέκεται και τελικά να πετυχαίνει οφέλη για την Ανώτατη Εκπαίδευση της χώρας μας, όπως αυτό της διατήρησης, τάχα, της τετραετούς διάρκειας των σπουδών. Ταυτόχρονα, όμως, μέσα από άλλους παράπλευρους δρόμους, κυρίως μέσα από τα προγράμματα της ΕΕ – όπως το ΕΠΕΑΕΚ, από το οποίο χρηματοδοτείται η αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών στις κατευθύνσεις της Μπολόνια-, προχωρά στην εφαρμογή των μέτρων. Κανένας εφησυχασμός δεν πρέπει να υπάρξει σε σχέση με τις προθέσεις της.

Οι άλλες πολιτικές δυνάμεις, η ΝΔ, αλλά και ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ, δεν έχουν τοποθετηθεί στις αποφάσεις της Μπολόνια. Η σιωπή τους σημαίνει συμφωνία. Απόδειξη ότι ο αρχηγός της ΝΔ σε πρόσφατη προσυνεδριακή ημερίδα της για την εκπαίδευση, αποφεύγοντας να τοποθετηθεί συγκεκριμένα, επαναδιατύπωσε τις βασικές κατευθύνσεις της αναδιάρθρωσης, σαν θέσεις του κόμματός του. Επανέλαβε τη θέση της ΝΔ για ίδρυση και λειτουργία μη κρατικών, ιδιωτικών δηλαδή πανεπιστημίων, τονίζοντας την ανάγκη σύνδεσης της εκπαίδευσης με τις απαιτήσεις της «αγοράς» και έμφασης στη «διά βίου κατάρτιση». Και όλα αυτά περιβεβλημένα από το «ιμπεριαλιστικό» όραμα της εγχώριας άρχουσας τάξης, ότι «η Ελλάδα, αντί να εξάγει φοιτητές και να εισάγει υποκουλτούρα, μπορεί να εισάγει φοιτητές και να εξάγει πολιτισμό»! Οσον αφορά το πρόβλημα των ΤΕΙ, στην ουσία συμφωνεί με την κυβερνητική αντιμετώπισή του, αφού η μόνη αντίρρησή της έγκειται στο ότι η αξιολόγηση θα γίνει πριν την «ανωτατοποίηση» και όχι μετά.

Ο Συνασπισμός έχει τοποθετηθεί υπέρ της ένταξης των ΤΕΙ στην Πανεπιστημιακή εκπαίδευση, χωρίς όμως να γίνουν ανώτατα. Με τη θέση του αυτή, στηρίζει την πολιτική της κυβέρνησης για διατήρηση της ανισοτιμίας των ΑΕΙ -ΤΕΙ και τη δημιουργία συνονθυλεύματος Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Ταυτόχρονα, αποσυνδέει την υποτιθέμενη ανωτατοποίησή τους από τις αποφάσεις της Μπολόνια και τις επιπτώσεις της στην Ανώτατη Εκπαίδευση.

Ο τρόπος που η ΝΔ και ο ΣΥΝ αντιμετωπίζουν το ζήτημα των ΤΕΙ, αποτελεί πρόσθετη απόδειξη της συναίνεσής τους στις αποφάσεις της Μπολόνια.

Οι φοιτητικές παρατάξεις ΠΑΣΠ και ΔΑΠ, συντονισμένες με την πολιτική των κομμάτων τους, τηρούν στάση αγνόησης και υποβάθμισης του θέματος. Ταυτόχρονα, όμως, με αφορμή το πρόβλημα των ΤΕΙ, καλλιεργούν το συντεχνιασμό, διαφοροποιώντας τη στάση τους ανάλογα με το χώρο (υπέρ της «ανωτατοποίησης» στα ΤΕΙ και κατά στα ΑΕΙ).

Η πανεπιστημιακή κοινότητα, και προπαντός οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, το διδακτικό και επιστημονικό δυναμικό των ΑΕΙ και ΤΕΙ, που είναι σε θέση να κατανοήσουν βαθύτερα τη συνθετότητα και την έκταση του προβλήματος, δεν μπορεί να μείνουν αμέτοχοι, απαθείς, ή ανεκτικοί στο έγκλημα που συντελείται σε βάρος των Πανεπιστημίων μας και των αποφοίτων τους. Να μην επιτρέψουν την υποταγή και την περιθωριοποίηση των Ελληνικών Πανεπιστημίων που οδηγεί σε υποβάθμιση όλο το εκπαιδευτικό μας σύστημα και καταδικάζει τη χώρα μας σε ρόλο υποδεέστερο και υποτελή. Τα συμφέροντα της πανεπιστημιακής κοινότητας συναντώνται με τις απαιτήσεις της κοινωνίας και είναι σε αντίθεση με αυτή την πολιτική. Θα πρέπει, λοιπόν, να δυναμώσουν τις πρωτοβουλίες τους, να πρωτοστατήσουν στην αποκάλυψη του αντιεκπαιδευτικού, αντιεπιστημονικού, αντιλαϊκού χαρακτήρα της κυβερνητικής πολιτικής στο λαό. Να μην υποκύψουν στις κάλπικες υποσχέσεις ότι το Ιδρυμά τους πιθανά θα εξαιρεθεί από τις ρυθμίσεις, ή σε εκβιασμούς ότι θα αποκλειστούν χρηματικά. Εχουν το κύρος και τη δύναμη, αν το θελήσουν, να υψώσουν τοίχος αδιαπέραστο, στον υποβιβασμό των Πανεπιστημίων και της εκπαίδευσής μας, στην υπονόμευση κάθε προοπτικής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας μας σε όφελος του λαού.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΟΙ ΒΑΣΙΚΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΝΙΑΙΑΣ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Α. Η επιστήμη κάτω από την κυριαρχία των μονοπωλίων

Η σημερινή πολιτική για την Ανώτατη Εκπαίδευση δεν είναι κεραυνός εν αιθρία, αλλά κορύφωση της μακριάς πορείας καπιταλιστικής ιδιοποίησης της επιστήμης για την ενίσχυση της πολιτικής κυριαρχίας και της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Η επιστήμη στον καπιταλισμό, άμεσα, ή μέσω των κυβερνητικών οργανισμών, βρίσκεται σε μια επιταχυνόμενη πορεία υπαγωγής της στον έλεγχο των λίγων μεγάλων μονοπωλιακών επιχειρήσεων. Στις ΗΠΑ και στην Ιαπωνία οι επιχειρήσεις έχουν εδώ και πολλά χρόνια άμεσα στα χέρια τους τα Πανεπιστήμια. Αυτές ρυθμίζουν τις κυβερνητικές παροχές, δίνουν δουλιά στους αποφοίτους τους, μπορούν να αναδείξουν ή να συντρίψουν κορυφαίους επιστήμονες, ακόμα και τη διατύπωση των αποτελεσμάτων της έρευνας μπορούν να υπαγορεύουν σύμφωνα με τα συμφέροντά τους.

Η αντιδραστική αναδιάρθρωση της Ανώτατης Εκπαίδευσης στην ΕΕ, πηγάζει από την ανάγκη του κεφαλαίου, σε συνθήκες παρατεταμένης κρίσης, να οργανώσει την Πανεπιστημιακή εκπαίδευση και έρευνα με πιο αποδοτικό και κερδοφόρο τρόπο, στα πρότυπα των ΗΠΑ. Το εγχείρημα βρίσκεται ήδη σε «καλό» δρόμο σε ορισμένα Πανεπιστήμια της ΕΕ, όπως στα μεγάλα παραδοσιακά Πανεπιστήμια της Αγγλίας, Κέμπριτζ και Οξφορντ. Ενα χρόνο πριν μάλιστα, το Κέιμπριτζ προχώρησε σε σύσταση επιχείρησης με το ΜΙΤ (το Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης), με στόχο την «αλλαγή του προσώπου των επιχειρήσεων μέσω της έρευνας και την κατάρτιση των επιχειρηματιών του μέλλοντος».


– Η αντικοινωνική χρησιμοποίηση της επιστήμης

Το σημερινό επίπεδο ανάπτυξης της επιστήμης, δε χωρά στα στενά πλαίσια της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Η επιστημονικοτεχνική πρόοδος, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, εξωθεί στον επιστημονικό σχεδιασμό και τη συλλογική διεύθυνση της κοινωνικής παραγωγής, σαν βασική προϋπόθεση της εξέλιξής της. Ο καπιταλισμός δεν μπορεί πια να τα βγάλει πέρα με την επιστήμη που παρήγαγε. Επιχειρώντας να την υποτάξει στο στενό του συμφέρον, τη διαστρέφει και μετατρέπεται σε τροχοπέδη της ανάπτυξής της.

Οι εξελίξεις στο χώρο της επιστήμης, ξεσκεπάζουν με αποκαλυπτικό τρόπο πόσο επικίνδυνη είναι, για το μέλλον της ανθρωπότητας, η συνέχιση της κυριαρχίας ενός κοινωνικοοικονομικού συστήματος, που εξάντλησε προ πολλού τα προοδευτικά του αποθέματα, και έχει βαθιά πια μπει στην περίοδο της κρίσης και της «αντίδρασης σε όλες τις γραμμές».

Η διαστροφή του χαρακτήρα και της αποστολής μιας επιστήμης καταναγκασμένης να υπηρετεί το κέρδος είναι στις μέρες μας ολοφάνερη, μέσα από τις τερατώδεις συνέπειες της εφαρμογής της. Η χρησιμοποίηση της επιστήμης για την ενίσχυση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, οι τρελές αγελάδες, η τρύπα του όζοντος, το φαινόμενο του θερμοκηπίου, τα ακραία καιρικά φαινόμενα, η εκμετάλλευση του ανθρώπινου γονιδιώματος, το σύστημα Εσελον που δίνει τη δυνατότητα στους ιμπεριαλιστές να αστυνομεύουν τη ζωή ολόκληρου του πλανήτη, οι βόμβες που σκορπούν το θάνατο εκατοντάδες χρόνια μετά τη χρήση τους και μια σειρά άλλες αποκαλύψεις των τελευταίων χρόνων, αποδείχνουν πως η επιστήμη στα χέρια των μονοπωλίων μετατρέπεται σε τρομακτικό όπλο και διαρκή απειλή για το μέλλον της ανθρωπότητας.

Η παραχάραξη της κοινωνικής αποστολής της επιστήμης εκδηλώνεται παντού, ακόμη και σε πιο ανώδυνα θέματα. Είναι γνωστό π.χ. ότι οι πολυεθνικές επιχειρήσεις, υιοθετούν στην ερευνητική τους πολιτική την αποκαλούμενη «ενσωματωμένη αχρηστοποίηση» των προϊόντων τους. Ταλαντούχοι δηλαδή επιστήμονες, δεν απασχολούνται με τη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων, αλλά με το πώς θα καταστήσουν βέβαιη την καταστροφή τους, ώστε ο καταναλωτής να αναγκαστεί να αγοράσει καινούρια. Γεγονός που εκδηλώνεται ολοφάνερα στα ανταλλακτικά της αυτοκινητοβιομηχανίας, που έχουν συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης. Ακόμη και αυτά τα θαυμαστά επιτεύγματα της Πληροφορικής, όπως το διαδίκτυο που μπήκε στη ζωή μας υποτίθεται για να τη διευκολύνει, μετατρέπονται στον καπιταλισμό σε μέσο ακόμη σκληρότερης εκμετάλλευσης των εργαζομένων (τηλεεργασία), ελέγχου και κατασκόπευσης. Η κινητή τηλεφωνία δίνει τη δυνατότητα στους κολοσσούς της τηλεπικοινωνιακής βιομηχανίας να γνωρίζουν κάθε κίνηση των χρηστών της.

Με λίγα λόγια, στην εποχή της επιστήμης και της δήθεν κοινωνίας της γνώσης, ένα ελάχιστο ποσοστό της γνώσης χρησιμοποιείται για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής. Το μεγαλύτερο ποσοστό χρησιμοποιείται για την καταστροφή της φύσης και του ανώτερου δημιουργήματός της, του ανθρώπου. Σα συνέπεια, μάλιστα, της αύξησης της επιθετικότητας του ιμπεριαλισμού και του σκληρού ανταγωνισμού των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για παγκόσμια κυριαρχία, παρότι το πρόσχημα της «κομμουνιστικής απειλής» εκλείπει, η στρατιωτικοποίηση της έρευνας συνεχίζεται ακάθεκτα.

– Ο ιμπεριαλισμός τροχοπέδη στην ανάπτυξη της επιστήμης

Η αντικοινωνική χρησιμοποίηση της επιστήμης, αν και η σημαντικότερη, δεν είναι η μοναδική συνέπεια της μονοπωλιακής διεύθυνσής της. Κάτω από τη λάμψη των πολυδιαφημισμένων επιτυχιών της, όπως του διαδίκτυου, της κινητής τηλεφωνίας κλπ., κρύβεται το γεγονός ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των αποθεμάτων της γνώσης μένει αναξιοποίητο, γιατί δεν είναι εμπορικά εκμεταλλεύσιμο ή γιατί τα μονοπωλιακά συμφέροντα το εμποδίζουν. Ενα χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα αφορά τις πλατιά σήμερα διαδεδομένες λάμπες φθορίου. Οι αρχές που διέπουν το φωτισμό με φθορισμό ήταν γνωστές προτού ακόμα εμφανιστούν οι λαμπτήρες πυρακτώσεως. Χρειάστηκε όμως να περάσουν σαράντα χρόνια, ώσπου τα μονοπωλιακά συμφέροντα να επιτρέψουν τη χρήση τους. Αλλά και σήμερα στους επιστημονικούς κύκλους συζητείται ευρύτατα η καθυστέρηση των ερευνών για την παραγωγή «καθαρής» πυρηνικής ενέργειας με σύντηξη και όχι σχάση, όπως και των ερευνών για την προώθηση εναλλακτικών μορφών ενέργειας, ώστε να αποφευχθούν οι καταστροφικές, για το περιβάλλον, συνέπειες από την καύση υδρογονανθράκων. Ποια άλλη τραγικότερη απόδειξη για τον ανασταλτικό ρόλο του καπιταλισμού στην επιστημονική πρόοδο, από αυτό της κατοχύρωσης τμημάτων του ανθρώπινου γονιδιώματος από τις διάφορες ιδιωτικές εταιρίες βιοτεχνολογίας, με σκοπό την αποκλειστικότητα στην εμπορική εκμετάλλευσή του; Οι εταιρίες αυτές, στηριγμένες στους καπιταλιστικούς νόμους, μπορούν να εμποδίσουν οποιονδήποτε άλλον θελήσει να συνεχίσει την ερευνητική προσπάθεια, βασιζόμενος στα ερευνητικά τους αποτελέσματα. Πρόσφατα μάλιστα έγινε γνωστό ότι αμερικανική εταιρία βιοτεχνολογίας επέβαλε τη διακοπή της έρευνας ομάδας Αγγλων επιστημόνων, για τον καρκίνο του μαστού. Αλλά και το τελευταίο γεγονός των 36 φαρμακευτικών πολυεθνικών, που παρέπεμψαν στα δικαστήρια την κυβέρνηση της Νότιας Αφρικής και ανέστειλαν τη φτηνή παραγωγή φαρμάκων για το ΕΪΤΖ, σε μια χώρα που μαστίζεται από το θανατηφόρο ιό, επιβεβαιώνει τη σκληρή πραγματικότητα που διαμορφώνει η μονοπωλιακή εκμετάλλευση της επιστήμης. Πόσο υποκριτικό και ψεύτικο φαντάζει, σ’ αυτές τις συνθήκες, το ενδιαφέρον που τάχα δείχνει η ΕΕ για τη διάδοση των αποτελεσμάτων της έρευνας και τη συνεργασία των Πανεπιστημιακών και Ερευνητικών Ιδρυμάτων για το κοινό καλό!

Ο ανταγωνισμός για το κέρδος έχει συχνά σαν αποτέλεσμα πολλές έρευνες να γίνονται δύο και περισσότερες φορές από ομάδες που εργάζονται μυστικά η μια από την άλλη και να κατασπαταλιέται πολύτιμη επιστημονική προσπάθεια και πόροι που θα μπορούσαν να διατεθούν σε άλλους, κοινωνικούς, σκοπούς.

Οι παρατηρήσεις αυτές δεν πρέπει να οδηγήσουν στην υποτίμηση της ανάγκης και της δυνατότητας του καπιταλιστικού συστήματος να επαναστατικοποιεί τα μέσα παραγωγής. Μια επαναστατικοποίηση που ίσα-ίσα αποκαλύπτει την τρομακτική δύναμη της επιστήμης να απαλλάξει την ανθρωπότητα από το μόχθο και τη στέρηση, όταν απελευθερωθεί από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.


– Η ταξικότητα της επιστήμης

Το μέλλον, ωστόσο, της επιστήμης επηρεάζεται βαθιά από τους ταξικούς προσανατολισμούς και τις ιεραρχήσεις της έρευνας. Το ίδιο όπως βαθιά επηρεάζεται και από την ενδυνάμωση της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Η οργανική σχέση της εξέλιξης της σύγχρονης επιστήμης με την εξέλιξη του καπιταλισμού, η ταξική ανάπτυξή της, διεισδύει στο περιεχόμενό της. Στις κοινωνικές επιστήμες αυτή η επιρροή είναι σχεδόν ολοκληρωτική, στις φυσικές επιστήμες μικρότερη και σχετική. Με το πείραμα και τις τεχνικές εφαρμογές του, οι φυσικές επιστήμες υποβάλλονται σε ένα ιδιόμορφο σύστημα «φίλτρων» που τις αποκαθαίρει όλο και περισσότερο από στοιχεία υποκειμενικού, μη επιστημονικού χαρακτήρα. Ωστόσο, η κοσμοαντίληψη του ερευνητή συμμετέχει πάντα στον καθορισμό της κατεύθυνσης της δουλιάς του. Η ταξική επιρροή στις φυσικές επιστήμες εκφράζεται κυρίως στον καθορισμό των βασικών παραδοχών, υποθέσεων και εννοιών, όπως επίσης και στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων. Η κοινωνική συνείδηση της εποχής, η κυρίαρχη ιδεολογία, διαποτίζει δηλαδή την επιστήμη και στη συνέχεια δρέπει τους καρπούς των ιδεών που έσπειρε σ’ αυτήν, περιβλημένους με το κύρος της. (Ετσι χαρακτηριστικά, η κβαντική μηχανική χρησιμοποιήθηκε για να απορριφθεί η αιτιοκρατία, η ύπαρξη γενικών νόμων στη φύση και να δικαιολογηθεί η ύπαρξη ενός ανώτερου πνεύματος. Η θεωρία της μεγάλης έκρηξης στην οποία, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της οφείλεται, η δημιουργία του σύμπαντος χρησιμοποιείται στις μέρες μας για να καταρρίψει την υλιστική διαλεκτική αρχή για το άφθαρτο της ύλης και να εισάγει την πνευματοκρατική σκέψη).

Γενικότερα μπορούμε να πούμε ότι ο ρυθμός προόδου της επιστήμης εξαρτάται κυρίως από κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες. Ωστόσο, φρένο στην πρόοδο της επιστήμης μπορεί να βάλει και η ιδεολογία, η επικράτηση ιδεών στατικών, που επιδιώκουν να συντηρήσουν την υπάρχουσα κατάσταση, η προσκόλληση στο καθιερωμένο. Τα άλματα του μυαλού, προϊόντα της φαντασίας, της διαίσθησης, της ευφυίας του επιστήμονα που μπορεί να κατανοεί σε μεγαλύτερο βαθμό τα πιο πρωτοπόρα μηνύματα και τις επιστημονικές επιτεύξεις της εποχής του, είναι η πηγή των πιο αξιόλογων κατακτήσεων της επιστήμης, που προϋποθέτουν βεβαίως συσσωρευμένη εμπειρία και βαθιά γνώση.

– Η πανεπιστημιακή έρευνα στην εποχή μας

Η εκτεταμένη αναφορά στους ταξικούς προσανατολισμούς και το περιεχόμενο της έρευνας σε ένα κείμενο για την Ανώτατη Εκπαίδευση έχει ιδιαίτερη σημασία, σε μια περίοδο που η έρευνα, απούσα ως τα τέλη του 19ου αιώνα από τα Πανεπιστήμια, έχει φτάσει, εξαιτίας της μεγάλης σημασίας της, να επισκιάζει σήμερα το αρχικό καθήκον της Ανώτατης Εκπαίδευσης, τη διδασκαλία. Παρότι, όμως, η σύνδεση έρευνας και διδασκαλίας αποτελεί τη σημαντικότερη προϋπόθεση της Ανώτατης Εκπαίδευσης, τα μεγαλύτερα και σπουδαιότερα τμήματα της ερευνητικής δραστηριότητας βρίσκονται σήμερα έξω από τα Πανεπιστήμια. Τα μεγάλα μονοπωλιακά συγκροτήματα και οι ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί, διαθέτουν τα δικά τους υπερεξοπλισμένα ερευνητικά κέντρα και εργαστήρια, για να διεξάγουν έρευνα σε συνθήκες ασφάλειας, πειθάρχησης και ελέγχου των επιστημόνων, προκειμένου να αποσιωπούνται και να αποκρύπτονται οι κοινωνικές επιπτώσεις της εργασίας τους. Κριτήριο για την ανάθεση τμημάτων της έρευνάς τους σε Πανεπιστήμια, είναι κυρίως η μείωση των δαπανών τους, που με τον τρόπο αυτό μεταφέρονται στην πολιτεία. Ακόμη όμως και η έρευνα που ανατίθεται στα Πανεπιστήμια, συγκεντρώνεται σε εργαστήρια ή σε Ινστιτούτα (όπως τα Ερευνητικά Πανεπιστημιακά Ινστιτούτα), που αν και τυπικά βρίσκονται κάτω από πανεπιστημιακό έλεγχο, ουσιαστικά βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο των μονοπωλίων ή των κυβερνήσεων. Οσο περνά, μάλιστα, ο καιρός εντείνεται η μυστικότητα της έρευνας και αποσπάται ολοένα και περισσότερο ο έλεγχος της κατεύθυνσής της από τους δημιουργούς της.

Η συγκέντρωση της έρευνας στα προνομιούχα και ελεγχόμενα Πανεπιστήμια των χωρών του «διευθυντηρίου» αποσκοπεί στην ενίσχυση του μονοπωλιακού της ελέγχου. Το γεγονός αυτό καθόλου βέβαια δεν αποκλείει Πανεπιστήμια με υποδεέστερο ρόλο στον καταμερισμό της επιστήμης, όπως ορισμένα από τα Πανεπιστήμια της χώρας μας (Καποδιστριακό, Αριστοτέλειο, Μετσόβιο, Πάτρας και Κρήτης), να αναλαμβάνουν μικρά αποσπασματικά τμήματα των ερευνών, που γίνονται για λογαριασμό των βιομηχανικών κολοσσών, κάτω από ειδικά μέτρα ασφαλείας για αποφυγή της «βιομηχανικής κατασκοπίας». Στην πλειοψηφία τους τα ερευνητικά προγράμματα που αναλαμβάνουν τα Ελληνικά Πανεπιστήμια είναι προγράμματα εφαρμοσμένης έρευνας μέσου και χαμηλού επιπέδου, όπως τα «ανταγωνιστικά» προγράμματα της ΕΕ. Ενίοτε, βεβαίως, δίνεται η δυνατότητα σε τέτοια Πανεπιστήμια να διεξάγουν ακόμη και προωθημένη έρευνα, με σκοπό την απόσπαση κάποιου άλλου γενικότερης σημασίας οφέλους, όπως η διάχυση του αποτελέσματος της έρευνας στην κοινή γνώμη, ή για λόγους πολιτικής ισορροπιών.

Γενικά, όμως, η πανεπιστημιακή έρευνα στη χώρα μας βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα ανάπτυξης συγκριτικά με τις άλλες χώρες της ΕΕ, όχι βεβαίως εξ αιτίας του χαμηλού επιπέδου των επιστημόνων μας, αλλά εξ αιτίας της υποδεέστερης θέσης της χώρας στον καταμερισμό εργασίας της ΕΕ. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 75% των δαπανών για την έρευνα στην ΕΕ, συγκεντρώνεται στις τέσσερις ισχυρές ιμπεριαλιστικές χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Βρετανία). Η Ελλάδα έχει το μικρότερο ποσοστό ερευνητών αναλογικά με τον πληθυσμό της και τη μικρότερη κρατική χρηματοδότηση της έρευνας (0,51% του ΑΕΠ), σε μεγάλη, μάλιστα, απόσταση από τις άλλες χώρες. Το γεγονός αυτό επιδρά με τη σειρά του γενικότερα στο επίπεδο της πανεπιστημιακής μας εκπαίδευσης και στη διδασκαλία.

Η ανισομετρία στην επιστήμη είναι προϊόν της γενικότερης ανισόμετρης ανάπτυξης του καπιταλισμού. Και δεν πρέπει να τρέφεται καμία αυταπάτη ότι μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού «ανταγωνισμού» θα μπορέσει η χώρα και τα Πανεπιστήμιά μας να καλύψουν την απόσταση που τα χωρίζει από τα μεγάλα ονόματα των ξένων Πανεπιστημίων. Αντίθετα, η απόσταση αυτή θα μεγαλώνει, όσο θα βαθαίνει η ενσωμάτωση της χώρας μας στην ΕΕ και όσο οι κανόνες που τα μονοπωλιακά συμφέροντα θέτουν για την οργάνωση της επιστήμης, θα γίνονται πιο σφιχτοί.


Β. Για να τεθεί η επιστήμη στην υπηρεσία της γενικής ευημερίας

Η επιστήμη, με το σημερινό επίπεδο ανάπτυξής της, όπως έχει ήδη επισημανθεί, ασφυκτιά στα πλαίσια του καπιταλιστικού κοινωνικοοικονομικού συστήματος. Η ίδια η εξέλιξή της ωθεί στην ανάγκη κατάργησης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Γιατί καθημερινά επιβεβαιώνει πως οι γνώσεις, τόσο στις φυσικές επιστήμες, όσο και στην τεχνολογία που τις εφαρμόζει, είναι αρκετές, ώστε να μπορούν να επιλυθούν όλα τα μεγάλα προβλήματα της κοινωνικής ζωής. Πως σήμερα θα μπορούσε να είχε εξασφαλιστεί ένα καλό βιοτικό επίπεδο για όλους τους λαούς του κόσμου, που να βελτιώνεται συνεχώς μέσα από νέες προόδους της επιστήμης. Πως οι εργαζόμενοι θα μπορούσαν να δουλεύουν λιγότερες ώρες για να απολαμβάνουν και να αναπτύσσουν τα θαυμαστά επιτεύγματά της.


– Η βασική προϋπόθεση της απελευθέρωσης της επιστήμης


«Τα πλέον ωφέλιμα πράγματα, τέτοια όπως η γνώση, γενικά δεν έχουν ανταλλακτική αξία», είχε συμπεράνει ο Κ. Μαρξ. Επομένως, η αστική τάξη, που διαστρεβλώνει και αντιμετωπίζει την επιστήμη σαν άμεση πηγή για τον πλουτισμό της και τη διαιώνιση της κυριαρχίας της, δεν μπορεί παρά να την αιχμαλωτίζει. Δεν μπορεί παρά να υποτιμά την επιστήμη και μαζί της να υποτιμά όλους εκείνους που την υπηρετούν, πρώτα απ’ όλους τους επιστήμονες, τους πανεπιστημιακούς δασκάλους, τους ερευνητές, τους αυριανούς επιστήμονες, τους φοιτητές. Επιπλέον, η επιστήμη, που χρησιμοποιείται για τον πόλεμο, για να αυξηθεί η ανεργία, η φτώχεια, η εκμετάλλευση, η αμάθεια, δεν μπορεί παρά να κατανοείται σαν δύναμη ξένη και εχθρική για τους εργαζόμενους.

Αρα, η βασικότερη προϋπόθεση, ώστε η επιστήμη να κατακτήσει το ρόλο που της αξίζει μέσα στην κοινωνία, είναι, στη θέση της ενίσχυσης της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας των λίγων που σήμερα υπηρετεί, να μπει η ανύψωση της υλικής και πνευματικής στάθμης του συνόλου του λαού, και κριτήριο για την ανάπτυξή της, αντί για το κέρδος, να γίνει η γενική ευημερία. Με λίγα λόγια, είναι η αντικατάσταση της σημερινής κοινωνικής πραγματικότητας από μια νέα πραγματικότητα, τη σοσιαλιστική. Μόνο έτσι η επιστήμη θα μπορέσει να αποκαλύψει σε όλη τους την έκταση τις τεράστιες δυνατότητές της για τη βελτίωση της ανθρώπινης ζωής και να εκμεταλλευτεί στο έπακρο κάθε περιθώριο ανάπτυξης και εφαρμογής της. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και οι ορκισμένοι αντίπαλοι του σοσιαλισμού είναι αναγκασμένοι να αναγνωρίζουν το ανεβασμένο μορφωτικό επίπεδο των εργαζόμενων των πρώην σοσιαλιστικών χωρών και την υψηλή στάθμη των πανεπιστημίων τους.

Συμφέρον, λοιπόν, όλων εκείνων, που σήμερα στερούνται ή βλέπουν να μένουν αζήτητα τα πιο «ωφέλιμα πράγματα» της γνώσης, συμφέρον δηλαδή των εργαζόμενων, των πανεπιστημιακών, των φοιτητών – σπουδαστών, όλου του λαού, είναι να συνταχθούν από σήμερα στον αγώνα για μια κοινωνική πραγματικότητα, που θα χρειαστεί την επιστήμη, περισσότερο ίσως από κάθε άλλο κατόρθωμα του ανθρώπινου πολιτισμού. Να αντιταχθούν στα μονοπωλιακά σχέδια για συρρίκνωση της διάρκειας και υποβάθμιση της Ανώτατης Εκπαίδευσής μας, για την ολοσχερή υποταγή της σε ξένα προς το λαό συμφέροντα, και να συσπειρωθούν σε μια ισχυρή κοινωνικοπολιτική συμμαχία για ριζικές αλλαγές. Αλλαγές σε επίπεδο εξουσίας και οικονομίας, ώστε να κατευθύνονται από το λαό και προς το λαό. Γιατί σε μια οικονομία, που κριτήριο οικονομικής ανάπτυξης δε θα είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους, αλλά η μεγιστοποίηση της κοινωνικής προόδου, δεν υπάρχουν ούτε επιστήμονες που πλεονάζουν, ούτε επιστήμες περιττές.

Υπάρχουν εκατοντάδες πράγματα, για τα οποία η συμβολή τους είναι πολύτιμη και απαραίτητη.

Αν επιδιώκουμε να βελτιώσουμε την υγεία του λαού μας, θα πρέπει να επανδρώσουμε με τις βασικές ειδικότητες όλα τα επαρχιακά κέντρα Υγείας, να εξασφαλίσουμε γιατρούς ακόμη και στο τελευταίο χωριό, να αναπτύξουμε την Προληπτική Ιατρική. Αρα, χρειαζόμαστε κι άλλους γιατρούς, χρειαζόμαστε σχολιάτρους, γιατρούς εργασίας, μια σειρά από ειδικότητες, που η σημερινή καπιταλιστική ανάπτυξη περιθωριοποιεί, ενώ την ίδια στιγμή η αστική προπαγάνδα μηρυκάζει ακατάπαυστα τα επιχειρήματα για τη δήθεν υπερπληθώρα τους.

Αν θέλουμε να θωρακίσουμε αντισεισμικά τη χώρα μας, χρειαζόμαστε έναν πολύ μεγαλύτερο αριθμό μηχανικών, που θα αναλάβουν το έργο του ελέγχου και της ενίσχυσης όλων των κτιρίων μαζικής συνάθροισης κοινού (των εργοστασίων και των μεγάλων επιχειρήσεων, των σχολείων, των αιθουσών ψυχαγωγίας της νεολαίας κλπ.).

Αν θέλουμε σχεδιασμένα να μεταβάλουμε τις πόλεις – τέρατα, σε ανθρώπινες, χρειαζόμαστε περισσότερους ειδικούς στον τομέα της Χωροταξίας και της Πολεοδομίας.

Αν θέλουμε η εκπαίδευσή μας πραγματικά να μορφώνει και όχι να παραμορφώνει τους νέους ανθρώπους, οι εκπαιδευτικοί που υπήρχαν στην επετηρίδα δεν επαρκούν.

Αν θέλουμε να αξιοποιήσουμε τον ορυκτό πλούτο της χώρας μας, πρέπει να ιδρύσουμε και άλλες σχολές μεταλλειολόγων και όχι να συζητάμε την αλλαγή του αντικειμένου των σημερινών αποφοίτων τους.

Γενικότερα, αν επιδιώκουμε την αξιοποίηση όλων των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας μας, χρειαζόμαστε πληθώρα μορφωμένων τεχνικών, που θα αναλάβουν την ανάπτυξη και την εφαρμογή της τεχνολογίας στην παραγωγή.

Οσο για τις παραμελημένες κοινωνικές επιστήμες, να γίνουν επιτέλους γνήσιες κοινωνικές και να αποκτήσουν τον πιο σημαντικό μάλλον ρόλο μέσα από τη συνεργασία τους με τις άλλες επιστήμες. Να εξασφαλίσουν έναν προοδευτικό κοινωνικό έλεγχο της όλης κοινωνικής δραστηριότητας.

Με λίγα λόγια, μόνο μέσα στη σχεδιασμένη, προγραμματισμένη με βάση τα λαϊκά συμφέροντα, οικονομία, η σημερινή πλαστή, μεταλλαγμένη εικόνα των κοινωνικών αναγκών, που ο καπιταλισμός καλλιεργεί με βάση τα συμφέροντά του, μπορεί να αποκτήσει τη σωστή της διάσταση. Οταν ο εφιάλτης της ανεργίας θα πάψει να σκιάζει τα όνειρα των νέων ανθρώπων, τότε κριτήριο για την επιλογή των σπουδών θα είναι τα πραγματικά ενδιαφέροντα και οι ατομικές κλίσεις, που αποτελούν τη βασική προϋπόθεση της δημιουργικότητας. Το ενδιαφέρον για την επιστήμη, και όχι η απόκτηση καλύτερων όρων να βρεθεί μια οποιαδήποτε δουλιά, θα γίνει το κίνητρο για να ακολουθήσει κανείς ανώτατες σπουδές. Ετσι, το σύστημα εισαγωγής στα πανεπιστήμια θα πάψει να φαντάζει σαν το κυρίαρχο πρόβλημα της εκπαίδευσής μας και μέλημα της κοινωνίας θα γίνει το ίδιο το περιεχόμενο και ο σκοπός της.

Η χρηματοδότηση της πανεπιστημιακής έρευνας θα αγκαλιάζει με επάρκεια όλους τους τομείς. Η εξασφάλισή της θα πάψει να είναι υπόθεση παρασκηνιακών διαβουλεύσεων και «επιχειρηματικού πνεύματος» και οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, από πωλητές προϊόντων με ειδικότητα στο μάρκετινγκ και τις δημόσιες σχέσεις που τους θέλει το σημερινό σύστημα, θα μπορούν να αφιερωθούν αποκλειστικά στην επιστήμη τους και τη μετάδοσή της στους φοιτητές.

Ο χρόνος εργασίας των επιστημόνων, που σήμερα, με την όλο και μεγαλύτερη αύξηση της παραγωγικότητας, αντί να μειώνεται διπλασιάζεται, εκτινάσσοντας την εκμετάλλευση της πνευματικής εργατικής δύναμης σε απίστευτους δείκτες, θα μπει στη σωστή του βάση, εξασφαλίζοντας στον καθένα το δικαίωμα της ανάπαυσης και της δημιουργικής αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου του.

Τελικά, μόνο σε μια σχεδιασμένη σε όφελος του λαού οικονομία, μπορεί να συμφιλιωθούν και να συνδυαστούν τα προβλήματα που γεννιούνται από τις κοινωνικές και οικονομικές απαιτήσεις, αφ’ ενός, και από την εσωτερική ανάπτυξη της επιστήμης, αφ’ ετέρου. Και δεν έχουμε κανένα λόγο να φοβούμαστε μήπως δε θα μπορέσουμε μόνοι μας, έξω από το σύστημα της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, να προχωρήσουμε. Η χώρα μας διαθέτει τις παραγωγικές δυνάμεις και πάνω απ’ όλα τη βασικότερη, μια έμπειρη και με βελτιωμένο μορφωτικό επίπεδο εργατική τάξη, ένα πολυάριθμο και ικανότατο επιστημονικό δυναμικό.


– Για μια δημιουργική αξιοποίηση της επιστήμης

Η δημιουργική για την κοινωνία χρησιμοποίηση της επιστήμης απαιτεί διεύρυνση και, προπαντός, άλλης ποιότητας Ανώτατη Εκπαίδευση. Ισοκατανομή του ενδιαφέροντος ανάμεσα στις επιστήμες και εξασφάλιση όλων των υλικών προϋποθέσεων για να αναπτυχθούν. Επιστήμονες, που να συμμετέχουν ουσιαστικά στη ρύθμιση της κοινωνικής παραγωγής και τη διεύθυνση της επιστήμης, που θα νιώθουν ελεύθεροι, γνωρίζοντας ότι εργάζονται για σκοπούς που απόλυτα επιδοκιμάζουν.

Απαιτεί, ακόμα, συμμετοχή του λαού στην επιστήμη, μέσα από την ποιοτική και ποσοτική επέκταση μιας ενιαίας για όλους βασικής εκπαίδευσης στα δώδεκα χρόνια. Απαιτεί, σαν συνέχειά της, μια υψηλού επιπέδου επαγγελματική μόρφωση μέσα σε Δημόσιες Επαγγελματικές Σχολές, για όλες εκείνες τις ειδικότητες που δεν απαιτούν πανεπιστημιακή εκπαίδευση ή δεν μπορούν να αποκτηθούν άμεσα μέσα στην παραγωγή. Μόνο έτσι η επιστήμη μπορεί να είναι ελεύθερη και ανοιχτή σε όλο το λαό, όχι μόνο να εμπνέεται από τις ανάγκες του, αλλά και να αξιοποιεί τις ικανότητές του. Γιατί με την ανάπτυξη των ικανοτήτων όλου του ανθρώπινου δυναμικού και όχι με την ταξική επιλογή των λίγων «άξιων», τα επιτεύγματα της επιστήμης μπορούν να πολλαπλασιαστούν και η κοινωνία να προοδεύσει. Η ίδια η ιστορία της επιστήμης απέδειξε ότι οι σπουδαιότερες και πιο δημιουργικές περίοδοι της εξέλιξής της ήταν εκείνες, όπου οι ταξικοί φραγμοί αδυνάτισαν και στην επιστημονική προσπάθεια συμμετείχαν, όχι μόνο οι μορφωμένοι, αλλά και οι άνθρωποι της πρακτικής δουλιάς. Η περίοδος που προηγήθηκε της μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης και, με μια πιο ολοκληρωμένη έννοια, η περίοδος που άνοιξε με την Οχτωβριανή Επανάσταση, ήταν οι πιο λαμπρές στην ιστορία της.

Κάτω από τέτοιους όρους, η επιστήμη, όχι μόνο θα μπορέσει ελεύθερα να αναπτυχθεί, αλλά και να αναπτύξει την πνευματική και πολιτιστική στάθμη του λαού μας σε ένα ανώτερο επίπεδο, να βοηθήσει στην αποκατάσταση του ανθρώπου σαν κοινωνικού ανθρώπου. Γιατί η επιστήμη έχει την ιδιότητα να κατασταλάζει σαν συλλογική συνείδηση της κοινωνίας, και να την απαλλάσσει από δεισιδαιμονίες, προλήψεις και αντικοινωνικές συμπεριφορές, να τη βοηθά να σχηματίζει επιστημονική αντίληψη της πραγματικότητας. Αντίθετα, στις μέρες μας, την ίδια στιγμή που η επιστήμη και η τεχνολογία αποθεώνονται, ο ανορθολογισμός, ο μυστικισμός και η θρησκοληψία, οι διάφορες μορφές σκοταδισμού και αγυρτείας, βρίσκονται στον Κολοφώνα της δόξας τους.

Με όλα αυτά, θέλουμε να καταλήξουμε ότι οι κοινωνικοοικονομικές αναγκαιότητες καθορίζουν τους ρυθμούς και την ποιότητα ανάπτυξης της επιστήμης, άρα και των πανεπιστημίων. Και, σε τελευταία ανάλυση, μόνο οι κοινωνικές εκείνες δυνάμεις, που ενδιαφέρονται πραγματικά για την κοινωνική εξέλιξη και την αλήθεια, τη μόνιμη φιλοδοξία και επιδίωξη της επιστήμης, η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της, μπορούν πραγματικά να απελευθερώσουν τις πιο «ωφέλιμες», μεταμορφωτικές, ανεξάντλητες δυνατότητές της. Ετσι, ο αγώνας για την ανασυγκρότηση της Ανώτατης Εκπαίδευσής μας δεν μπορεί, παρά να συμβαδίζει, να δένεται άρρηκτα με τον αγώνα για τον κοινωνικό μετασχηματισμό.

Γ. Οι βασικές αρχές συγκρότησης της Ενιαίας Ανώτατης Εκπαίδευσης

Γ1. Η επιστήμη και οι υποχρεώσεις του πανεπιστημίου που την υπηρετεί

– Η έννοια της επιστήμης

Πριν αναπτυχθούν οι βασικές προϋποθέσεις για τη συγκρότηση μιας εκπαίδευσης πραγματικά ανώτατης στάθμης και ενιαίας, όσον αφορά το επίπεδο των σπουδών που θα παρέχει και το σκοπό που θα υπηρετεί, είναι σκόπιμο να οριστεί η έννοια της επιστήμης. Εννοια, στην οποία δεν είναι δυνατόν να συμφωνήσουν όλοι, γιατί η επιστήμη, που στην πορεία της ιστορικής της ανάπτυξης μετατράπηκε σε άμεση παραγωγική δύναμη, αποτελεί βασικά μία μορφή κοινωνικής συνείδησης και συνεπώς τμήμα της ιδεολογίας. Και όπως η κυρίαρχη ιδεολογική αντίληψη υπεισέρχεται σε έναν ορισμένο βαθμό στην επιστήμη, έτσι υπεισέρχεται και στον ορισμό της. Για τους αρνητές, π.χ., της αντικειμενικής πραγματικότητας, τους οπαδούς του υποκειμενικού ιδεαλισμού, που στη σύγχρονη μορφή του είναι ο νεοθετικισμός, η επιστήμη δεν μπορεί να σχετίζεται με την αντικειμενική πραγματικότητα, γιατί αυτή δεν υπάρχει, ή είναι ψευδοπρόβλημα, κόσμος των δεδομένων και των γεγονότων και όχι των πραγμάτων. Αρα, δε θα συμφωνήσουν στον παρακάτω επιστημονικό ορισμό της επιστήμης, που είναι επιστημονικός, γιατί σε όλη την ιστορία της επιστήμης επιβεβαιώθηκε από το βασικό κριτήριο της αλήθειας και της επιστημονικότητας, την ίδια την ανθρώπινη πράξη.

Ετσι, η επιστήμη ορίζεται σαν «περιοχή της ανθρώπινης πρακτικής, που ο ρόλος της συνίσταται στην επεξεργασία και στη θεωρητική συστηματοποίηση των αντικειμενικών γνώσεων για την πραγματικότητα. Η έννοια επιστήμη περιλαμβάνει, τόσο τη δραστηριότητα για την ανάπτυξη νέων γνώσεων, όσο και το αποτέλεσμα της δραστηριότητας αυτής: Το σύνολο των επιστημονικών γνώσεων στη δοσμένη στιγμή, που συνολικά διαμορφώνουν την επιστημονική εικόνα του κόσμου» 3.

Η γνώση είναι η αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας από τον άνθρωπο. Αλλά δεν είναι μια απλή σαν σε καθρέφτη, άμεση και πλήρης αντανάκλαση. Αν τα πράγματα ήταν αυτά που φαίνονται, τότε δε θα χρειαζόταν η επιστήμη, έλεγε ο Μαρξ. Η διαδικασία αυτή συνίσταται σε μια σειρά αφαιρέσεις, διατυπώσεις, μορφοποιήσεις, έννοιες, νόμους κλπ., που αγκαλιάζουν σχετικά, προσεγγιστικά, τους καθολικούς νόμους της φύσης και της κοινωνίας, που κινούνται αιώνια και αναπτύσσονται. Ετσι, η γνωστική διαδικασία είναι μια ατέρμονη διαδικασία. Στη διάρκειά της, η αντιστοιχία ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη γνώση γίνεται όλο και πιο προσεγγιστική, χωρίς όμως ποτέ να ταυτίζεται εντελώς.

– Η ειδοποιός διαφορά της Ανώτατης Εκπαίδευσης

Ουσία, λοιπόν, της επιστήμης είναι το αδιάκοπο κυνήγι της αλήθειας, η ανακάλυψη νέας γνώσης, και όχι απλά η επιβεβαίωση της παλιάς, που αναμφισβήτητα αποτελεί συστατικό της στοιχείο. Και ουσία της Ανώτατης Εκπαίδευσης δεν είναι να προετοιμάζει τους σύγχρονους «πνευματικούς χειρώνακτες» με το «επαγγελματικό προσόν» να εφαρμόζουν μονότονα συνταγές, που αδυνατούν να κατανοήσουν. Ουσία της Ανώτατης Εκπαίδευσης είναι να διαμορφώνει επιστήμονες. Ανθρώπους, δηλαδή, ικανούς να αντιμετωπίσουν κάθε νέο πρόβλημα που θα συναντήσουν στην πράξη – στην παραγωγική διαδικασία και στην κοινωνική ζωή -, που να μπορούν να συνεισφέρουν με πρωτότυπη επιστημονική σκέψη, δημιουργικότητα και πρωτοβουλία, σ’ ένα συνειδητό μετασχηματισμό της φυσικής και κοινωνικής πραγματικότητας, στον πλουτισμό της ανθρώπινης γνώσης, της ίδιας της επιστήμης.

Με αυτή την έννοια, η πανεπιστημιακή, η ανώτατη βαθμίδα εκπαίδευσης, είναι βεβαίως επαγγελματική εκπαίδευση, δεν είναι όμως μια απλή επαγγελματική εκπαίδευση. Το ειδοποιό χαρακτηριστικό της, αυτό που τη διαχωρίζει από τις προηγούμενες βαθμίδες της εκπαίδευσης, είναι η σύνδεσή της με την έρευνα και η προσέλκυση των φοιτητών σε δημιουργική επιστημονική, ερευνητική εργασία.

Γίνεται έτσι φανερό, πόσο αρνητικό, για την προετοιμασία των νέων επιστημόνων και το επίπεδο της Ανώτατης Εκπαίδευσής μας, είναι το γεγονός ότι η έρευνα στη χώρα μας βρίσκεται σε χαμηλό επίπεδο και, ουσιαστικά, έξω από τα πανεπιστήμια. Πόσο μάλλον, που η νέα δομή και το υπαγορευόμενο από την «αγορά» περιεχόμενο των σπουδών, καθιστά «απαγορευμένο καρπό» την επαφή των φοιτητών, ακόμη και με αυτήν την περιορισμένη ερευνητική δραστηριότητα, που αναλαμβάνουν τα πανεπιστημιακά τμήματα και οι τομείς.


Ετσι, ουσιώδης προϋπόθεση της Ανώτατης Εκπαίδευσης είναι η μετάδοση στους φοιτητές της ικανότητας να σκέφτονται και να δρουν επιστημονικά και όχι απλά η διδασκαλία των μεθόδων ιδιοποίησης της γνώσης, της αποστήθισής της ή της αναζήτησής της στις πηγές της, όπως, στην καλύτερη περίπτωση, γίνεται σήμερα. Η εξοικείωση, δηλαδή, των φοιτητών, σε όλη τη διάρκεια των σπουδών τους, με την επιστημονική δουλιά, μέσα από μορφές αυτοτελούς εργασίας, που βοηθούν στην ανάπτυξη της σκέψης, της δραστηριότητας και της πρωτοβουλίας, στην κατάκτηση των μεθόδων της επιστημονικής έρευνας. Στην αρχή, μέσα από πιο απλές μορφές, όπως οι ετήσιες εργασίες, που μπορούν να αποτελούν ανασκοπήσεις από δημοσιεύματα και επιστημονικά συγγράμματα, ή μικρές πειραματικές έρευνες. Στη συνέχεια, με ολοένα πολυπλοκότερες, όπως, για παράδειγμα, μέσα από ειδικά επιστημονικά σεμινάρια, όπου θα εξετάζονται οι νεότερες επιτεύξεις της επιστήμης της αντίστοιχης ειδικότητας και οι σύγχρονες μέθοδοι των επιστημονικών ερευνών, στα οποία οι φοιτητές θα καλούνται να εισηγηθούν διάφορα θέματα και να συμμετέχουν ενεργά στις συζητήσεις. Στο τελειωτικό, δε, στάδιο, μέσα από τις διπλωματικές εργασίες, όπου οι φοιτητές θα πρέπει να αποκτήσουν την ικανότητα διεξαγωγής πειραμάτων ή ερευνών, ανάλυσης των αποτελεσμάτων τους, αφαιρετικής επεξεργασίας των πιο ουσιαστικών στοιχείων τους και γενίκευσης συμπερασμάτων. Να εισχωρήσουν, δηλαδή, στη μεθοδολογία της έρευνας, στην πορεία της γνώσης από το μοναδικό (συγκεκριμένο) στο ειδικό και από εκεί στο γενικό. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι εργασίες αυτές μπορεί να αποτελέσουν ουσιαστικά επιστημονικές έρευνες.

– Βασικές προϋποθέσεις της δομής και του περιεχομένου των ανώτατων σπουδών

Ωστόσο, κάθε δημιουργική εργασία στη σύγχρονη επιστήμη προϋποθέτει υψηλό επίπεδο γενικής και ειδικής παιδείας. Για να μπορέσει ο φοιτητής να εκπονήσει διπλωματική εργασία σε επίπεδο μιας μικρής επιστημονικής έρευνας, είναι φανερό ότι θα πρέπει να έχει αποκτήσει βαθιά γνώση των νόμων της επιστήμης του, αλλά και της αλληλοσύνδεσής της με τους άλλους επιστημονικούς κλάδους. Να κατανοήσει τη θέση της επιστήμης που μελετά στο γενικότερο σύστημα της γνώσης, στο σημερινό επίπεδο ανάπτυξής της. Να κατακτήσει τις θεμελιώδεις γενικές γνώσεις, που αποτελούν τη βάση του επιστημονικού του αντικειμένου, τις ειδικές επιστημονικές γνώσεις του αντικειμένου του και, προς το τέλος των σπουδών του, να εμβαθύνει τη γνώση του σε έναν περισσότερο εξειδικευμένο τομέα της ειδικότητας. Η εμβάθυνση αυτή αποτελεί όρο για την προσέγγιση της ερευνητικής διαδικασίας μέσα από την πτυχιακή εργασία, γιατί ο περιορισμός του αντικειμένου σε έναν πιο ειδικό τομέα, αποτελεί προϋπόθεση της έρευνας. Ταυτόχρονα όμως, ο συνδυασμός συστηματικής γενικής εκπαίδευσης και ειδίκευσης, η σύνδεση της θεωρητικής γνώσης με την εφαρμογή της, οδηγεί σε υψηλό επίπεδο επαγγελματικών εφοδίων, που εξασφαλίζει ακόμη μεγαλύτερη κινητικότητα στον απόφοιτο των ΑΕΙ, μέσα από την κατανόηση της διαδικασίας μετάβασης από το γενικό στο ειδικό. Επομένως, η εμβάθυνση αποτελεί αναγκαίο, αναφαίρετο τμήμα των προπτυχιακών σπουδών και την κορύφωσή τους. Ετσι, δεν μπορεί να αποσπάται σε ένα δεύτερο, μεταπτυχιακό κύκλο, όπως γίνεται σήμερα στις περισσότερες σχολές και όπως προβλέπεται να γενικευτεί στη συνέχεια, με βάση τις προδιαγραφές της Μπολόνια, και στις λιγοστές υπόλοιπες, που τη συμπεριλαμβάνουν στο πρόγραμμά τους. Αντίθετα, η διάρκεια των σπουδών θα πρέπει να αυξηθεί στα πέντε χρόνια στις περισσότερες περιπτώσεις των σημερινών τετράχρονων σπουδών, σαν αναγκαίος όρος μιας βαθιά ποιοτικής ανάπτυξής τους.

Οσο για τις μεταπτυχιακές σπουδές, πρέπει να ανήκουν σε έναν ενιαίο κύκλο και να οδηγούν αποκλειστικά στο διδακτορικό δίπλωμα. Η διάκρισή τους από τις προπτυχιακές σπουδές βρίσκεται στο ότι στις μεταπτυχιακές σπουδές το βάρος δίνεται στην παραγωγή νέας γνώσης, ενώ αντίθετα στις προπτυχιακές, στην κατάκτηση της ήδη παραγμένης. Και χρησιμοποιείται η λέξη βάρος, γιατί, όπως ειπώθηκε, η εξοικείωση με την ερευνητική διαδικασία είναι βασική προϋπόθεση των προπτυχιακών, όπως, αντίστοιχα, η παρακολούθηση κύκλου μαθημάτων, η διδασκαλία, είναι στοιχείο και του μεταπτυχιακού κύκλου, που οδηγεί στο διδακτορικό δίπλωμα.

Σ’ αυτά τα πλαίσια, τα Ανώτατα Ιδρύματα πρέπει να αποτελούν μεγάλα εκπαιδευτικά και επιστημονικά κέντρα, στα οποία να διεξάγεται ουσιαστική ερευνητική εργασία. Η ανάπτυξη της επιστήμης στα πανεπιστήμια δημιουργεί τη βάση για την εκπαίδευση ειδικών επιστημόνων υψηλής ειδίκευσης, την αναπαραγωγή του επιστημονικού τους προσωπικού, καθώς και για την προσέγγιση αρχών και μεθόδων τελειοποίησης της διδακτικής και παιδαγωγικής εργασίας. Η διεξαγωγή έρευνας είναι, λοιπόν, πρωταρχικής σημασίας πλευρά της δραστηριότητας των Ανώτατων Ιδρυμάτων. Ο προσανατολισμός της έρευνας σε ωφέλιμους για το λαό σκοπούς, η διάθεση πόρων για την πανεπιστημιακή έρευνα, θεμελιακή και εφαρμοσμένη, η μετατόπιση του κέντρου βάρους της ερευνητικής εργασίας από τα απροσπέλαστα μονοπωλιακά ερευνητικά κέντρα και εργαστήρια, κατ’ εξοχήν στα πανεπιστήμια, στα τμήματα και τους τομείς τους, σε συνθήκες απόλυτης διαφάνειας για την πλατιά διάδοση των αποτελεσμάτων, τον κοινωνικό έλεγχό της και τη σύνδεσή της με την εκπαίδευση, είναι καθοριστικοί παράγοντες για μια υψηλού επιπέδου Ανώτατη Εκπαίδευση, στην υπηρεσία του λαού.

Γ2. Ο κοινωνικός ρόλος της επιστήμης και της Ανώτατης Εκπαίδευσης

– Η σύνδεση της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης με την παραγωγή

Οι υπερασπιστές της αναδιάρθρωσης της Ανώτατης Εκπαίδευσης, υποστηρίζουν, όπως στο πρώτο μέρος αναπτύχθηκε, ότι η δραματική υποβάθμιση και συρρίκνωση της διάρκειας των σπουδών, αποτελεί μια «αντικειμενική» και αναπόφευκτη διαδικασία που αποσκοπεί στη σύνδεση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της παραγωγής. Από την άλλη πλευρά, η παραμορφωτική επίδραση του μονοπωλιακού ελέγχου των Πανεπιστημίων πάνω στην επιστήμη, τις σπουδές και το μέλλον των αποφοίτων, γεννά σε αρκετούς την αντίληψη, ότι η λύση βρίσκεται στην αποσύνδεση της Ανώτατης Εκπαίδευσης από την παραγωγή. Και οι δύο αυτές αντιλήψεις, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν εξισώνονται (γιατί η πρώτη αποτελεί την κυρίαρχη απαίτηση των μονοπωλίων, ενώ η δεύτερη αποτελεί αυθόρμητη αντίδραση στην καταπίεση), έχουν την ίδια βάση. Αποσυνδέουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, της επιστήμης και του ανθρώπινου δυναμικού, από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Ετσι και οι δύο λογικές καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα της «αποειδίκευσης». Της μετατόπισης δηλαδή της επιστημονικής ειδίκευσης έξω από το πτυχίο, σε μεταπτυχιακούς κύκλους ειδίκευσης ή μέσα στην παραγωγή. Η νομιμοποίηση αυτής της πολιτικής έρχεται από τη θεωρία, άλλοθι της ανεργίας, για την «αυταξία» της γνώσης. Σύμφωνα με αυτή, η γνώση έχει μια ανεξάρτητη από συγκεκριμένους σκοπούς αξία, που σε τελευταία ανάλυση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι σπουδές δεν είναι απαραίτητο να συνδέονται με συγκεκριμένο επάγγελμα, μπορούν να αποσκοπούν απλά στη χρήσιμη για τη ζωή, γενική καλλιέργεια του ανθρώπου. Η θεωρία μάλιστα αυτή ενισχύεται από το πλαστό δίλημμα «μόρφωση ή ειδίκευση». Η απάντηση στο θέμα αυτό είναι καθαρή. Δεν υπάρχει διάσταση ανάμεσα στη μόρφωση και την ειδίκευση. Αντίθετα, η γενική, βασισμένη στις θεμελιώδεις γνώσεις κάθε επιστήμης, μόρφωση είναι προϋπόθεση μιας αληθινά επιστημονικής ειδίκευσης. Οσο για την πλατιά εγκύκλια μόρφωση, δεν είναι υπόθεση της Ανώτατης Εκπαίδευσης να την προσφέρει. Είναι υπόθεση κατ’ αρχήν των προηγούμενων βαθμίδων της εκπαίδευσης, του Ενιαίου Δωδεκάχρονου Βασικού Υποχρεωτικού Σχολείου, που θα θέσει τις βάσεις της, και της δημιουργίας στη συνέχεια, ενός συστήματος δημόσιας και δωρεάν λαϊκής επιμόρφωσης που θα παρέχεται ελεύθερα σε όλο το λαό, χωρίς μάλιστα τη δοκιμασία των εισαγωγικών εξετάσεων. Η πανεπιστημιακή εκπαίδευση είναι επαγγελματική εκπαίδευση, ανώτατου επιπέδου που οφείλει, συνδυάζοντας τη θεωρία με την πράξη σε όλη τη διάρκεια των σπουδών, να προετοιμάζει τους αποφοίτους της ώστε να αναλάβουν συγκεκριμένα καθήκοντα μέσα στο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής.

Γιατί η επιστήμη είναι προπαντός μέσον για τη μεταμόρφωση του κόσμου. Δε σπουδάζουμε για να σπουδάζουμε, αλλά κυρίως για να αλλάξουμε συνειδητά τον κόσμο που μας περιβάλλει, να τον φέρουμε στα ανθρώπινα μέτρα. «Ο μετασχηματισμός της φύσης και της κοινωνίας από τον άνθρωπο, είναι το πιο άμεσο θεμέλιο της ανθρώπινης γνώσης και η διάνοια του ανθρώπου μεγάλωσε από τη στιγμή που έμαθε να μεταμορφώνει την ύλη».4 Γι’ αυτό η πρακτική, «η εργασία, η ακατάπαυστη υλική δημιουργία των ανθρώπων, με μια λέξη, αυτή η παραγωγή είναι η βάση ολόκληρου του αισθητού κόσμου τέτοιος που είναι σήμερα».5 Ακόμη και οι πιο αφηρημένες επιστήμες, έχουν τη ρίζα τους στα πρακτικά προβλήματα που αντιμετώπισε ιστορικά η ανθρωπότητα, σε οικονομικές επιδιώξεις και στην προσπάθεια επιβολής της ταξικής κυριαρχίας.

Οι ανάγκες δηλαδή της παραγωγής, οι ανάγκες του κοινωνικοοικονομικού συστήματος γενικότερα, καθορίζουν τις προτεραιότητες, τους σκοπούς, τα προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει η επιστήμη. Από την εποχή μάλιστα της βιομηχανικής επανάστασης, που ο καπιταλισμός μετέτρεψε την επιστήμη σε άμεση παραγωγική δύναμη, από τη στιγμή που η παραγωγική διαδικασία αποτελεί σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό, τεχνολογική εφαρμογή της επιστήμης (με την ενσωμάτωσή της στα μέσα παραγωγής, στις μορφές οργάνωσης και διεύθυνσης της εργασίας, στο πολιτιστικο-τεχνικό επίπεδο των εργαζομένων), η σύνδεση της επιστήμης με την παραγωγή γίνεται ολοένα στενότερη.

Αρα στόχος μας δεν είναι να αποσυνδέσουμε την Ανώτατη Εκπαίδευση από την παραγωγή, αλλά να συνδέσουμε την παραγωγή -άρα και τα Πανεπιστήμια – με τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες, με την αδιάκοπη ανάπτυξη του υλικού και πνευματικού επιπέδου του συνόλου του λαού. Αυτός πρέπει να είναι ο κοινωνικός ρόλος των Πανεπιστημίων και όχι η μετατροπή τους σε εξάρτημα της «αγοράς», για να αυξηθούν τα κέρδη και η εξουσία των μονοπωλίων.

Γιατί αυτό που συντελείται σήμερα στα Πανεπιστήμια δεν είναι τίποτα άλλο παρά σύνδεση με τις αντικοινωνικές ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής. Ποιο μπορεί να είναι π.χ. το νόημα του ευρωπαϊκού σλόγκαν της «εκμάθησης της μάθησης», και της «διά βίου κατάρτισης», αν όχι η προσπάθεια συγκάλυψης μιας πραγματικότητας όπου θα μαθαίνουμε για να μαθαίνουμε αφού τον περισσότερο χρόνο οι πιο πολλοί θα είναι άνεργοι;

Αλλωστε η πράξη δεν είναι μόνο η βάση της γνώσης, αλλά και κριτήριο της αλήθειας της. Στην πορεία της πρακτικής, ελέγχονται οι έννοιες και οι θεωρίες μας και απορρίπτονται οι λαθεμένες. Η ορθότητα δηλαδή της αντανάκλασης της πραγματικότητας μπορεί να διαπιστωθεί μόνο μέσα στην ίδια την πραγματικότητα.

Οι παραπάνω επισημάνσεις, οδηγούν, στη συνέχεια, σε ορισμένα κριτήρια για τη συγκρότηση των πανεπιστημιακών σπουδών. Κυρίως στο βασικό κριτήριο της διαμόρφωσης των ειδικοτήτων των πανεπιστημιακών σπουδών, που δεν μπορεί να είναι μόνο επιστημονικό, αλλά να συνδυάζει την επιστημονικότητα του αντικειμένου με τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες που έρχεται να υπηρετήσει.

4 Φρ. Ενγκελς, «Η Διαλεκτική της Φύσης»

5 Κ. Μαρξ, Φ. Ενγκελς, «Γερμανική Ιδεολογία»

– Για τη σχέση θεωρίας και εφαρμογής. Οι θεμελιώδεις και εφαρμοσμένες επιστήμες

Οπως ήδη αναφέρθηκε στο πρώτο μέρος, η τάση «αποειδίκευσης» των σπουδών συνοδεύεται από την ισοδύναμή της τάση μετάδοσης εφήμερων και στενών γνώσεων, που προκύπτουν από τον κατατεμαχισμό των επιστημονικών αντικειμένων, μιας «υπερεξειδίκευσης», αποσπασμένης από το θεωρητικό της υπόβαθρο. Αρα η υπογράμμιση της σημασίας της πράξης, δεν πρέπει να εκληφθεί σαν αποδοχή του εμπειρισμού, που αποτελεί συστατικό των σπουδών που διαμορφώνουν οι υποδείξεις της «αγοράς». Η αφετηρία της γνώσης και της επιστήμης από το συγκεκριμένο, δεν μπορεί να περιορίζεται σε αυτό. Η ανάπτυξη της επιστήμης απαιτεί να αποσπαστεί από άμεσα πρακτικά καθήκοντα, να γενικεύσει τα δεδομένα, να ορίσει έννοιες, να αναζητήσει τους νόμους που κυβερνούν τα γεγονότα. Η νόηση, στην πορεία της από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο, δεν απομακρύνεται από την αντικειμενική αλήθεια, αντίθετα την πλησιάζει. Οι αφηρημένοι και γενικοί νόμοι των σύγχρονων μαθηματικών π.χ. μπορεί να είναι πολύ πιο απομακρυσμένοι από την άμεση εμπειρία απ’ ό,τι οι νόμοι της πρακτικής αριθμητικής, δίνουν όμως μια πολύ πιο αντικειμενική εικόνα της πραγματικότητας.

Στην εποχή μας, η σχετική ανεξαρτησία της θεωρίας από την πράξη μεγάλωσε σημαντικά σε σχέση με το παρελθόν και ακριβώς αυτό το γεγονός δημιούργησε τις θεωρητικές προϋποθέσεις νέων εφαρμογών στην παραγωγή και ίδρυσης μιας σειράς νέων βιομηχανικών κλάδων. Η ενότητα της επιστημονικής θεωρητικής γνώσης και πράξης αποτελεί έμμεση ενότητα. Η απομάκρυνση του θεωρητικού από τους άμεσους πρακτικούς σκοπούς, αποτελεί αναγκαίο όρο για να μπορεί η επιστήμη να ξεπερνά τα όρια της εμπειρίας.

Ούτε όμως η εφαρμοσμένη έρευνα πρέπει να κατανοείται σαν εμπειρισμός, σαν μια υποδεέστερη, μη επιστημονική εργασία. Προϋπόθεσή της είναι επίσης η θεωρητική έρευνα, η ανακάλυψη συγκεκριμένων νομοτελειών κι όχι μια απλή άμεση εφαρμογή αφηρημένων θεωρητικών εννοιών και νόμων.

Στη βάση του καταμερισμού της έρευνας, οι επιστήμες χωρίζονται γενικά, σε θεμελιώδεις ή θεωρητικές και σε πρακτικές ή εφαρμοσμένες, ανάλογα με την κατεύθυνση και την άμεση σχέση τους με την παραγωγή.

Οι θεμελιώδεις επιστήμες εξετάζουν τους νόμους που κατευθύνουν τη συμπεριφορά και την αλληλεπίδραση των βασικών δομών της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης, τους οποίους μελετούν σε «καθαρή» μορφή και όχι με αποκλειστικό σκοπό μια πιθανή εφαρμογή τους. Ετσι οι θεμελιώδεις επιστήμες μπορούν να εισαχθούν στην κατάταξη των επιστημών που έκανε ο Ενγκελς,6 με βάση τις μορφές κίνησης της ύλης, επειδή αυτές ακριβώς οι μορφές κίνησης της ύλης, καθώς και η αμοιβαία μετατροπή τους, είναι το αντικείμενο της μελέτης τους.

Ο άμεσος σκοπός των πρακτικών επιστημών είναι η χρησιμοποίηση των αποτελεσμάτων των θεμελιωδών επιστημών για τη λύση όχι μόνο γνωστικών αλλά και κοινωνικών και πρακτικών προβλημάτων.

Ανάμεσα στις θεωρητικές και πρακτικές επιστήμες, δεν υπάρχουν σινικά τείχη.

Η ενότητα των θεωρητικών και των πρακτικών επιστημών συνίσταται στο γεγονός ότι οι θεωρητικές επιστήμες έχουν την καταγωγή τους στην πρακτική, και επιστρέφουν σε αυτή, μέσα από τις εφαρμογές τους. Συχνά π.χ. μέσα από την εφαρμοσμένη έρευνα μπορεί να προκύψουν θεμελιώδεις έννοιες και αντίστροφα η βασική έρευνα μπορεί να οδηγήσει κατευθείαν σε εφευρέσεις. Γενικότερα, στην ιστορία της επιστήμης επανειλημμένα θα δούμε μια αλληλοτροφοδοτούμενη σχέση ανάμεσα στις θεωρητικές και τις εφαρμοσμένες γνώσεις, όπου νέες οπτικές εξέτασης των θεωρητικών προβλημάτων εμφανίζονται μέσα από την τεχνική και αντίστροφα νέες θεωρητικές έρευνες οδηγούν στη δημιουργία νέων εφαρμοσμένων κλάδων. Γι’ αυτό οι θεωρητικές επιστήμες δεν μπορούν να θεωρηθούν ανεξάρτητες από τις τεχνολογικές και η θεωρία δεν μπορεί να αποσπαστεί από την εφαρμογή της, ούτε το αντίστροφο. Η πρακτική παρακμάζει και εκφυλίζεται όταν δεν τροφοδοτείται από την αφηρημένη σκέψη.

– Το πρόβλημα των ΤΕΙ

Στα πλαίσια της ανάγκης η σπουδή των τεχνικών επιστημών να είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη θεωρητική της βάση, είναι αδιανόητη η ύπαρξη των ΤΕΙ σαν β΄ κατηγορίας τεχνολογική «ανώτατη» αλλά μη πανεπιστημιακή εκπαίδευση, πλάι σε άλλα Ανώτατα τεχνολογικού χαρακτήρα Ιδρύματα (όπως τα Πολυτεχνεία), τα οποία όμως είναι πανεπιστημιακά. Πρόκειται για μια νέα μορφή διαιώνισης του ερμαφρόδιτου χαρακτήρα τους, κάτι ανάμεσα σε Επαγγελματική Σχολή και Πανεπιστήμιο, που η μόνη ανάγκη που έρχεται να εξυπηρετήσει είναι αυτή της ακόμη φθηνότερης και ταχύτερης αναπαραγωγής ενός μεσαίου και περισσότερου «εύκαμπτου» εργατικού δυναμικού. Είναι φανερό ότι η διάκριση των ΤΕΙ από τα αντίστοιχου αντικειμένου ΑΕΙ, γίνεται στη βάση της αποκοπής των ΤΕΙ από τη θεωρητική γνώση, από τη δυνατότητά τους να αναπαράγουν την επιστήμη και το επιστημονικό τους δυναμικό.

Η διάκριση αυτή έχει ταξικό χαρακτήρα και οι ρίζες της βρίσκονται βαθιά στην ιστορία, στο μεγαλύτερο μέρος της οποίας, οι δυο κλάδοι της τεχνικής και της επιστημονικής γνώσης, βάδισαν χωριστά. Παρότι η τεχνική στην εποχή μας είναι πια προϊόν της βαθιάς ανάπτυξης της επιστημονικής γνώσης, έγινε επιστήμη, τεχνολογία, η υποτίμηση της τεχνικής διατηρείται ως τις μέρες μας. Στις προηγούμενες βαθμίδες της εκπαίδευσης εκφράζεται με το διαχωρισμό του λυκείου (ως σχολείου γενικής παιδείας αποσπασμένης από την πρακτική) και των ΤΕΕ, των ΙΕΚ, των ΚΕΚ, στην Ανώτατη Εκπαίδευση με τη διάκρισή της σε ΑΕΙ-ΤΕΙ, πανεπιστημιακή – μη πανεπιστημιακή.

Ωστόσο στην πορεία ανάπτυξής τους ορισμένα από τα ΤΕΙ ξεπέρασαν τον αρχικό προορισμό τους και μπορούμε να πούμε ότι διαθέτουν ένα ικανοποιητικό για την Ανώτατη Εκπαίδευση επίπεδο σπουδών, υποδομής και διδακτικού προσωπικού. Επομένως ωριμάζουν οι συνθήκες να πάψουν να αποτελούν υποβαθμίδα των ΑΕΙ, ή διακριτή κατηγορία ενός συνονθυλεύματος «ανώτατης» εκπαίδευσης. Η ίδια η ανάπτυξη της τεχνολογίας την οποία κυρίως υπηρετούν, αλλά και η κοινωνική ανάγκη για ανώτατου, επιστημονικού επιπέδου στελέχη της παραγωγής, οδηγεί εκ των πραγμάτων στην άρση του διαχωρισμού τους από τα ΑΕΙ. Ωστόσο εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ακόμη σοβαρά προβλήματα. Προβλήματα που ξεκινούν από τον περιορισμένο χαρακτήρα του αντικειμένου των σπουδών τους, που στις περισσότερες περιπτώσεις αποτελούν υποδιαιρέσεις αντικειμένων τμημάτων των ΑΕΙ, προβλήματα υποδομής και διδακτικού προσωπικού, αφού σε πολύ μεγάλο ποσοστό η διδασκαλία σε αυτά καλύπτεται από έκτακτο προσωπικό, ή προσωπικό που δε διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα για την ιδιότητα του πανεπιστημιακού. Οι ίδιες οι εξελίξεις πιέζουν για να βρεθεί λύση. Λύση που θα παίρνει υπόψη της προβλήματα που υπάρχουν και στα ΑΕΙ, σε μια διαδικασία συγκρότησης της Ενιαίας Ανώτατης Εκπαίδευσης, που θα εξετάσουμε παρακάτω.

– Το πρόβλημα των ΑΕΙ

Μέσα και σε αυτήν την Ανώτατη – Πανεπιστημιακή εκπαίδευση, έχει εισχωρήσει (και με την εξέλιξη που προδιαγράφεται θα επεκταθεί) η λογική της συγκρότησης τμημάτων με παρεμφερή προς εκείνα των ΤΕΙ, περιορισμένα, αντικείμενα σπουδών. Τμημάτων δηλαδή, που εξαιτίας της μονομέρειας των σπουδών που συνοδεύεται συνήθως από τη συρρίκνωση της γενικής θεωρητικής βάσης τους, στενεύουν τον ορίζοντα της γνώσης και δημιουργούν απόφοιτους που δεν ταιριάζουν στο σύγχρονο επίπεδο της παραγωγής και της επιστήμης, που ανατρέπει διαρκώς την τεχνική της βάση, απαιτώντας όλο και μεγαλύτερη κινητικότητα των αποφοίτων της Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Αυτός ο τεμαχισμός θα πρέπει να αποφεύγεται και η ειδίκευση σε πιο περιορισμένους τομείς του κάθε επιστημονικού αντικειμένου να περνά μέσα από κατευθύνσεις σπουδών που μπορούν να ξεκινούν προς το μέσον των σπουδών. Οι βάσεις τους όμως θα μπαίνουν από το πρώτο έτος των σπουδών, έτσι ώστε να υπάρχει μια αδιάσπαστη ενότητα θεωρίας και πράξης σε όλη τη διάρκειά τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του τεμαχισμού των σπουδών αποτελούν οι διάφορες στενές ειδικεύσεις της Οικονομικής Επιστήμης με τμήματα λογιστικής και χρηματοοικονομικής, τραπεζικής διοικητικής, στατιστικής, ασφαλιστικής κλπ.

Από την άλλη πλευρά, έχουμε τη συγκρότηση τμημάτων γενικόλογου, σεμιναριακού χαρακτήρα, που προσφέρουν γεύσεις από μια μεγάλη γκάμα επιστημονικών κλάδων και περιοχών, π.χ. τμήμα επιστημών της θάλασσας, τμήμα επιστημών της τέχνης, τμήμα περιβάλλοντος κλπ. Τμημάτων δηλαδή αποσυνδεμένων από οποιαδήποτε κοινωνική χρησιμότητα και από την πρόσβαση σε κάποιο επάγγελμα. Ταυτόχρονα τα ΑΕΙ κουβαλούν μια παλιότερη αμαρτία. Ενας μεγάλος αριθμός τμημάτων τους, έχει θεωρητικό χαρακτήρα, αποσπασμένο από την πράξη και με ακαθόριστη κοινωνική αποστολή. Και αν αυτό, την εποχή της δημιουργίας τους, εβδομήντα και περισσότερα χρόνια πριν, που οι γνώσεις ήταν λιγότερες και η τεχνολογία δεν είχε φτάσει στο σημερινό επίπεδο ανάπτυξής της, μπορεί να ήταν σωστό, σήμερα είναι ξεπερασμένο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι λεγόμενες «καθηγητικές» σχολές (Μαθηματικό, Φυσικό, Χημικό, Φιλοσοφική κλπ.), που δε δίνουν στους αποφοίτους τους ούτε τα απαραίτητα παιδαγωγικά εφόδια για να διδάξουν στη μέση εκπαίδευση, ούτε τους προετοιμάζουν ολοκληρωμένα για μια σειρά άλλους τομείς της παραγωγής. Ετσι αφήνουν ανοιχτό το δρόμο στις νέες μονοπωλιακές ρυθμίσεις για μετατόπιση της επιστημονικής ειδίκευσης στο μεταπτυχιακό επίπεδο και αποσύνδεση των προπτυχιακών σπουδών από το επάγγελμα. Οσο μάλιστα οι θέσεις των διδασκόντων στα σχολεία λιγοστεύουν, σαν συνέπεια της πολιτικής που απομακρύνει πρόωρα τους μαθητές από την εκπαίδευση και μειώνει τις δαπάνες, το πρόβλημα της ανεργίας των αποφοίτων αυτών των τμημάτων μεγαλώνει. Δυστυχώς στα ιστορικά αυτά τμήματα, προστέθηκαν στην πορεία και νέα, όπως το τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης, τα διάφορα τμήματα Γεωγραφίας και αρκετά άλλα, που παρότι το αντικείμενο των σπουδών τους είναι επιστημονικό, οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια τους αποφοίτους τους στην ανεργία και σε αντιπαραθέσεις με άλλες ειδικότητες, για το ποιος θα πρωτοδιδάξει τα παρεμφερή μαθήματα στα σχολεία.

Η δημιουργία νέων τμημάτων, αλλά και η αναμόρφωση των προγραμμάτων των παλιών, δεν μπορεί να μην παίρνει υπόψη της την οικονομία της χώρας μας, στη δυναμική βεβαίως μιας πλήρους ανάπτυξής της σε όφελος του λαού. Η ανάπτυξη μιας σειράς θεμελιωδών επιστημών δεν είναι απαραίτητο να περνά μέσα από τη δημιουργία τμημάτων παραγωγής αποκλειστικά ερευνητών, αλλά μέσα από τα γενικά τμήματα των Πανεπιστημιακών σχολών και τα μεταπτυχιακά που οδηγούν σε διδακτορικό δίπλωμα.

– Η διαδικασία συγκρότησης της Ενιαίας Ανώτατης Εκπαίδευσης

Από τα παραπάνω διαπιστώνεται ότι υπάρχει μια απίστευτη διαφοροποίηση στις σπουδές της Ανώτατης Εκπαίδευσης, που το κοινό τους στοιχείο είναι το, κατά κανόνα, μέσο ή και χαμηλό επίπεδο των σπουδών και προπαντός η αναντιστοιχία τους με τις πραγματικές, σύγχρονες, ανάγκες των αποφοίτων τους και της κοινωνίας.

Η κατάσταση, μέσα από μια πορεία διαρκούς επιδείνωσης, έφτασε πια στο απροχώρητο. Η μόνη λύση που μπορεί να υπάρξει, είναι η ανασυγκρότηση της Ανώτατης Εκπαίδευσης με τη διαμόρφωση μιας Ενιαίας, Δημόσιας και Δωρεάν, Ανώτατης Εκπαίδευσης, χωρίς κύκλους σπουδών και αντιεπιστημονικούς διαχωρισμούς, που να ανταποκρίνεται πραγματικά στον κοινωνικό της ρόλο.

Βασική προϋπόθεση αυτής της ανασυγκρότησης, είναι η επανεξέταση και ο επανακαθορισμός των επιστημονικών αντικειμένων των τμημάτων της ΑΕ, στη βάση των πραγματικών κοινωνικών αναγκών και των αναγκών ανάπτυξης της επιστήμης. Η διευκρίνιση δηλαδή, με τι ασχολείται, τι μελετά, ποιος είναι ο κύκλος των βασικών προβλημάτων που λύνει, το επιστημονικό αντικείμενο που διδάσκεται σε κάθε πανεπιστημιακό τμήμα. Διευκρίνιση που ασφαλώς δε θα γίνει στο κενό, αλλά θα πάρει υπόψη της τη διαμορφωμένη πραγματικότητα, χωρίς να υποταχθεί σε αυτή. Στα πλαίσια αυτά, παράλληλα με την αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών των ΑΕΙ, πιθανά θα χρειαστούν και ριζικότερου χαρακτήρα αλλαγές, που θα προωθούν τη σημερινή πραγματικότητα των Πανεπιστημιακών σπουδών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ανάγκη διαμόρφωσης ενιαίων Παιδαγωγικών σχολών, με παιδαγωγικά τμήματα που θα εξασφαλίζουν ταυτόχρονα με την ειδικότητα διδασκαλίας και την παιδαγωγική επάρκεια, όχι σαν συμπληρωματικό προσόν που θα αποκτάται σε πρόσθετο κύκλο σπουδών, αλλά σαν βασικό επιστημονικό υπόβαθρο του εκπαιδευτικού.

– Κριτήρια καθορισμού του επιστημονικού αντικειμένου

Ο καθορισμός του επιστημονικού αντικειμένου είναι βεβαίως μια σύνθετη υπόθεση. Γίνεται ακόμη πιο σύνθετη εξ αιτίας του ανταγωνιστικού χαρακτήρα των κοινωνικών σχέσεων. Διαφορετικά αντιλαμβάνεται τις κοινωνικές ανάγκες η άρχουσα τάξη της κοινωνίας μας και διαφορετικά ο λαός. Διαφορετικές είναι οι ανάγκες σε μια οικονομία που υπηρετεί την κυριαρχία των μονοπωλίων και διαφορετικές σε μια οικονομία που βάζει στόχο της την καθολική πρόοδο. Ταυτόχρονα όμως ο καθορισμός των επιστημονικών αντικειμένων, είναι αντικείμενο και της γνωσιολογίας. Υπόκειται δηλαδή και σε εσωτερικούς, της ίδιας της ανάπτυξης της επιστήμης, όρους.

Γενικά οι επιστήμες προσδιορίζονται και διακρίνονται μεταξύ τους από το αντικείμενο της έρευνάς τους, το οποίο όμως εγγράφει τις οικονομικοκοινωνικές ανάγκες που η επιστήμη υπηρετεί. Ο ορισμός του είναι απαραίτητος, για να κατανοηθεί η θέση της κάθε επιστήμης μέσα στο σύστημα των γνώσεων. Θέση που δεν παραμένει αναλλοίωτη, όσο η δοσμένη επιστήμη, αλλά και το σύστημα των υπόλοιπων επιστημών, αναπτύσσονται. Ο καθορισμός του επιστημονικού αντικειμένου παρουσιάζει ακόμα πολλές δυσκολίες επειδή η επισήμανση των θεμάτων της έρευνάς του δεν είναι καθόλου απλή. Πρέπει να εξηγηθεί για ποιο λόγο τα θέματα αυτά αποτελούν αντικείμενο της συγκεκριμένης επιστήμης, ποιες είναι οι ποιοτικές διαφορές τους από άλλα θέματα που αποκλείονται από το πεδίο της. Επιπλέον, ο ορισμός του επιστημονικού αντικειμένου, δεν πρέπει να περιορίζει τις δυνατότητες ανάπτυξής του, γι’ αυτό χρειάζεται να επανεξετάζεται διαρκώς.

Παρόλη τη συνθετότητά του, η επίλυση του θέματος αυτού, είναι καθοριστικής σημασίας για την Ανώτατη Εκπαίδευση και το μέλλον των αποφοίτων της. Επίλυση που μπορεί να προκύψει μέσα από μια πλατιά συζήτηση, που από σήμερα χρειάζεται να ανοίξει, ανάμεσα στους ενδιαφερόμενους, τους πανεπιστημιακούς, το διδακτικό προσωπικό των ΤΕΙ, τους επιστήμονες και τεχνολόγους, τους φοιτητές και σπουδαστές.

Στη βάση του καθορισμού των επιστημονικών αντικειμένων των τμημάτων που προσδιορίζει και την κοινωνική τους λειτουργία, μπορεί να δοθεί λύση και στο άλλο ακανθώδες πρόβλημα των επαγγελματικών δικαιωμάτων.

– Η απάντηση στο πρόβλημα των ΤΕΙ

Μόνον έτσι μπορεί βεβαίως να δοθεί οριστική λύση και στο χρόνιο πρόβλημα της «τριτοβάθμιας» εκπαίδευσης, να ξεπεραστεί η αναχρονιστική διάκριση σε ΑΕΙ – ΤΕΙ. Η διαδικασία αποσαφήνισης των επιστημονικών αντικειμένων σε συνδυασμό με τις κοινωνικές ανάγκες, θα προσδιορίσει ταυτόχρονα και σε ποια βαθμίδα εντάσσεται το γνωστικό αντικείμενο κάθε τμήματος. Στη συνέχεια, θα πρέπει να δοθεί στα αντίστοιχα τμήματα των ΤΕΙ, όλη η απαιτούμενη υλική και επιστημονική βοήθεια ώστε να αναμορφώσουν τα προγράμματα σπουδών τους στη βάση των επιστημονικών αντικειμένων, να αναβαθμίσουν το επιστημονικό -διδακτικό τους προσωπικό και να εξασφαλίσουν την απαιτούμενη υποδομή κτιρίων και τεχνολογικού εξοπλισμού, ώστε να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του ανώτατου χαρακτήρα τους.

Στη βάση εκπλήρωσης των τριών αυτών βασικών όρων, τα τμήματα των ΤΕΙ πρέπει να αποτελέσουν ισότιμα με τα ΑΕΙ τμήματα της Ανώτατης Εκπαίδευσης, με όλες τις προϋποθέσεις της δομής, του περιεχομένου των σπουδών, της σύνδεσής τους με την έρευνα και την κοινωνία.

Επειδή ωστόσο η εκπαίδευση συντελεί στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, είναι φανερό ότι η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να προχωρήσει ανεξάρτητα από τον γενικότερο προγραμματισμό των αναγκών της παραγωγής και της κοινωνίας.

Η λογική της κυβέρνησης (αλλά και άλλων πολιτικών δυνάμεων, όπως της ΝΔ), που θέλει την αξιολόγηση των ΤΕΙ, με όρους της «αγοράς», μάς βρίσκει επομένως αντίθετους, γιατί θα καταλήξει αναπότρεπτα τμήματα που το αντικείμενο των σπουδών τους έχει τη δυναμική μιας σημαντικής συμβολής στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας μας, να οδηγηθούν έξω από την Ανώτατη Εκπαίδευση. Αντίθετους μάς βρίσκει ακόμη η πρόταση για «πανεπιστημιακά» και όχι «ανώτατα» ΤΕΙ, που στην ουσία συνιστά ένταξη της επαγγελματικής εκπαίδευσης στα Πανεπιστήμια. Πρόταση που μεταφέρει τις υπάρχουσες διαφορές και αντιθέσεις μέσα στο Πανεπιστήμιο και οδηγεί σε αποδιοργάνωση των δομών του. Η Επαγγελματική Εκπαίδευση πρέπει να αποκτάται σε ένα διακριτό σύστημα Δημόσιων Επαγγελματικών Σχολών, οι οποίες θα παρέχουν υψηλού επιπέδου επαγγελματική μόρφωση, αναπτύσσοντας όλες εκείνες τις ειδικότητες που δεν απαιτούν Ανώτατη Εκπαίδευση, και οι οποίες σήμερα, παρότι αναγκαίες, δεν καλύπτονται από καμία βαθμίδα του εκπαιδευτικού συστήματος.

– Η διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης των αυριανών επιστημόνων

Το σημερινό σύστημα της Ανώτατης Εκπαίδευσης με τους πολύπλοκους, παλιούς και νέους, εξελιγμένους και περισσότερο διεισδυτικούς στη συνείδηση, μηχανισμούς σύνδεσης των σπουδών με την καπιταλιστική «πράξη» (τα γραφεία διασύνδεσης, τις ημερίδες σταδιοδρομίας, τις επιχειρηματικές διασυνδέσεις των καθηγητών, την εντατική, επιστημονικοφανή, καθημερινή προπαγάνδιση της αστικής ιδεολογίας, την αξιοποίηση της πρακτικής άσκησης, και προπαντός την άγονη, φορμαλιστική, και αποκομμένη από τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες οργάνωση του περιεχομένου και της δομής των σπουδών), καλλιεργεί την υποταγή στη λογική της αγοράς, τον ανταγωνισμό και την ιδιοτέλεια. Ως κοινωνικός ρόλος των αυριανών επιστημόνων, στο βαθμό που μπορεί κανείς να αποκαλεί επιστήμονες τους απόφοιτους των νέων προπτυχιακών κύκλων, προβάλλεται, όπως ήδη αναφέρθηκε, η υποχρέωσή τους να υπηρετούν πιστά τις καπιταλιστικές «αξίες», αν θέλουν να έχουν κι αυτοί οφέλη. Στόχος αυτής της επίθεσης είναι να «εκπαιδεύσει» τους νέους ανθρώπους να δρουν ενάντια στα αντικειμενικά τους συμφέροντα, να μάθουν να αναζητούν και να βρίσκουν τις καλύτερες δυνατές λύσεις για την υλοποίηση των επιλογών των μονοπωλίων.

Στη θέση αυτής της επίμονα και συστηματικά καλλιεργούμενης συνείδησης, η μόνη απάντηση είναι η προβολή μιας άλλης αντίληψης για τον κοινωνικό ρόλο του επιστήμονα. Της αντίληψης που τον θέλει να σκέφτεται και να δρα επιστημονικά και στο κοινωνικό επίπεδο. Να ακολουθεί τις ιστορικές νομοτέλειες της κοινωνικοοικονομικής εξέλιξης, που τον τοποθετούν στο πλευρό της εργατικής τάξης και των άλλων καταπιεσμένων στρωμάτων, στον αγώνα για μια νέα οργάνωση της κοινωνίας, της οποίας η ανάπτυξη θα στηρίζεται στον επιστημονικά θεμελιωμένο σχεδιασμό. Πολύ περισσότερο που σήμερα, η συντριπτική πλειοψηφία των επιστημόνων εντάσσεται οργανικά στην εργατική τάξη. Επομένως η απάντηση του προβλήματος του ρόλου του επιστήμονα, βρίσκεται στο πώς οι αντίπαλες κοινωνικές δυνάμεις αντιλαμβάνονται το σκοπό της επιστήμης. Και σκοπός της επιστήμης δεν μπορεί να είναι η «ανταγωνιστικότητα» των επιχειρήσεων και η ενίσχυση της κυριαρχίας των λίγων πάνω στους πολλούς, αλλά η ανύψωση της κοινωνικής, οικονομικής, πνευματικής στάθμης του συνόλου του λαού, «το ξαλάφρωμα της ανθρώπινης ύπαρξης από το μόχθο».7 Σπουδάζουμε για να αλλάξουμε συνειδητά τον κόσμο και όχι για να συντηρήσουμε τον παλιό, που όσο γερνά γίνεται και χειρότερος. Και εδώ συναντιούνται τα κοινά συμφέροντα των πανεπιστημιακών, των φοιτητών και όλου του λαού για επιστήμη και ΑΕΙ, μοχλούς κοινωνικής προόδου.

Βασική προϋπόθεση για τη διαμόρφωση στους νέους ανθρώπους μιας βαθιάς αντίληψης του ρόλου τους, προϋπόθεση για τη σύνδεση της Ανώτατης Εκπαίδευσης με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας, είναι η αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών να συμπεριλάβει μαζί με την ολοκληρωμένη βαθιά γνώση του αντικειμένου της κάθε ειδικής επιστήμης, την καλλιέργεια της γενικότερης επιστημονικής κοσμοθεωρητικής αντίληψης και βιοθεωρίας. Και αυτό δεν είναι υπόθεση μιας απλής προσθήκης στο πρόγραμμα σπουδών ορισμένων μαθημάτων των κοινωνικών επιστημών, που μάλιστα διδάσκονται ασύνδετα από το γενικότερο περιεχόμενο του προγράμματος, αναπαράγοντας αντιεπιστημονικές και ξεπερασμένες θεωρίες. Η μετάδοση επιστημονικής κοσμοαντίληψης και διαλεκτικού τρόπου σκέψης, είναι υπόθεση συνολική του προγράμματος σπουδών και των μεθόδων διδασκαλίας που πρέπει να διαμορφωθούν έτσι ώστε να αποκαλύπτουν την αλληλοσύνδεση της επιστημονικής γνώσης, την ένταξη των ειδικών νόμων στους γενικότερους, να αναδείχνουν τη θέση της κάθε ειδικής επιστήμης στο γενικότερο σύστημα όχι μόνο της επιστήμης αλλά και της παραγωγής και της κοινωνικής ζωής. Γεγονός που προϋποθέτει ασφαλώς και τη διδασκαλία βασικών κοινωνικών επιστημών (φιλοσοφία, πολιτική οικονομία, κοινωνιολογία, ιστορία) καθώς και τη μετάδοση θεωρητικών γνώσεων για τον τρόπο οργάνωσης και διεύθυνσης της κοινωνικής παραγωγής.

Μια δεύτερη σημαντική πλευρά του προγράμματος των σπουδών και της ίδιας της λειτουργίας των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, είναι η δημιουργία προϋποθέσεων σύνδεσης της θεωρητικής διδασκαλίας με την πρακτική κοινωνική δραστηριότητα, μέσα και έξω από το Πανεπιστήμιο. Μέσα στο Πανεπιστήμιο με τα εργαστήρια και την ευρύτατη αξιοποίηση της σύγχρονης τεχνολογίας, η οποία σήμερα, ενώ θεοποιείται, σε αρκετές περιπτώσεις είναι ανύπαρκτη ακόμη και στις πιο στοιχειώδεις, παραδοσιακές μορφές της. Εξω από το Πανεπιστήμιο, με την άμεση συμμετοχή των φοιτητών στην κοινωνική παραγωγική εργασία, όχι για να τους εξοικειώσει στην υποταγή, όπως γίνεται σήμερα, αλλά για να τους μεταδώσει την ικανότητα οι ίδιοι αύριο να αναλάβουν το έργο της διεύθυνσής της για σκοπούς προοδευτικούς. Με την πρακτική άσκηση, κάτω από την καθοδήγηση του Πανεπιστημίου, που θα ξεκινά από την εργασία του απλού εργάτη και θα φτάνει στο τέλος των σπουδών σ’ εκείνη της αυτόνομης επιστημονικής εργασίας. Με τη σύνδεση του Πανεπιστημίου με όλες τις πλευρές της κοινωνικής και πνευματικής δραστηριότητας, τη συμμετοχή του στην κοινωνική ζωή για το φωτισμό και όχι για τη συσκότιση της πραγματικότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας θετικής δράσης, αποτελεί η αντίσταση που προβλήθηκε από ορισμένα επιστημονικά Ιδρύματα και επιστήμονες, στην προσπάθεια να αποσοβηθούν οι επιπτώσεις του πολέμου της Γιουγκοσλαβίας.

Η σύνδεση της θεωρητικής διδασκαλίας με την πρακτική κοινωνική δραστηριότητα, είναι βασική προϋπόθεση μιας πολύπλευρης, πνευματικής, πρακτικής και κοινωνικής ανάπτυξης της προσωπικότητας των νέων ανθρώπων. Της πνευματικής ωριμότητας μέσα από τη ζωντανή σύνδεση της επιστήμης με την εφαρμογή της στην πράξη. Της πρακτικής ωριμότητας, μέσα από το συνδυασμό πνευματικής εργασίας και πρακτικής εξάσκησης, την καλλιέργεια πρακτικού πνεύματος που απορρίπτει το βερμπαλισμό και το φορμαλισμό της γνώσης. Της κοινωνικής ωριμότητας μέσα από την κατανόηση του κόσμου της εργασίας και των κοινωνικών σχέσεων.

Για να υλοποιηθούν όλα τα παραπάνω, είναι απαραίτητο οι πανεπιστημιακοί μας δάσκαλοι, εκτός από την υψηλού επιπέδου επιστημονική γνώση στο αντικείμενό τους την οποία διαθέτουν, να αποκτήσουν συστηματικές γνώσεις παιδαγωγικής μεθοδολογίας.

Στα πλαίσια αυτά ο φοιτητικός συνδικαλισμός, οι καθημερινοί αγώνες του φοιτητικού κινήματος αποτελούν βασικό παράγοντα κοινωνικοποίησης των νέων ανθρώπων. Η σημερινή εξουσία φοβάται τη συνειδητή συλλογική δραστηριότητα των ίδιων των φοιτητών, τη δυναμική που σε μια προοπτική μπορεί να επιδείξει το φοιτητικό κίνημα σε συνδυασμό με μια μεγαλύτερη, από το παρελθόν ωριμότητα. Ωριμότητα που προκύπτει από τη βαθύτερη κατανόηση των κοινωνικών σχέσεων, σαν αποτέλεσμα της στενότερης σύνδεσης των Πανεπιστημίων με την καπιταλιστική παραγωγή, που η ίδια έχει επιβάλει. Αυτός είναι ο λόγος που με πιο εντατικά μέτρα, προωθεί τη χειραγώγηση του νεολαιίστικου κινήματος και τον περιορισμό των συνδικαλιστικών ελευθεριών των φοιτητών.

Γ3. Η ενότητα της γνώσης και των Πανεπιστημιακών σπουδών

Μια άλλη κατεύθυνση, φαινομενικής σύνδεσης και ενοποίησης της επιστήμης, μέσα από τις λεγόμενες «διατμηματικές» και εξατομικευμένες σπουδές, τους ελεύθερους κύκλους μαθημάτων από διαφορετικά επιστημονικά αντικείμενα και περιοχές, προβάλλεται τα τελευταία χρόνια σαν σύγχρονη αναγκαιότητα των Πανεπιστημιακών σπουδών.

Πρόκειται για αντικειμενική τάση που πηγάζει από την ίδια την εξέλιξη της επιστήμης σε συνδυασμό με τις κοινωνικές ανάγκες; Ποια πρέπει να είναι η τοποθέτησή μας σε αυτό το θέμα που συχνά ανακύπτει στην καθημερινή πανεπιστημιακή ζωή, με αφορμή την εισβολή προγραμμάτων σπουδών τύπου ΠΣΕ, του Ανοιχτού Πανεπιστημίου και τη συγκρότηση νέων μεταπτυχιακών προγραμμάτων ειδίκευσης; Πώς μπορούν να αναιρεθούν οι επιπτώσεις πάνω στην εξέλιξη της επιστήμης από τον περιορισμό των επιστημονικών αντικειμένων και της έρευνας;

Επειδή η απάντηση στα ερωτήματα αυτά δεν είναι απλή, είναι σκόπιμο να προηγηθεί μια μικρή θεωρητική αναφορά στις τάσεις εξέλιξης της επιστήμης.

– Η ενότητα και η διαφοροποίηση της επιστήμης

– Η ανάγκη μιας επιστημονικής κοσμοθεωρίας

Στην εποχή μας βέβαια, με την τεράστια σε σχέση με τους προηγούμενους αιώνες αύξηση της γνώσης και τον πολλαπλασιασμό των επιστημονικών κλάδων, η κατάχτηση μιας γενικής εικόνας των επιστημονικών επιτευγμάτων είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Κανείς δεν μπορεί να είναι ειδικός σε όλους τους τομείς της γνώσης. Ετσι όσο περνά ο καιρός γίνεται ακόμη πιο αναγκαία η κατανόηση του γενικότερου επιπέδου των επιστημονικών επιτευγμάτων της εποχής, η συνείδηση των ιστορικών οριζόντων και των μεθοδολογικών προϋποθέσεων της επιστημονικής γνώσης, στο επίπεδο που έχει φτάσει. Και η κατανόηση αυτή, προϋποθέτει την απόκτηση επιστημονικής φιλοσοφικής κοσμοαντίληψης. Της αντίληψης ότι η σπουδή και η προώθηση της επιστήμης είναι αναπόσπαστα ενωμένη με τη γενική θεώρηση της φυσικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Ο επιστήμονας που δε διαθέτει επιστημονική κοσμοθεωρία καταδικάζεται να είναι ένας απλός δεξιοτέχνης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Αϊνστάιν είχε πει ότι πολύ πιο γρήγορα θα μπορούσε να είχε προσεγγίσει τη θεωρία της σχετικότητας, αν είχε επίγνωση των καθολικών νομοτελειών που διέπουν την κίνηση της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης. Δεν είναι τυχαίο ότι, εκτός από τον Αϊνστάιν, πολλοί άλλοι εξέχοντες εκπρόσωποι της επιστήμης, έδωσαν μεγάλη προσοχή στη μελέτη και την επεξεργασία φιλοσοφικών προβλημάτων.

Δυστυχώς στις μέρες μας, ελάχιστα αναπτύσσεται η επιστημονική φιλοσοφική θεώρηση των επιτευγμάτων της επιστήμης. Ομως μια πραγματικά επιστημονική κοσμοθεωρία δεν παραμένει στάσιμη. Οφείλει διαρκώς να ανανεώνεται μέσα από την προβληματική των ειδικών επιστημών. Χωρίς την ανάλυση, την ερμηνεία και τη γενίκευση των επιτευγμάτων τους, δεν μπορεί να προοδεύει και να εκπληρώνει το ρόλο της βοηθώντας τους εκπροσώπους των ειδικών επιστημών. Αυτός είναι ένας ανασταλτικός παράγοντας τόσο για την εξέλιξη όσο και για τους προσανατολισμούς της επιστήμης, που μπορεί να ξεπεραστεί με την ανάπτυξη της διαλεκτικής, υλιστικής αντίληψης του κόσμου, μέσα στα Πανεπιστήμια και όχι μόνο έξω από αυτά. Της αντίληψης που μπορεί με τη σειρά της να ασκήσει ευεργετική επίδραση σε όλο το πρόγραμμα των Πανεπιστημιακών σπουδών, σαν προϋπόθεση για να ξεπεραστεί η στειρότητα που συνοδεύει την περιχαράκωση του κάθε επιστημονικού αντικειμένου.

– Οι «διατμηματικές» σπουδές και η διακλαδική έρευνα

Μετά απ’ όλα αυτά, κάθε άλλο παρά δογματισμός και αναχρονισμός μπορεί να θεωρηθεί η αντίθεση στις «διατμηματικές» σπουδές που προωθεί με ζέση η σημερινή «αγοραία» αντίληψη μιας «Ανώτατης» Εκπαίδευσης – λάστιχο με σκοπό το ταίριασμά της με τις ανθρωποβόρες «νέες» εργασιακές σχέσεις. Εδώ δεν πρόκειται για την ενοποίηση της γνώσης, αλλά για το διαμελισμό της επιστήμης και την κακότεχνη συγκόλληση σκόρπιων, νεκρών, κομματιών της. Γιατί η ενοποίηση της επιστήμης προχωρά μέσα από την παραγωγή της, με τη διακλαδική επιστημονική έρευνα, και τα επιστημονικά αντικείμενα που θα γεννηθούν κυρίως από αυτή, μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο προπτυχιακών σπουδών ανώτατης στάθμης. Ελάχιστα όμως, μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού, νέα τμήματα αυτού του επιπέδου βλέπουμε να ιδρύονται σήμερα, μέσα σ’ αυτόν τον ξέφρενο ρυθμό εκτατικής «ανάπτυξης» της «Ανώτατης» Εκπαίδευσης (Το 1995 οι εισακτέοι σε ΑΕΙ-ΤΕΙ ήταν 42.754 ενώ το 2000 έφτασαν στις 85.531, αυξήθηκαν δηλαδή κατά 100% μέσα στην τελευταία εξαετία). Αντίθετα ξεφυτρώνουν δεκάδες νέα τμήματα που καμία θέση δεν έχουν στην Ανώτατη Εκπαίδευση, όπως τα τμήματα των πρώην ΠΣΕ.

Στα πλαίσια αυτά, για όσες νέες ειδικότητες θα απαιτηθεί διατμηματική συγκρότηση προπτυχιακών σπουδών, είναι απαραίτητο αυτή να στηρίζεται σε ένα βασικό τμήμα, το οποίο θα αποτελεί τον κορμό και θα έχει την κύρια ευθύνη για όλο το πρόγραμμα σπουδών.

Συμπερασματικά, η διατμηματική συνεργασία είναι αναγκαία στο επίπεδο των μεταπτυχιακών σπουδών που οδηγούν στο διδακτορικό δίπλωμα, καθώς και στο επίπεδο διακλαδικών ερευνητικών προγραμμάτων. Η «διατμηματική» σύνθεση στο επίπεδο των προπτυχιακών σπουδών, με τον τρόπο που προωθείται σήμερα, οδηγεί σε αποσύνθεση της γνώσης και αποτελεί στοιχείο υποβιβασμού των σπουδών σε μια απλή πρακτικίστικη κατάρτιση.

Αυτή η διαπίστωση δεν απαλλάσσει ωστόσο την Ανώτατη Εκπαίδευση από την υποχρέωσή της να βοηθήσει τους φοιτητές, από το προπτυχιακό κιόλας στάδιο, να κατανοήσουν, μέσα από τη διδασκαλία κάθε μαθήματος του προγράμματος των σπουδών, την αλληλοσύνδεση των γνώσεων, να αναγνωρίσουν, μέσα από όλη τη διαδικασία της σπουδής της κάθε επιστήμης, τους γενικούς νόμους της φυσικής και κοινωνικής εξέλιξης και του ρόλου του ανθρώπου μέσα σ’ αυτήν, να συνειδητοποιήσουν με λίγα λόγια το περιεχόμενο του ειδικού αντικειμένου τους σαν κομμάτι του όλου. Η μετάδοση της ικανότητας στους φοιτητές να σκέφτονται επιστημονικά, σημαίνει να μάθουν να σκέφτονται διαλεκτικά.

Και θα βοηθούσε ιδιαίτερα τους φοιτητές να αποκτήσουν αντίληψη για την ιστορία και τις μεθόδους έρευνας της επιστήμης τους, καθώς και να κατανοήσουν τη θέση της μέσα στο σύστημα της ανθρώπινης γνώσης και γενικότερα της υλικής και πνευματικής ζωής της κοινωνίας, η εισαγωγή ενός μαθήματος επιστημολογίας, κάπου στο μέσον του προγράμματος των σπουδών, όταν ο κάθε φοιτητής θα έχει αποκτήσει μια σαφέστερη αντίληψη του αντικειμένου που μελετά.

– Η συλλογική οργάνωση της δραστηριότητας των Πανεπιστημίων

Ενας δεύτερος, όχι όμως δευτερεύων, παράγοντας για να πέσουν τα στεγανά και ο κατακερματισμός της επιστήμης, είναι μια νέα οργάνωση και διοίκηση των Πανεπιστημίων, η οποία να επιτρέπει στην πανεπιστημιακή κοινότητα να δουλεύει συλλογικά και συντονισμένα. Στις μέρες μας μάλιστα, η αξιοποίηση των δυνατοτήτων της σύγχρονης τεχνολογίας δημιουργεί όρους ώστε ο συντονισμός αυτός να είναι ακόμη πιο αποτελεσματικός. Προϋποθέτει όμως η επιστήμη να είναι «ελεύθερη», χωρίς φράγματα ασφαλείας. Οι πανεπιστημιακοί να δουλέψουν ελεύθεροι από την οικονομική και ιδεολογική καταπίεση της «επιστήμης -επιχείρησης», δεσμευμένοι μόνο από τη συνείδηση της κοινωνικής τους αποστολής. Τα Πανεπιστήμια να συνεργαστούν για να υπηρετήσουν πραγματικούς κοινωνικούς σκοπούς και όχι να «ανταγωνίζονται» για το ποιος θα εξυπηρετήσει πιστότερα το μεγάλο κεφάλαιο, ώστε να πάρει τα λίγα ψίχουλα του κρατικού προϋπολογισμού. Με λίγα λόγια, ο συλλογικός χαρακτήρας της επιστήμης απαιτεί κοινωνικό πρόγραμμα και συνεργασία.

Και οπωσδήποτε η ανάπτυξη της επιστήμης δεν μπορεί να υπηρετηθεί σε «μικρά και ευέλικτα» υποτιθέμενα Πανεπιστήμια. Τα Πανεπιστήμια οφείλουν να είναι μεγάλες μονάδες παραγωγής και μετάδοσης της γνώσης, που θα συνενώνουν και θα αναπτύσσουν ένα ευρύ κύκλο συναφών επιστημονικών κλάδων, στη βάση των τριών μεγάλων ομάδων στις οποίες διαρθρώνεται, γενικά (χωρίς απολυτοποιήσεις και στεγανά ανάμεσά τους) η επιστήμη: των φυσικών, κοινωνικών και τεχνικών επιστημών. Η ανάπτυξη των ΑΕΙ πρέπει να γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συσσώρευση γνώσης και η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού, συνολικά και κατά επιστήμη, διαφοροποιημένου και ειδικευμένου προσωπικού. Δεν μπορούν δηλαδή να στήνονται πρόχειρα, με τρία τέσσερα τμήματα και αυτά διασπαρμένα σε κάθε κωμόπολη και νησί, χωρίς στοιχειώδη υποδομή και προϋποθέσεις, ούτε μιας κάποιας επιστημονικής στελέχωσης και με τους φοιτητές απόντες. Ούτε τα μεγαλύτερα Πανεπιστήμιά μας μπορούν να παρέχουν «υψηλού επιπέδου Ανώτατη Εκπαίδευση» σε διπλάσιους απ’ ό,τι μέχρι σήμερα φοιτητές, με την ίδια υποδομή και λιγότερη χρηματοδότηση. Και βεβαίως, δεν μπορεί να λογαριάζονται για Πανεπιστήμια τα «παραρτήματα» αλυσίδας ξένων καταστημάτων, όπως τα θέλει το «σύγχρονο» μοντέλο της φαστ-φουντ εκπαίδευσης, ή τα Δημοτικά «πανεπιστήμια», με προϋποθέσεις ένα μαυροπίνακα και μερικές σειρές θρανίων. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να αναπτύσσεται η επιστήμη μέσα από τις στρεβλές συγκολλήσεις της αγοράς, που θέλει π.χ. την παιδαγωγική της τεχνικής εκπαίδευσης ενταγμένη σε Οικονομικά Πανεπιστήμια.

Γ4. Η διαδοχικότητα της γνώσης. Συνεχής επιμόρφωση και Ανοιχτό Πανεπιστήμιο

– Η θεωρία της έκρηξης της επιστημονικής γνώσης

Η επίθεση υποβιβασμού και συρρίκνωσης της μεγάλης πλειοψηφίας των Πανεπιστημιακών σπουδών στο επίπεδο σύντομων και τυποποιημένων γνώσεων, μιας «κατάρτισης», που χρειάζεται «διά βίου» να επαναλαμβάνεται (επειδή το περιεχόμενό της ξεπερνιέται), επενδύεται ιδεολογικά με τη θεωρία της έκρηξης της επιστημονικής γνώσης. Σύμφωνα με αυτήν, οι γνώσεις ανανεώνονται τόσο γρήγορα, που είναι αδύνατον να τις κατακτήσουμε. Ωσπου να ολοκληρώσει κανείς τις σπουδές του, θα έχουν απαξιωθεί. Επομένως, οι μακρόχρονες σπουδές είναι μάταιες. Η μόνη λύση που μας απομένει, είναι να τρέχουμε πίσω από κάθε εξέλιξη της γνώσης και προπαντός της τεχνολογίας, κυνηγώντας, ισόβια, σύντομες «καταρτίσεις». Στη βάση αυτή έχουν πραγματοποιηθεί μάλιστα και ατεκμηρίωτοι υπολογισμοί για τη διάρκεια ζωής των γνώσεων στα διάφορα επιστημονικά αντικείμενα, από 5 έως 8 το πολύ χρόνια.

Κανείς βεβαίως δεν μπορεί να αρνηθεί τη ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας στην εποχή μας. Ομως προϋπόθεση για να μπορέσει κάθε άνθρωπος – πολύ περισσότερο ο επιστήμονας – να συμμετέχει ενεργά στην εξέλιξη της τεχνολογίας, αντί να προσαρμόζεται παθητικά σε αυτήν, είναι να αποκτήσει ισχυρές βάσεις από τις αρχικές του σπουδές. Ιδιαίτερα βάσεις στα πιο ανθεκτικά στο χρόνο στοιχεία της γνώσης, που είναι οι θεμελιώδεις νόμοι της κάθε επιστήμης στη σύνδεσή τους με τους καθολικούς νόμους εξέλιξης της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης.

Οπως έχει προαναφερθεί, η γνώση είναι μια σύνθετη ανοδική πορεία αντανάκλασης της πραγματικότητας στην ανθρώπινη συνείδηση, που η αντικειμενικότητά της υποβάλλεται σε έλεγχο με το πείραμα και την εφαρμογή της στην κοινωνική ζωή. Μέσα σε αυτή την εξελικτική πορεία οι παλιότερες – επιβεβαιωμένες από την πράξη – γνώσεις μας, μπορεί να αποδειχθούν λειψές, μερικές, περιορισμένες, ποτέ όμως δεν απαξιώνονται, ούτε παρακμάζουν. Η ιστορία των επιστημών έχει διαλεκτική συνέχεια και διαδοχικότητα, δε σημαδεύεται από απόλυτους διαχωρισμούς. Πρόκειται για μια διαδικασία η οποία τροφοδοτείται από τις αντιθέσεις που προκύπτουν στις διάφορες επιστημονικές περιοχές και που η υπέρβασή τους οδηγεί σε μια νέα κατάσταση, σε μια ποιοτική αλλαγή. Ακόμη και αυτή η ποιοτική αλλαγή ωστόσο μέσα στην επιστήμη, περιέχει στοιχεία που ανήκουν στο προηγούμενο στάδιο. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα στη σύγχρονη επιστήμη όπου το προηγούμενο στάδιο ανάπτυξής της εμπεριέχεται στο νέο, γιατί οι νέες θεωρίες οφείλουν να εξηγήσουν όχι μόνο τα νέα προβλήματα που ανακύπτουν, αλλά και το σύνολο των παλιών που περιγράφονται με επιτυχία σε παλιότερες θεωρήσεις. (Η μοντέρνα φυσική δεν κατάργησε π.χ. την κλασική, παρά την ποιοτική διαφορά τους. Τα μεγέθη και οι νόμοι της νεότερης φυσικής ταυτίζονται με της κλασικής, στην περίπτωση που αναφερόμαστε σε ταχύτητες πολύ μικρές σε σχέση με την ταχύτητα του φωτός). Και βεβαίως, αυτές οι επαναστατικές αλλαγές στην επιστήμη και στο επιστημονικό αντικείμενο δε συντελούνται καθημερινά.

Η επιστημονική γνώση σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι προϊόν που φθείρεται, ούτε χάνει λόγω χρήσης την αξία της. Αυτή που απαξιώνεται και παρακμάζει είναι η ευάλωτη και στην παραμικρή τεχνολογική μεταβολή, μερική, πρακτικίστικη και τυποποιημένη «κατάρτιση».

Επομένως η βαθιά γνώση των νόμων που διέπουν το αντικείμενο που εξετάζει κάθε επιστήμη και των αλληλοσυνδέσεών της με το γενικότερο σύστημα της ανθρώπινης γνώσης και πρακτικής, αποτελεί μια στέρεη βάση για να μπορεί ο επιστήμονας να κατανοεί και να αφομοιώνει τις εξελίξεις που συντελούνται στον τομέα του, ακόμη και να αλλάξει ειδικότητα, χωρίς να χρειάζεται να ξεκινά κάθε φορά από την αρχή.

– Η συνεχής επιμόρφωση

Αυτό δεν απαλλάσσει βεβαίως την κοινωνία και τα Πανεπιστήμια από την ευθύνη να στηρίζουν αυτή την προσπάθεια των αποφοίτων τους, με την οργάνωση ενός συστήματος δημόσιας και δωρεάν συνεχούς επιμόρφωσης, με επικαιροποιημένα προγράμματα διδασκαλίας των σημαντικότερων εξελίξεων σε κάθε τομέα, στα οποία θα πρέπει να ανανεώνεται σε τακτά διαστήματα και για διάρκεια ενός έτους, η γνώση του συνόλου του επιστημονικού μας δυναμικού. Οσο για την αλλαγή ειδίκευσης, αυτή θα πρέπει να μπορεί να αποκτηθεί μέσα στα ίδια τα προπτυχιακά τμήματα, σε οποιαδήποτε φάση της επαγγελματικής ζωής (με την αναγκαία εκπαιδευτική άδεια) και όχι μέσα από μεταπτυχιακά τμήματα «ειδίκευσης» σε βάρος των προπτυχιακών σπουδών, όπως επιχειρεί το σημερινό σύστημα της Ανώτατης Εκπαίδευσης να το αντιμετωπίσει.

Η σημερινή καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας, που επιβάλλει «ελαστικές», χωρίς καμία κατοχύρωση, εργασιακές σχέσεις και μια εξαντλητική και χωρίς ωράριο δουλιά για την πλειοψηφία των νέων επιστημόνων, δεν επιτρέπει ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος της συνεχούς επιμόρφωσης. Φορτώνεται και αυτό το καθήκον στις πλάτες των ίδιων των αποφοίτων, οι οποίοι εξαναγκάζονται σε βάρος της ανάπαυσης και του ελεύθερου χρόνου τους και με υψηλό αντίτιμο, να αναπληρώνουν τις γνώσεις τους παρακολουθώντας αποσπασματικά σεμινάρια και καταρτίσεις, συχνά πολύ χαμηλού επιπέδου, στα ΚΕΚ των Πανεπιστημίων, των επαγγελματικών οργανώσεων ή ιδιωτικών φορέων. Οι εξελίξεις δείχνουν ότι αυτός ο τύπος της «διά βίου κατάρτισης» θα γενικευτεί και θα πάρει υποχρεωτικό χαρακτήρα, σαν ένας μάλιστα νέος τομέας κερδοφορίας για το κεφάλαιο. Στα πλαίσιά του θα ενταχθούν και τα Ινστιτούτα διά βίου κατάρτισης που προβλέπεται να ιδρυθούν μέσα στα Πανεπιστήμια, με τις φτηνές προδιαγραφές των ΠΣΕ, που έρχονται να αντικαταστήσουν.


– Το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο

Μια Ανώτατη Εκπαίδευση στην υπηρεσία των κοινωνικών αναγκών, δεν μπορεί να αποκλείει, όπως γίνεται σήμερα, οποιονδήποτε από τους εργαζόμενους θελήσει, παράλληλα με την εργασία του, να γευτεί τους καρπούς της. Και τους αποκλείει, όχι μόνο γιατί με τις σημερινές εργασιακές συνθήκες είναι αδύνατον κάποιος να σπουδάζει δουλεύοντας, αλλά και γιατί και αυτό το «Ανοιχτό Πανεπιστήμιο» που προβάλλεται δημαγωγικά σαν σπουδαίο κατόρθωμα της κυβέρνησης, ούτε ανοιχτό είναι, ούτε Πανεπιστήμιο. Και δεν είναι ανοιχτό γιατί απαιτεί δίδακτρα και γιατί στα περιορισμένα προγράμματά του, ελάχιστες ειδικότητες μπορεί να καλύψει. Και δεν είναι Πανεπιστήμιο γιατί το πρόγραμμά του είναι κύκλοι σεμιναριακών καταρτίσεων σε τομείς χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις (π.χ. ξένες γλώσσες, σπουδές στις φυσικές επιστήμες, φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον, εισαγωγή στον ελληνικό πολιτισμό, εξ αποστάσεως εκπαίδευση κλπ.), με ελάχιστο επιστημονικό προσωπικό και πλήρως αποκομμένο από την πανεπιστημιακή λειτουργία και ζωή.

Η λειτουργία Ανοιχτού Πανεπιστημίου είναι μια υπόθεση που πρέπει να ανατεθεί στα ίδια τα Πανεπιστήμια, τα οποία θα αναλάβουν να οργανώσουν και να προσαρμόσουν τα προγράμματα όλων σχεδόν των επιστημονικών αντικειμένων που διδάσκονται σε αυτά, ακόμη και αυτών που απαιτούν εργαστηριακά μαθήματα, στις ανάγκες των εργαζομένων φοιτητών τους. Οι φοιτητές θα μπορούν βεβαίως να παρακολουθούν το μεγαλύτερο μέρος των μαθημάτων μέσα από το διαδίκτυο ή με αλληλογραφία, θα είναι όμως σε θέση να διδαχθούν τα εργαστηριακά μαθήματα μέσα στο ίδιο το Πανεπιστήμιο, και θα έχουν ταυτόχρονα το δικαίωμα της συμμετοχής σε κάθε λειτουργία και πλευρά της ζωής του.


Γ5. Η επιστήμη δημιούργημα και κτήμα ολόκληρης της ανθρωπότητας

– Ο κοινωνικός χαρακτήρας της επιστήμης

Το χαρακτηριστικό της επιστήμης είναι η αξιοποίηση της συσσωρευμένης εμπειρίας και γνώσης, μέσα από μια διαδρομή κάποιων αιώνων, η σωρευτική δηλαδή φύση της. Η εργασία του κάθε μεμονωμένου επιστήμονα δε θα μπορούσε να οδηγήσει σε σοβαρά αποτελέσματα, αν δεν είχε στη διάθεσή του ένα τεράστιο απόθεμα προηγούμενης γνώσης και πείρας, αρκετό για να ξεκινήσει από μια προωθημένη αφετηρία. Ετσι «η επιστήμη σε οποιαδήποτε στιγμή είναι το γενικό αποτέλεσμα του συνόλου της προηγούμενης επιστήμης»8. Ενα εξελισσόμενο σύστημα γνώσεων, οικοδομημένων από σειρά σκέψεων και ιδεών, από την πείρα και την εργασία χιλιάδων επιστημόνων και στοχαστών σε όλη την ιστορία της ανάπτυξής της. Επίτευγμα όχι μόνο των ερευνητών αλλά και όλων εκείνων των ανθρώπων που χάρη στη δουλιά τους μπόρεσαν οι επιστήμονες να αποκτήσουν τα μέσα και τη δυνατότητα να την αναπτύξουν. Οσο μάλιστα περνά ο καιρός τόσο περισσότερο κοινωνικοποιείται η επιστήμη, η ανάπτυξή της γίνεται υπόθεση όλο και μεγαλύτερου καταμερισμού της επιστημονικής εργασίας.

– Η Δημόσια και Δωρεάν Ανώτατη Εκπαίδευση προϋπόθεση του ενιαίου χαρακτήρα της


Ο κοινωνικός χαρακτήρας της επιστήμης και κατά προέκταση των ΑΕΙ, έρχεται σε αντίθεση με την ατομική ιδιοποίηση της επιστήμης, την υπαγωγή των Πανεπιστημίων και της έρευνας στα μονοπωλιακά συμφέροντα. Ερχεται σε αντίθεση με τη συνεχή μείωση της κρατικής χρηματοδότησης και τη μεταβίβαση του κόστους αναπαραγωγής της επιστημονικής εργατικής δύναμης στους ίδιους τους φοιτητές. Ερχεται σε αντίθεση με την ύπαρξη ιδιωτικών «πανεπιστημίων», είτε με τη μορφή παραρτημάτων των Πανεπιστημίων των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων είτε με την «καθαρή» μορφή των ιδιωτικών κερδοσκοπικών επιχειρήσεων.

Η κυβέρνηση, αντί να αξιοποιήσει τα λεφτά του φορολογούμενου ελληνικού λαού για την ανάπτυξη της επιστήμης και της Ανώτατης Εκπαίδευσης σύμφωνα με τις ανάγκες του, επιδοτεί τα μονοπώλια τα οποία στη συνέχεια καλούνται να χρηματοδοτήσουν τα ΑΕΙ με κριτήριο την ικανοποίηση των συμφερόντων τους.

Η εξασφάλιση γενναίας χρηματοδότησης από τον κρατικό προϋπολογισμό για την κάλυψη του συνόλου των αναγκών και των δραστηριοτήτων των ΑΕΙ είναι αποφασιστικής σημασίας όρος για να απαλλαγούν από τον εναγκαλισμό με τα μονοπωλιακά συμφέροντα. Ορος για να εξασφαλιστεί υψηλού επιπέδου πανεπιστημιακή μόρφωση για όλους τους φοιτητές και όχι μόνο για κείνους που μπορούν να την πληρώνουν. Για να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ισοτιμίας όλων των ΑΕΙ, και να καταργηθούν η διαφοροποίηση και οι «ανταγωνιστικές» μεταξύ τους σχέσεις.

Δημόσιος και Δωρεάν χαρακτήρας των Πανεπιστημίων σημαίνει Πανεπιστήμια χωρίς δίδακτρα σε οποιοδήποτε επίπεδο, με δωρεάν συγγράμματα, σίτιση και στέγαση για όλους τους φοιτητές, υποτροφίες για όλους τους μεταπτυχιακούς φοιτητές. Σημαίνει ακόμη ανάπτυξη της υποδομής τους με εξασφάλιση σύγχρονου κτιριακού και εργαστηριακού εξοπλισμού, βιβλιοθηκών και πρόσληψη του αναγκαίου επιστημονικού, διοικητικού και τεχνικού προσωπικού, που σήμερα γίνεται επιτακτική προϋπόθεση διατήρησης του ανώτατου επιπέδου των ΑΕΙ μετά την απότομη μαζικοποίησή τους. Κατοχύρωση της αποκλειστικής απασχόλησης του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού των ΑΕΙ, σε συνδυασμό με την κάλυψη των σύγχρονων αναγκών τους με τη μισθοδοσία. Σημαίνει επέκταση των λειτουργιών και του ρόλου των Πανεπιστημίων ώστε να καλύψουν μια σειρά νέες ανάγκες, όπως τη συνεχή επιμόρφωση των αποφοίτων τους, το Ανοιχτό για τους εργαζόμενους Πανεπιστήμιο, τη διοργάνωση πολύμορφων πολιτιστικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων κλπ.

Τα κοινοτικά κονδύλια (ΕΠΕΑΕΚ) δεν μπορεί να αποτελούν τη βασική πηγή χρηματοδότησης της όποιας ανάπτυξης των δραστηριοτήτων τους, διότι θέτουν δεσμευτικούς όρους ως προς τους σκοπούς και τους προσανατολισμούς της αξιοποίησής τους. Μέσω της χρηματοδότησης από τα προγράμματα της ΕΕ προωθείται η πολιτική της υποβάθμισης των Ελληνικών Πανεπιστημίων και της αντιδραστικής αναδιάρθρωσής τους. Τα κονδύλια του ΕΠΕΑΕΚ απαιτείται να ενταχθούν στον κρατικό προϋπολογισμό και να διανεμηθούν στα ΑΕΙ προκειμένου να τα αξιοποιήσουν σύμφωνα με τις ανάγκες τους. Ταυτόχρονα απαιτείται αύξηση των κρατικών δαπανών για την έρευνα. Ο ανεξέλεγκτος ειδικός λογαριασμός των ερευνητικών προγραμμάτων πρέπει να ενσωματωθεί σε ένα εκσυγχρονισμένο σύστημα δημόσιου λογιστικού.

Ο Ενιαίος Δημόσιος και Δωρεάν χαρακτήρας των Πανεπιστημίων δεν μπορεί να διασφαλιστεί, όταν δίπλα στα δημόσια ΑΕΙ, υπάρχουν ιδιωτικά. Απαιτείται η απαγόρευση των ιδιωτικών «πανεπιστημίων» και κάθε μορφής ιδιωτικοποίησης των κρατικών.

Ο κοινωνικός προσανατολισμός των ΑΕΙ και της έρευνας συνδέεται άμεσα με την ανάγκη ριζικών αλλαγών στην ελληνική κοινωνία, για κοινωνική διαχείριση των βασικών και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, έτσι ώστε η σύνδεση των Πανεπιστημίων και της πανεπιστημιακής έρευνας με την παραγωγή, να μπει στη σωστή της βάση. Την υποστήριξη της σχεδιασμένης οικονομικής ανάπτυξης σε όφελος του λαού, την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και πριν απ’ όλα την ανάπτυξη του ανθρώπου και της επιστήμης που τον υπηρετεί.


– Ο δημοκρατικός έλεγχος των ΑΕΙ

Η πραγματική εξουσία έχει περιέλθει σήμερα στα περισσότερα Πανεπιστήμια, στους ενδοπανεπιστημιακούς εκπροσώπους των μονοπωλίων και της κυβέρνησης. Σε μια μειοψηφία του ΔΕΠ, διασυνδεδεμένη με επιχειρηματικά και κυβερνητικά κυκλώματα, που διαχειρίζεται εργολαβικά τα ευρωπαϊκά προγράμματα και το μεγάλο όγκο της ερευνητικής δραστηριότητας. Αυτή η μειοψηφία επεκτείνει σταδιακά τον έλεγχό της και στους φοιτητές, προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς.

Η μεγάλη πλειοψηφία του ΔΕΠ αντιμετωπίζει το εκβιαστικό δίλημμα της υποταγής ή της περιθωριοποίησης. Η απεξάρτηση των Πανεπιστημίων από τον μονοπωλιακό έλεγχο, είναι βασικός όρος για τη δημοκρατική λειτουργία των ΑΕΙ και τη διασφάλιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων του επιστημονικού προσωπικού, των φοιτητών, των εργαζόμενων.

Τα ΑΕΙ σε συνεργασία με την κοινωνία και όχι με τα αντιλαϊκά ιδιωτικά συμφέροντα πρέπει να καθορίζουν το περιεχόμενο και τους στόχους της δράσης τους. Στα πλαίσια αυτά απαιτείται ο δημοκρατικός έλεγχος των ΑΕΙ, της λειτουργίας τους και των δραστηριοτήτων τους, απ’ όλη την πανεπιστημιακή κοινότητα και το λαό, μέσα από εκλεγμένους εκπροσώπους από τους διάφορους τομείς της κοινωνικής ζωής. Αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ δε σημαίνει απαλλαγή των ΑΕΙ από την κοινωνική υπευθυνότητα, αλλά απελευθέρωση από τα κυρίαρχα μονοπωλιακά συμφέροντα.

Δημοκρατία στα ΑΕΙ σημαίνει ακόμη, ουσιαστικοποίηση της λειτουργίας και του ρόλου των συλλογικών οργάνων, που σήμερα γίνεται εντελώς τυπικός, νομιμοποιητικός της ανεξέλεγκτης δράσης των διάφορων στεγανών δομών. Οι επιτροπές ερευνών π.χ. διαχειρίζονται πολλαπλάσια κονδύλια από αυτά του κρατικού προϋπολογισμού των οποίων η κατανομή είναι εντελώς ανεξέλεγκτη. Η δημοκρατία στα ΑΕΙ προϋποθέτει ισότητα δικαιωμάτων και διεύρυνση της συμμετοχής όλων όσων δρουν σε αυτά, σε όλα τα ζητήματα, χωρίς ισοπέδωση αρμοδιοτήτων και ικανοτήτων. Προϋποθέτει ακόμη την κατάργηση των «ελαστικών» εργασιακών σχέσεων που επεκτείνεται στο επιστημονικό-ερευνητικό προσωπικό, των μηχανισμών ελέγχου και χειραγώγησης των πανεπιστημιακών, με την αλλαγή του τρόπου εξέλιξης των δύο χαμηλότερων βαθμίδων, την αποτροπή της επιβολής συστήματος αξιολόγησης που στην ουσία συνιστά σύστημα πειθάρχησης των πανεπιστημιακών στους μηχανισμούς της αγοράς και στους ενδοπανεπιστημιακούς εκπροσώπους τους.

Επίλογος: Συμπεράσματα – βασικοί άξονες – στόχοι πάλης

Η ποσοτική και ποιοτική διεύρυνση της εκπαίδευσης, επομένως και της Ανώτατης, αποτελεί ανάγκη και δυνατότητα της εποχής μας. Ανάγκη, γιατί η επιστήμη επιδρά σε ολοένα και περισσότερες σφαίρες της ανθρώπινης δραστηριότητας, ενώ ο κύκλος των αντικειμένων της επιστημονικής γνώσης διευρύνεται συνεχώς. Δυνατότητα, γιατί η γενικευμένη εφαρμογή της επιστήμης στην παραγωγή και η θεαματική αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας που τη συνοδεύει, δημιουργεί τα μέσα για μια υψηλότερη μορφωτική στάθμη από αυτή που είχαν οι προηγούμενες γενιές και προπαντός απελευθερώνει χρόνο. Χρόνο που αντί να κατασπαταλιέται με την ανεργία, θα μπορούσε να αξιοποιείται δημιουργικά, με την επιμήκυνση του χρόνου εκπαίδευσης.

Η πολιτική που ακολουθεί όμως η κυβέρνηση βρίσκεται σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Γιατί η κυβέρνηση χρησιμοποιεί άλλη γλώσσα από το λαό, όταν μιλά για τις κοινωνικές ανάγκες. Χρησιμοποιεί τη γλώσσα των πολυεθνικών, για τις οποίες η λέξη μόρφωση σημαίνει δεξιότητα και ωφέλιμη γι’ αυτές συμπεριφορά, όπως η λέξη εργασία σημαίνει μια ευκαιριακή «απασχόληση». Ετσι η πολιτική της, σε όλες τις βαθμίδες του εκπαιδευτικού συστήματος, υπακούει σε έναν ενιαίο σκοπό: Να εξωθηθεί η μεγάλη πλειοψηφία των νέων ανθρώπων, ιδιαίτερα τα παιδιά των φτωχότερων λαϊκών στρωμάτων, σε μια «κατάρτιση για τις ανάγκες της αγοράς». Στις πρώτες βαθμίδες μέσα από τα ΤΕΕ, τα ΙΕΚ, τα ΚΕΚ, τα «σχολεία δεύτερης ευκαιρίας», που υποκαθιστούν ακόμη και την υποχρεωτική εκπαίδευση. Στην ανώτατη βαθμίδα, σε ένα δεύτερο επίπεδο, μέσα από τη συρρίκνωση της διάρκειας και την υποβάθμιση των προπτυχιακών σπουδών. Στόχος είναι η διαμόρφωση του «απασχολήσιμου» δυναμικού που θα περιπλανιέται στην ανεργία και θα δουλεύει χωρίς απαιτήσεις και δικαιώματα και προπαντός χωρίς να αμφισβητεί το κοινωνικοοικονομικό σύστημα.

Δεν είναι καθόλου δύσκολο, επομένως, να εντοπίσει κανείς, ανάμεσα στη «μεταρρύθμιση» του σχολείου που γνωρίσαμε και στη «μεταρρύθμιση» της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης που εξελίσσεται, ορισμένα κοινά, βασικά, χαρακτηριστικά:

Α. Τη βίαιη ανάσχεση της κοινωνικής απαίτησης για διεύρυνση του μορφωτικού επιπέδου, απαίτησης που εκφράστηκε με τη μαζικοποίηση του λυκείου και του πανεπιστημίου τα τελευταία 10 χρόνια.

Β. Την ακόμη μεγαλύτερη υποβάθμιση της όποιας μορφωτικής λειτουργίας είχε απομείνει στην εκπαίδευση. Στο σχολείο, με τη μετατροπή του σε φροντιστήριο για να τυποποιεί και συσκευάζει γνώσεις, που η όλη χρησιμότητά τους εξαντλείται στις εξετάσεις. Στο Πανεπιστήμιο, με τη μετατροπή των προπτυχιακών σπουδών σε πρώτο κύκλο μιας εφήμερης κατάρτισης, που η αξία της θα διαρκεί λίγα χρόνια.

Γ. Τη λειτουργία της δημόσιας εκπαίδευσης με κριτήρια ιδιωτικοοικονομικά, «ανταγωνιστικά». Τα «καλύτερα», κατά την άποψη της αγοράς, σχολεία και Πανεπιστήμια, που θα συγκεντρώνουν τους περισσότερους και «καλύτερους» μαθητές, φοιτητές, διδακτικό προσωπικό, θα «ανταμείβονται» με τη μεγαλύτερη χρηματοδότηση. Τα υπόλοιπα θα μαραζώνουν και ορισμένα θα κλείνουν, αν οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη τους για να τα συντηρήσουν. Η πλειοψηφία δηλαδή των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων θα οδηγηθεί σε μια τραγική υποβάθμιση και η νεολαία μας σε μια ακριβοπληρωμένη αμάθεια.

Με λίγα λόγια οι νόμοι της εκπαιδευτικής «μεταρρύθμισης» γράφουν στους σκοπούς τους το βασικό κανόνα του μονοπωλιακού ανταγωνισμού, ότι «ο πρώτος τα παίρνει όλα». Η γενική, καθολική μόρφωση, καθόλου δεν απασχολεί την κυβέρνηση και τα μεγάλα συμφέροντα που εκπροσωπεί. Για την ελίτ φροντίζουν. Οι λίγοι, οι οποίοι θα περάσουν τα αλλεπάλληλα ταξικά φίλτρα, αρκούν για να διευθύνουν την εκμετάλλευση και την καταπίεση των πολλών.

Ετσι, οι φτωχοί πρέπει να απομακρύνονται σταδιακά από το εκπαιδευτικό σύστημα, για να μην εμποδίζουν τους «ικανούς» να γίνουν ικανότεροι. Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα πρέπει να αξιολογούνται και να ταξινομούνται, για να μην αναμειγνύονται οι «μέτριοι» με τους «άριστους» και τους καθυστερούν. Οι πολλοί θα πρέπει «να μάθουν να μαθαίνουν» και συνεχώς να μαθαίνουν, εναλλασσόμενοι στην ανεργία, με πρόσχημα την πάντα ανεπαρκή «κατάρτιση». Αυτό είναι το νόημα των κηρυγμάτων της «κοινωνίας της γνώσης», που μάλλον σαν κοινωνία της απόγνωσης θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Κι όλα αυτά για να εκτιναχτούν στα ύψη τα κέρδη της πλουτοκρατίας, η υλική και πνευματική εκμετάλλευση του λαού. Το γιαπωνέζικο πρότυπο της μέχρι θανάτου αφοσίωσης των εργαζομένων στην επιχείρηση, έχει ήδη κάνει την εμφάνισή του στην ΕΕ. Το «ευρωπαϊκό» πολυεθνικό κεφάλαιο, άλλωστε, μέσα από τη βαρυσήμαντη έκθεση της Στρογγυλής Τράπεζας Ευρωπαίων Βιομηχάνων, από το 1995, με απίστευτο κυνισμό, έχει πει την τελευταία του λέξη: Διά βίου κατάρτιση….. «από τα σπάργανα έως τα σάβανα»! Γι’ αυτό, από το «ολοήμερο» κιόλας νηπιαγωγείο και το «ολοήμερο» σχολείο, ζητούν να μπάσουν από νωρίς στα βάσανα τη νέα γενιά. Οι μονοπωλιακοί κολοσσοί προστάζουν να αφαιρεθεί από τη ζωή των παιδιών ο αναγκαίος για τη διάπλασή τους χρόνος παιχνιδιού και κοινωνικής συναναστροφής. Τη θέση του να πάρει η πρόωρη μετάδοση δεξιοτήτων στο χειρισμό εργαλείων, (χρήση Η/Υ και επικοινωνία σε ξένες γλώσσες), για να έχουν αύριο στη διάθεσή τους ένα επιδέξιο και προπαντός ευάλωτο και υποταγμένο εργατικό δυναμικό.

Χωρίς καμία διάθεση υποτίμησης των ατομικών προσπαθειών εκπαιδευτικών και πανεπιστημιακών δασκάλων μέσα σ’ αυτή τη λαίλαπα κάτι να περισωθεί, η απάντηση στο ερώτημα τι είδους παιδεία χρειάζονται στην εποχή μας οι νέοι άνθρωποι, δεν είναι υπόθεση επιμέρους βελτιώσεων του εξεταστικού συστήματος, του ενός ή του άλλου σχολικού βιβλίου ή του προγράμματος σπουδών. Μόνο μέσα από ένα συνολικότερο πρόγραμμα με σκοπό να δημιουργηθούν οι όροι για την οριστική λύση του προβλήματος, μπορούμε να προσδοκούμε ότι η αντίσταση στις αντιδραστικές ρυθμίσεις δε θα οδηγήσει, αθέλητα, σε μάχες οπισθοφυλακής, ότι κάθε μεμονωμένη προσπάθεια δε θα ακυρωθεί, κάθε κατάκτηση δε θα αφαιρεθεί. Αντίθετα, αυτές θα πολλαπλασιάζονται κάτω από την πίεση ενός ισχυρού πανεκπαιδευτικού – παλλαϊκού ρεύματος που θα επικεντρώνει την αντιπαράθεση στην ουσία του προβλήματος. Στο τι άνθρωπο και για ποια κοινωνία διαπαιδαγωγεί η εκπαίδευση, δηλαδή στο σκοπό της.

Και σκοπός της εκπαίδευσης δεν μπορεί να είναι, ο εκτοπισμός των πολλών από το σχολείο, επειδή η εκπαίδευσή τους κοστίζει και περισσεύει σε μια κοινωνία που μαστίζεται από την ανεργία και την αβεβαιότητα. Δεν μπορεί να είναι ο διαχωρισμός της ήρας από το στάρι, «των παιδιών που θα αποτελέσουν τη συνέχεια της κυρίαρχης τάξης, από εκείνα που πρόκειται να αποτελέσουν το μεγάλο στρατό της δουλιάς, που δεν πληρώνεται όλη», όπως τόνιζε στην εποχή του ο μεγάλος μας παιδαγωγός Δ. Γληνός.

Σκοπός της εκπαίδευσης είναι να αναπτύξει στον ανώτερο δυνατό βαθμό τις ικανότητες όλων των ανθρώπων, σε μια κοινωνία που έχει ανάγκη να αξιοποιήσει τις δυνάμεις του κάθε μέλους της, για να προχωρήσει.

Ετσι και ο σκοπός της Ανώτατης Εκπαίδευσης, δεν μπορεί να είναι ο διαχωρισμός της σύγχρονης πνευματικής χειρωναξίας από τους λίγους που θα χρησιμοποιούν τη γνώση τους για να μας εξουσιάζουν. Σκοπός της Ανώτατης Εκπαίδευσης είναι να προετοιμάζει ένα επιστημονικό δυναμικό ικανό να αναπτύξει στο έπακρο τις παραγωγικές και πνευματικές δυνατότητες της χώρας μας, για να εξασφαλίσει την πρόοδο και την ευημερία όλου του λαού.

Είναι ωστόσο φανερό, ότι η αναγκαία αναμόρφωση της Ανώτατης Εκπαίδευσής μας, δεν μπορεί να έρθει χωρίς σύγκρουση με τους μηχανισμούς της ΕΕ, του ΟΟΣΑ και των άλλων ιμπεριαλιστικών κέντρων που καθοδηγούν και υπαγορεύουν την πολιτική στην Παιδεία, στην εργασία και συνολικά στην κοινωνική ζωή.

Η αναδιοργάνωση της Παιδείας δεν μπορεί να γίνει έξω από τον αναπροσανατολισμό της πολιτικής και της κοινωνικής ζωής, ώστε να υπηρετεί πραγματικά τα συμφέροντα και τις ανάγκες της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού μας και όχι μιας μικρής μειοψηφίας «ανταγωνιστών» της ζωής μας.

Αρα χρειάζεται μια αντιπαράθεση στο σύνολο της πολιτικής που σήμερα εφαρμόζεται και όχι σε επιμέρους ζητήματα και μέτωπα, που στην καλύτερη περίπτωση να οδηγήσουν σε αποσπασματικές και άρα επισφαλείς κατακτήσεις. Πουθενά και ποτέ, πολύ περισσότερο σήμερα, που ζούμε την περίοδο της πιο μεγάλης καπιταλιστικής επιθετικότητας και βαρβαρότητας, οι αγώνες δε θα δώσουν από μόνοι τους τη λύση, αν δε διαμορφωθεί μια ισχυρή κοινωνικοπολιτική συμμαχία, με πολιτικό σχέδιο για ριζικές αλλαγές, σε επίπεδο εξουσίας.

Και εδώ οι Θέσεις για την Εκπαίδευση συναντούν τη συνολική πρόταση του ΚΚΕ για την οικοδόμηση ενός Λαϊκού Μετώπου, το οποίο θα συνενώνει όλα τα επιμέρους κινήματα, της Παιδείας, της Υγείας, της Ειρήνης, του Πολιτισμού και προπαντός τον κορμό τους, το εργατικό κίνημα. Ενα πλατύ κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο, που δε θα αντιστέκεται απλά στους μονοπωλιακούς σχεδιασμούς, αλλά θα αντεπιτίθεται, διεκδικώντας για το λαό, όλα εκείνα που του ανήκουν.

Στο γενικό αυτό πλαίσιο εντάσσεται η πρόταση του Τμήματος Παιδείας για την Ενιαία Ανώτατη Εκπαίδευση. Πρόταση που δεν αφορά το μέλλον, αλλά αποτελεί ώριμη ανάγκη των καιρών. Απάντηση στις σύγχρονες δυνατότητες και στις ανάγκες του λαού μας, που οι σημερινοί υλικοί όροι, δημιούργημα της σκληρής δουλιάς του, γεννούν.

Γι’ αυτό, από σήμερα, οι φοιτητές – σπουδαστές και οι δάσκαλοί τους, οι επιστήμονες, οι εκπαιδευτικοί, οι γονείς και όλος ο λαός, κάθε άνθρωπος με συνείδηση της θέσης του μέσα στην κοινωνία και της δύναμής του, να επηρεάσει την πορεία της, χρειάζεται να συμπορευτούν στους παρακάτω βασικούς άξονες – στόχους πάλης μιας εκπαιδευτικής πολιτικής, που θεωρούμε πως ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις τους.

Οι βασικοί άξονες μιας φιλολαϊκής εκπαιδευτικής πολιτικής

* Καθιέρωση Ενιαίου, 12χρονου Βασικού Υποχρεωτικού Σχολείου, απαραίτητη προϋπόθεση όχι μόνο των πανεπιστημιακών σπουδών, αλλά κάθε επαγγελματικής εκπαίδευσης. Σχολείου κοινού για όλους, χωρίς ταξικές, φυλετικές, γεωγραφικές και άλλες διακρίσεις. Χωρίς τον ξεπερασμένο ιστορικά διαχωρισμό σε δημοτικό – γυμνάσιο – λύκειο, που θα έχει ένα σκοπό: την ολόπλευρη συγκρότηση της κοινωνικής προσωπικότητας των νέων ανθρώπων, με κρίση, συναίσθημα, ήθος και βούληση, ώστε να κατανοούν τον κόσμο στην ολότητά του και να μπορούν να τον αλλάξουν. Σχολείου γενικής εκπαίδευσης που θα ενσωματώνει στο πρόγραμμά του στοιχεία της τεχνικής, όχι για επαγγελματική εξειδίκευση, αλλά ως γενική προετοιμασία για τη ζωή και την εργασία. Που θα συνενώνει τη θεωρία με την πράξη, θα συνδέει τις βασικές αρχές της επιστήμης με τις εφαρμογές της στην παραγωγή και την κοινωνική ζωή.

* Το δωδεκάχρονο σχολείο αποτελεί συνέχεια μιας δίχρονης υποχρεωτικής προσχολικής αγωγής μέσα από κρατικό σύστημα παιδικών κέντρων, με όλη την απαραίτητη υποδομή σε παιδαγωγικά μέσα και προσωπικό, που θα σέβεται τον παιδικό ψυχισμό, χωρίς την πρόωρη σχολειοποίηση που επιδιώκεται σήμερα.

* Ριζική αναμόρφωση της τεχνικοεπαγγελματικής εκπαίδευσης, ώστε αυτή να οικοδομηθεί σε μεταλυκειακό επίπεδο, στα γερά θεμέλια της δωδεκάχρονης βασικής εκπαίδευσης, μέσα σε Δημόσιες Επαγγελματικές Σχολές που θα παρέχουν υψηλού επιπέδου επαγγελματική μόρφωση και ουσιαστικά εφόδια για την άσκηση του επαγγέλματος, για όσα επαγγέλματα δεν απαιτούν πανεπιστημιακή ειδίκευση, ή ειδίκευση που μπορεί να αποκτηθεί άμεσα στην παραγωγή. Ουσιαστική επαγγελματική εκπαίδευση δεν μπορεί να παρέχεται, επί πληρωμή, με τις άθλιες προϋποθέσεις κατάρτισης των ΙΕΚ και ΚΕΚ, που πρέπει να καταργηθούν, ούτε μπορεί να δίνεται πρόωρα, πριν ο νέος διαμορφώσει αρμονικά τις βάσεις της προσωπικότητάς του.

* Συγκρότηση Δημόσιας και Δωρεάν Ενιαίας Ανώτατης Εκπαίδευσης, στην υπηρεσία των σύγχρονων λαϊκών αναγκών και της εξέλιξης της επιστήμης, που να εξασφαλίζει υψηλού επιπέδου επιστημονική ειδίκευση για όλους αδιάκριτα τους φοιτητές. Χωρίς τις αναχρονιστικές διακρίσεις σε πανεπιστημιακή και μη πανεπιστημιακή – τεχνολογική, που αναπαράγουν τις αλληλοκαλύψεις και την ανισοτιμία των ΑΕΙ – ΤΕΙ. Χωρίς κατηγοριοποιήσεις ανάμεσα στα Ιδρύματα, τα τμήματα και τους αποφοίτους τους. Χωρίς τον αντιεπιστημονικό, ταξικό, διαχωρισμό των προπτυχιακών σπουδών από την επιστημονική ειδίκευση και τη διάσπασή τους σε κύκλους, για ενιαίες προπτυχιακές σπουδές και μεταπτυχιακές σπουδές ενός κύκλου που να οδηγούν αποκλειστικά σε διδακτορικό δίπλωμα. Ανώτατη Εκπαίδευση που θα έχει ένα σκοπό: να διαμορφώνει βαθιά καλλιεργημένους επιστήμονες, που θα σκέφτονται και θα δρουν επιστημονικά σε όλα τα επίπεδα και όχι μονοδιάστατα στο αντικείμενό τους. Ικανούς να αντιμετωπίσουν δημιουργικά τις μελλοντικές ανάγκες της παραγωγικής και κοινωνικής πράξης, συμβάλλοντας καθοριστικά, με τις ειδικές και γενικές γνώσεις και την προσωπικότητά τους, στο συνειδητό μετασχηματισμό της φυσικής και κοινωνικής πραγματικότητας, σε όφελος του «συνόλου» και όχι μιας μόνο τάξης.

* Αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών και επανεξέταση των αντικειμένων τους, ώστε, παράλληλα με τις αναγκαίες μεταξύ τους διαφοροποιήσεις, να ανταποκρίνονται ενιαία στις πραγματικές ανάγκες της επιστημονικής και κοινωνικής προόδου. Προγράμματα που θα συνδυάζουν μια ανώτατης στάθμης γενική μόρφωση με την εμβάθυνση σε κάθε επιστημονικό αντικείμενο, ώστε να οδηγούν σε υψηλού επιπέδου επαγγελματική ειδίκευση και ικανότητα. Που θα εισάγουν σταδιακά τους φοιτητές στις μεθόδους επιστημονικής εργασίας και έρευνας, και θα αναπτύσσουν την ικανότητα δημιουργικής σκέψης και δράσης, αντί για μια απλή μετάδοση μεθόδων εκμετάλλευσης και εργαλειακής χρήσης της γνώσης. Που θα συνενώνουν τη θεωρητική γνώση με την εφαρμογή της από το πρώτο μέχρι το τελευταίο έτος σπουδών, θα συνδυάζουν τη διδασκαλία με την πρακτική κοινωνική δραστηριότητα, μέσα στο Πανεπιστήμιο και έξω από αυτό και θα καλλιεργούν την ενιαία διαλεκτική θεώρηση της γνώσης και της πραγματικότητας στον αυριανό επιστήμονα, ώστε από εξάρτημα της παραγωγής, να μετατραπεί σε ουσιαστικό συντελεστή του σχεδιασμού και της διεύθυνσής της. Η μεγαλύτερη, σε σχέση με το παρελθόν, ταχύτητα συσσώρευσης της γνώσης, απαιτεί την επιμήκυνση της διάρκειας των σπουδών, ανάλογα με την ειδικότητα.


* Αναπροσανατολισμό της Πανεπιστημιακής έρευνας, ώστε, αντί για την ενίσχυση της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας των λίγων, να αποσκοπεί στην ανύψωση της κοινωνικής, οικονομικής και πνευματικής στάθμης του συνόλου του λαού. Η ερευνητική πολιτική των Πανεπιστημίων δεν μπορεί να καθορίζεται από τους κάθε είδους χρηματοδότες της: από τα οικονομικά συμφέροντα των επιχειρήσεων ή από τα ιδεολογικά, πολιτικά και στρατιωτικά ακόμη συμφέροντα των ιμπεριαλιστικών κέντρων και των μηχανισμών τους (προγράμματα της ΕΕ και του ΝΑΤΟ). Η παραγωγή νέας γνώσης είναι κοινωνικό προϊόν και σαν τέτοιο ανήκει σε όλους. Απαιτείται η γενναία χρηματοδότησή της από τον κρατικό προϋπολογισμό, ώστε να καλύπτονται με επάρκεια όλοι οι τομείς της και να συμμετέχει σε αυτήν το σύνολο των Ανώτατων Ιδρυμάτων μας και του διδακτικού τους προσωπικού. Απαιτείται ακόμη η διαμόρφωση συνθηκών διαφάνειας και κοινωνικού ελέγχου των κατευθύνσεών της έρευνας, η σύνδεσή της με την Πανεπιστημιακή εκπαίδευση, η πλατιά διάδοση των αποτελεσμάτων της. Στα πλαίσια αυτά, το βάρος της διεξαγωγής της, να μεταφερθεί στα τμήματα και τους τομείς των ΑΕΙ, – που να είναι κατάλληλα οργανωμένα, ώστε να μπορούν να διεξάγουν έρευνα σε όλες τις κλίμακες- και όχι στα απροσπέλαστα ΕΠΙ και τις άλλες στεγανές δομές που προωθεί η κυβέρνηση.

* Κατοχύρωση Δημόσιας και Δωρεάν Ανώτατης Εκπαίδευσης, ως τη βασική προϋπόθεση του ενιαίου χαρακτήρα της. Κατάργηση των κάθε λογής ιδιωτικών «πανεπιστημίων» και κάθε μορφής ιδιωτικοποίηση των κρατικών. Απεξάρτηση των ΑΕΙ από το μονοπωλιακό έλεγχο, δημιουργία προϋποθέσεων για το δημοκρατικό κοινωνικό έλεγχο της δράσης τους από την πανεπιστημιακή κοινότητα και το λαό, ώστε να κατακτήσουν τον πραγματικό δημόσιο – κοινωνικό ρόλο τους. Εξασφάλιση όλων των υλικών προϋποθέσεων και της απαιτούμενης χρηματοδότησης για την κάλυψη και τη διεύρυνση των δραστηριοτήτων των ΑΕΙ. Εξασφάλιση των αναγκαίων, για την πρόοδο της επιστήμης, συνθηκών ελευθερίας της σκέψης και της επιστημονικής δημιουργίας.

Στη βάση των γενικότερων αυτών κατευθύνσεων, για τα επείγοντα προβλήματα της Ανώτατης Εκπαίδευσης που η κυβερνητική πολιτική εντείνει, το μαζικό κίνημα θα πρέπει άμεσα να επιδιώξει:

* Την αποτροπή της σταδιακής εφαρμογής των αποφάσεων της Μπολόνια για συρρίκνωση και υποβάθμιση των προπτυχιακών σπουδών, με: α) την κατάργηση του νόμου 2327/95 για το ΕΣΥΠ και όλων των αντιεκπαιδευτικών – αντιεπιστημονικών νομοθετημάτων που τον συνοδεύουν β) την κατάργηση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων ειδίκευσης και την ένταξη της ειδίκευσης στον προπτυχιακό κύκλο των σπουδών, τη διεύρυνση των μεταπτυχιακών σπουδών, ώστε να οδηγούν αποκλειστικά σε διδακτορικό δίπλωμα γ) την ένταξη των ΤΕΙ στην Ανώτατη Εκπαίδευση στη βάση αποσαφηνισμένων επιστημονικών αντικειμένων και κατόπιν αναμόρφωσης των προγραμμάτων σπουδών και αναβάθμισης της υποδομής και του διδακτικού τους προσωπικού, ώστε να ανταποκρίνονται στον ανώτατο χαρακτήρα τους δ) την κατάργηση του συστήματος των πιστωτικών μονάδων που οδηγεί στον κατακερματισμό των σπουδών. Η σύγκριση των σπουδών και των τίτλων τους μπορεί να γίνεται με τους καθιερωμένους τρόπους ε) την κατάργηση και τη μη δημιουργία νέων τμημάτων καταρτισιακού ή σεμιναριακού χαρακτήρα, που καμία θέση δεν έχουν στην Ανώτατη Εκπαίδευση, τη μη αποδοχή των Ινστιτούτων διά βίου εκπαίδευσης που θα αντικαταστήσουν τα ΠΣΕ και αναγορεύουν την αρθρωτή κατάρτιση σε Ανώτατη Εκπαίδευση στ) τη σύνδεση των σπουδών και των πτυχίων με το επάγγελμα, τη διεύρυνση ουσιαστικών επαγγελματικών και εργασιακών δικαιωμάτων για τους αποφοίτους


* Την εξασφάλιση της οικονομικής επάρκειας των ΑΕΙ για το σύνολο των διδακτικών και ερευνητικών δραστηριοτήτων τους, με κρατική χρηματοδότηση, ως όρο για την αποτροπή της ασφυκτικής τους υποταγής στα μονοπωλιακά συμφέροντα, την ανακοπή της πορείας μετατροπής τους σε κερδοσκοπικές επιχειρήσεις. Τον αναπροσανατολισμό των κονδυλίων του ΕΠΕΑΕΚ στις πραγματικές ανάγκες των ΑΕΙ, με την ένταξή τους και τη διανομή τους από τον κρατικό προϋπολογισμό, την ενσωμάτωση των ειδικών λογαριασμών έρευνας σε ένα εκσυγχρονισμένο δημόσιο λογιστικό. Την κατάργηση των παραρτημάτων των ξένων Πανεπιστημίων στη χώρα μας, την αποτροπή δημιουργίας ιδιωτικών ΑΕΙ (των Δήμων, της Εκκλησίας, ιδιωτών κλπ.), που αποτελούν μοχλούς πίεσης για την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων.

* Τη διασφάλιση της δωρεάν και δημόσιας παροχής της Ανώτατης Εκπαίδευσης σε όλους. Την κατάργηση κάθε είδους διδάκτρων, την εξασφάλιση δωρεάν συγγραμμάτων, της σίτισης και στέγασης όλων των φοιτητών, την παροχή υποτροφιών σε όλους τους μεταπτυχιακούς φοιτητές. Την αναβάθμιση του κτιριακού και εργαστηριακού εξοπλισμού των ΑΕΙ, την εξασφάλιση σύγχρονων βιβλιοθηκών. Την πρόσληψη όλου του αναγκαίου επιστημονικού, διοικητικού και τεχνικού προσωπικού, την κατάργηση των ελαστικών εργασιακών σχέσεων, την κατοχύρωση της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης του διδακτικού προσωπικού, την επιστημονική και οικονομική στήριξη όλου του προσωπικού των ΑΕΙ, την κατάργηση του επιδοματικού χαρακτήρα του μισθολογίου των πανεπιστημιακών και την άρση των ανισοτήτων που δημιουργεί.


* Την αποτροπή επιβολής του συστήματος αξιολόγησης των ιδρυμάτων και του διδακτικού προσωπικού, με κριτήρια εξωπανεπιστημιακά – επιχειρηματικά, της σύνδεσης της χρηματοδότησης με το βαθμό ανταπόκρισής τους στις απαιτήσεις της «αγοράς». Αξιολόγηση που θα έχει σαν αποτέλεσμα την ενίσχυση των ανισοτήτων ανάμεσα στα ΑΕΙ, στα τμήματα, το διδακτικό προσωπικό και τους αποφοίτους τους, την κατηγοριοποίηση και την υποβάθμιση της πλειοψηφίας τους. Τα Πανεπιστήμια διαθέτουν τους κατάλληλους ακαδημαϊκούς μηχανισμούς και κριτήρια αυτοελέγχου. Αποτροπή, γενικότερα, των σχεδίων για τη λεγόμενη «διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια των πανεπιστημίων» που αποσκοπούν στην επιβολή ενός ακόμη πιο συγκεντρωτικού ελέγχου των Πανεπιστημίων από το κράτος, τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς και το κεφάλαιο και τη μετακύληση της ευθύνης του κράτους για τη χρηματοδότηση της Ανώτατης Εκπαίδευσης στα ίδια τα Ιδρύματα και τους φοιτητές τους.

* Την υπεράσπιση της δημοκρατικής λειτουργίας των ΑΕΙ. Την ουσιαστικοποίηση του ρόλου των συλλογικών οργάνων των Πανεπιστημίων στον έλεγχο και τη διοίκησή τους. Την εξασφάλιση της ισότητας των δικαιωμάτων όλων όσοι εργάζονται και σπουδάζουν σε αυτά, με διεύρυνση της συμμετοχής τους στα όργανα λήψης των αποφάσεων και αλλαγή του συσχετισμού δύναμης σε όφελος των δυνάμεων που παλεύουν για την απεξάρτηση των Πανεπιστημίων από τον μονοπωλιακό εναγκαλισμό. Την υπεράσπιση του πανεπιστημιακού ασύλου από τη σχεδιασμένη υπόσκαψη και συκοφάντησή του, την κατοχύρωση στην πράξη της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών και των επιστημονικών απόψεων. Τη διαμόρφωση συνθηκών διαφάνειας και ελέγχου των κατευθύνσεων της πανεπιστημιακής έρευνας, σε αντίθεση με τις επιδιώξεις διεύρυνσης των στεγανών δομών έρευνας, όπως τα ΕΠΙ, που οδηγούν σε αποκλεισμό από την ερευνητική δραστηριότητα τα μέλη ΔΕΠ που δε διαθέτουν διασυνδέσεις και αποκόβουν την εκπαίδευση από αυτή.

Τμήμα Παιδείας της ΚΕ του ΚΚΕ

ΑΠΡΙΛΗΣ 2001

Αναρτήθηκε στις Θέσεις. Ετικέτες: , , . Leave a Comment »

Οι θέσεις της ΚΝΕ για τα ναρκωτικά

H Οργάνωση μας, η ΚΝΕ, είναι η μοναδική πολιτική νεολαία της Ελλάδας που με σταθερό και αταλάντευτο τρόπο έχει οξυμένο ιδεολογικό-πολιτικό μέτωπο απέναντι σε όλα τα ναρκωτικά.

Σε μια εποχή που η δυσοσμία που αναδύει ο καπιταλισμός είναι αβάσταχτη, τα ναρκωτικά αξιοποιούνται από την αστική τάξη ολόπλευρα για τη χειραγώγηση της νεολαίας. Αποτελούν ένα ισχυρότατο όπλο στα πλαίσια της ιδεολογικής και πολιτικής της κυριαρχίας, προκειμένου να επηρεάζει τη διαμόρφωση των νεανικών συνειδήσεων. Στόχος είναι η διάδοση μέσα στους νέους ενός γενικότερου τρόπου ζωής που αφοπλίζει τα νεανικά όνειρα, αμβλύνει συνειδήσεις, περιθωριοποιεί τμήματα νέων.

Σε αυτά τα πλαίσια, τα τελευταία χρόνια με ιδιαίτερη ένταση, αστοί κονδυλοφόροι και πολιτικοί, νεοφιλελεύθεροι και κεντροαριστεροί, έχουν επιδοθεί σε μια άνευ προηγουμένου εκστρατεία που στοχεύει να δημιουργήσει μαζική κοινωνική ανοχή απέναντι στο φαινόμενο των ναρκωτικών.

Η επίσημη πολιτική της κυβέρνησης και οι οδηγίες της Ε.Ε., αντί να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα, κινούνται στην αντίθετη κατεύθυνση.

Έτσι το πρόβλημα της χρήσης ναρκωτικών ολοένα και γνωρίζει μεγαλύτερες διαστάσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι την τελευταία μόνο 5ετία ΔΙΠΛΑΣΙΑΣΤΗΚΕ η χρήση στις νεαρές ηλικίες.

Σκοπός της παρούσας έκδοσης του Κεντρικού Συμβουλίου της ΚΝΕ είναι να καταγράψει τις θέσεις της Οργάνωσης για το πρόβλημα. Φιλοδοξούμε, μέσα από το διάλογο και την αντιπαράθεση μέσα στη νεολαία και το κίνημα της, να συμβάλουμε ώστε το κίνημα της νεολαίας να εξοπλιστεί πολιτικά με στόχους διεκδίκησης και πάλης, ώστε μαζί με το λαό να βάλει φραγμό στις διαστάσεις που παίρνει η μάστιγα των ναρκωτικών.

ΕΞΑΡΤΗΣΗ: ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΣΥΜΦΥΤΟ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ

Αν και τα ναρκωτικά αποτελούν τόσο σοβαρό εχθρό της σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής υγείας του ανθρώπου, είναι αρκετά μεγάλος ο αριθμός αυτών, και ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους, που κάνουν χρήση. Ο αριθμός αυτός μάλιστα τα τελευταία χρόνια μεγαλώνει με έντονους ρυθμούς. Παρά το γεγονός ότι αυξάνει κατακόρυφα ο αριθμός των θανάτων, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτουμε στο Παράρτημα, την τελευταία 5ετία ΔΙΠΛΑΣΙΑΣΤΗΚΕ η χρήση στις νεαρές ηλικίες και ΤΡΙΠΛΑΣΙΑΣΤΗΚΕ στο ίδιο διάστημα η χρήση κάνναβης.

Η κυρίαρχη αστική ιδεολογία και απολογητική, προσπαθεί να πλάσει πλήθος επιχειρημάτων, για να εξηγήσει το φαινόμενο της τοξικομανίας και γενικότερα της εξάπλωσης της χρήσης ναρκωτικών ουσιών.

Κάποια ρεύματα, για παράδειγμα, προσπαθούν να φορτώσουν την ευθύνη στον ίδιο τον τοξικομανή, στην οικογένεια του, στις παρέες του, ανάγοντας σε κυρίαρχες αιτίες παράγοντες που καθορίζονται και διαμορφώνονται από τον καπιταλισμό.

Κάποια άλλα ρεύματα προσπαθούν να αποδείξουν ότι η τοξικομανία είναι σύμφυτη με τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, ή ότι είναι ενσωματωμένη στο DNA μας. Αυτό το ρεύμα 6ιολογικοποιώντας κοινωνικά χαρακτηριστικά δεν κάνει τίποτα παραπάνω από αυτό που έκανε η χιτλερική προπαγάνδα, όταν μετρούσε τις διαστάσεις των ανθρωπίνων κρανίων, για να δικαιολογήσει την ανωτερότητα της «άριας» φυλής και συνεπώς τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τις φρικαλεότητες που διάπραττε ο φασισμός.

Σε κάθε περίπτωση η επιδίωξη είναι να ξεκοπούν παράμετροι του προβλήματος, να αυτονομηθούν, να μην εξεταστούν σε βάθος οι κοινωνικές σχέσεις. Να παρουσιαστούν οι παράγοντες που συντελούν στην όξυνση του προβλήματος ως αιτίες που το γεννούν. Κοινό σημείο και στόχος τους είναι να αθωώσουν το καπιταλιστικό σύστημα.

Γιατί οι νέοι κάνουν χρήση ναρκωτικών;

Το πρόβλημα της χρήσης ναρκωτικών δεν είναι η χρήση απλά μιας χημικής ουσίας. Είναι το «γιατί» της χρήσης, το τι συμβολίζει η χρήση, τι σύστημα αξιών και στάσης ζωής συνοδεύει τη χρήση.

Όσοι κάνουν χρήση ναρκωτικών ουσιών, προσπαθούν με αυτά να καλύψουν τα εσωτερικά τους κενά. Οι νέοι που κάνουν χρήση ναρκωτικών, καταφεύγουν σε αυτά, γιατί θέλουν, όπως λένε στη δική τους γλώσσα, «να την ακούσουν». Δηλαδή να ξεφύγουν από την πραγματικότητα ή να έρθουν σε κατάσταση ευφορίας με τη χρήση της ουσίας ή να βρουν ψευδαίσθηση επικοινωνίας με την παρέα. Προσπαθούν δηλαδή να κατασκευάσουν συνθήκες, οι οποίες δεν υπάρχουν κάτω από φυσιολογικές καταστάσεις: Η πραγματικότητα είναι σκληρή, δεν αφήνει περιθώρια ευφορίας, στην παρέα δεν υπάρχει η δυνατότητα επικοινωνίας, καθώς τα μέλη της δεν μοιράζονται κοινές σκέψεις, αξίες, ιδανικά.

Χρησιμοποιείται, λοιπόν, η ουσία ως μέσον φυγής τόσο από τα προσωπικά όσο και από τα γενικότερα αδιέξοδα που έχει ο καθένας, αλλά και ως μέσον κάλυψης εσωτερικών αναγκών. Χρησιμοποιείται από κάποιον δηλαδή η ουσία, σε τελική ανάλυση, ως μέσον φυγής από τον ίδιο τον εαυτό του. Όσοι κάνουν χρήση, επιδιώκουν σε μια τεχνητή πραγματικότητα να βρουν ό,τι η καθημερινότητα τους στερεί. Έναν κοινωνικό ρόλο, ταυτότητα, ανακούφιση από τα προβλήματα, επικοινωνία, ψευδαισθήσεις επιτυχίας, ευτυχία.

Το φαινόμενο συνεπώς της συνάντησης μιας προσωπικότητας με μια ναρκωτική ουσία, σε μια συγκεκριμένη κοινωνικο-ιστορική στιγμή, παίρνει πολύ συγκεκριμένο κοινωνικό χαρακτήρα στην κοινωνία μας και σε όλες τις καπιταλιστικές κοινωνίες σαν τη δική μας. Αυτός ο συγκεκριμένος κοινωνικός χαρακτήρας αποσιωπάται από όλα τα αστικά απολογητικά ρεύματα, επειδή τους ενοχλεί.

Τα κοινωνικά αδιέξοδα που δημιουργεί ο καπιταλισμός

Για να νιώθει συνεπώς κάποιος την ανάγκη «να την ακούσει», για να πέσει δηλαδή στο λούκι των ναρκωτικών, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να μην είναι ευτυχισμένος. Την ευτυχία όμως από τα μέλη της κοινωνίας μας τη στερεί ο καπιταλισμός και η εκμεταλλευτική του φύση. Τη στερεί η πλεονεξία του κεφαλαίου για ολοένα και περισσότερα υπερκέρδη σε βάρος των δικαιωμάτων, των αναγκών και των ελευθεριών των εργαζομένων. Οι ταξικοί φραγμοί στη μόρφωση, η ανεργία, η μισθωτή εργασία, η οικονομική δυσχέρεια, ο κοινωνικός, οικονομικός και πολιτικός αποκλεισμός.

Αυτά αποτελούν το έδαφος, πάνω στο οποίο το κεφάλαιο κλέβει την ευτυχία από τους εργαζομένους και τη νεολαία, δημιουργώντας έτσι την ανασφάλεια για το παρόν και το μέλλον, το άγχος και την αβεβαιότητα. Αυτές είναι οι συνθήκες που δεν επιτρέπουν στη νεολαία να εκπληρώσει τις προσδοκίες της και να ζήσει μια ευτυχισμένη ζωή.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στα στοιχεία που έδωσε η θεραπευτική κοινότητα «Στροφή» για το προφίλ των εφήβων που την προσέγγισαν το έτος 2000 αναφέρεται ότι το 76% ήταν άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι. Το 76,7% προέρχονται από φτωχές οικογένειες. Το 50,5% έχουν εγκαταλείψει το σχολείο πριν ολοκληρώσουν τη βασική υποχρεωτική εκπαίδευση.

Όσοι λοιπόν ισχυρίζονται ότι τα ναρκωτικά τα ακολουθούν ομάδες νεολαίας από περιέργεια, επειδή τάχα είναι απαγορευμένα, πρέπει να εξηγήσουν το πώς γίνεται η «περιέργεια» αυτή να είναι χαρακτηριστικό φαινόμενο συγκεκριμένων ομάδων νέων ανθρώπων. Αυτών που η καπιταλιστική μας κοινωνία τους έχει δείξει με τον πιο άγριο τρόπο τα δόντια της. Φυσικά το πρόβλημα της εξάρτησης διαχέεται σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, όμως με ιδιαίτερη αγριότητα χτυπά τα πιο φτωχά λαϊκά στρώματα.

Τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα που δημιουργεί ο καπιταλισμός για τα λαϊκά στρώματα, αποτελούν συνεπώς αναγκαία συνθήκη για να εμφανιστεί το φαινόμενο χρήσης των ναρκωτικών.

Ο καπιταλισμός βλάπτει σοβαρά την ψυχική υγεία (και όχι μόνο)

Φυσικά τα κοινωνικά αδιέξοδα που δημιουργεί το σύστημα είναι μεν αναγκαία συνθήκη, δεν είναι όμως από μόνα τους αναγκαία και ικανή συνθήκη. Το απάνθρωπο καπιταλιστικό σύστημα, στο οποίο ζούμε, όχι μόνο μας δημιουργεί προβλήματα στη ζωή μας, αλλά κάνει ό,τι μπορεί για να μετατραπούν σε προβλήματα του καθένα όχι με το σύστημα αλλά με τον εαυτό του. Ο ίδιος ο καπιταλισμός φέρνει τους ανθρώπους σε ρήξη με το σύνολο των κοινωνικών τους σχέσεων. Τους αποξενώνει δηλαδή από την ανθρώπινη ουσία τους από τον ίδιο τους τον εαυτό. Έτσι η «αναγκαία συνθήκη» γίνεται ικανή. Το πρόβλημα που αποκτά πλέον κάποιος με τον εαυτό του εκφράζεται με πολλούς τρόπους και ένας από τους πιο βασικούς είναι η θέληση για φυγή. Η πιο ακραία μορφή φυγής είναι η τοξικοεξάρτηση.

Οι πρόσφατες στατιστικές δείχνουν ότι το 40% των νέων από 14-25 χρόνων έχουν κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών. Σε δηλώσεις που έκανε στις 4/4/2001 ο πρόεδρος της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρίας, ανέφερε ότι το 1/3 του γενικού πληθυσμού θα εκδηλώσει σε κάποια στιγμή της ζωής του ψυχιατρική συμπτωματολογία, δείγμα και αυτό της αλλοτρίωσης του ανθρώπου στον καπιταλισμό.

Και μόνο αυτά τα νούμερα δείχνουν ότι στην κοινωνία που ζούμε κάτι «σάπιο υπάρχει». Το πρόβλημα είναι καθολικό, δεν αγκαλιάζει μόνο ορισμένες περιθωριακές ομάδες ή ανθρώπους που προέρχονται από «προβληματικές» οικογένειες.

Στον καπιταλισμό όλοι αυτοί που δημιουργούν τον πλούτο της κοινωνίας είναι αποξενωμένοι από τη βασική τους δραστηριότητα, που ως τέτοια παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση και επιβεβαίωση της προσωπικότητας, από τη δραστηριότητα αυτή που δημιουργεί τον κοινωνικό πλούτο. Δηλαδή από την παραγωγική εργασία. Οι άνθρωποι δεν εργάζονται για να δημιουργήσουν τον πλούτο της κοινωνίας, αλλά για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην. Στο αντικείμενο της δουλειάς τους δεν βλέπουν τον εαυτό τους και την προσωπικότητα τους, αλλά τον καταναγκασμό. Η προσωπική τους αξία δεν έγκειται στην ικανότητα τους να δημιουργούν αξίες χρήσης που ανεβάζουν το συνολικό βιοτικό επίπεδο της κοινωνίας, αλλά στην ικανότητα τους να παράγουν υπεραξία. Τα εμπορεύματα αποτελούν τον τελικό σκοπό της ανθρώπινης δραστηριότητας και μέσα από αυτά βρίσκει ο καθένας τον εαυτό του και όχι στην ίδια την ανθρώπινη ουσία του.

Αυτή η αποξένωση αποτελεί τη βάση για την αποδόμηση, για τον κατακερματισμό συνολικά της προσωπικότητας. Αποτελεί σημαντικό παράγοντα που ευνοεί την αστική ιδεολογία να βρίσκει εύφορο έδαφος και σε τελική ανάλυση να κυριαρχεί ανάμεσα στους εργαζομένους.

Αυτή η αποξένωση καθορίζει τις σχέσεις στην οικογένεια, στο φιλικό κύκλο και στις διαπροσωπικές σχέσεις. Η καταπίεση από τον τόπο εργασίας μεταφέρεται στην οικογένεια. Οι γονείς μετατρέπονται σε αρκετές περιπτώσεις σε τυράννους. Η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, αυτός ο υπέρτατος νόμος του καπιταλισμού, μεταφράζεται σε αμέτρητες καθημερινές μικρο-εκμεταλλεύσεις στις διαπροσωπικές σχέσεις, γίνεται νόμος που χαρακτηρίζει τις ανθρώπινες σχέσεις. Οι σχέσεις γίνονται ανταγωνιστικές. Ο σύντροφος πολλές φορές επιδιώκει να πάρει περισσότερα απ’ όσα δίνει, το ίδιο και ο φίλος. Η παρέα αποτελεί συγκόλληση χωρίς κοινές ανησυχίες, ιδανικά και αξίες, με αποτέλεσμα να υπάρχει κενό στην επικοινωνία και αμηχανία.

Για όλα αυτά όμως δεν ευθύνεται κανένας άλλος από τον ίδιο τον καπιταλισμό, που όσο περνάνε τα χρόνια, τόσο περισσότερο σαπίζει, τόσο περισσότερο γίνεται αντιδραστικό και αποκρουστικό το πρόσωπο του και γι’ αυτό τόσο περισσότερο θα δημιουργεί ανάμεσα στους ανθρώπους αποκρουστικά κακέκτυπα του.

Ακραία μορφή και αποτέλεσμα αυτής της αποξένωσης του ανθρώπου από την ανθρώπινη ουσία του είναι η εξάρτηση. Όπου το εμπόρευμα-ουσία θεοποιείται. Η κοινωνικότητα του ανθρώπου καταστρέφεται. Η κοινωνική συνείδηση εξαφανίζεται. Η προσωπικότητα είναι τελείως καταστραμμένη.

Δεν πέφτουν φυσικά όλοι οι άνθρωποι στο «λούκι» της εξάρτησης, αλλά οι πιο ευάλωτες προσωπικότητες. Αυτοί που καταφέρνουν να κρατήσουν τις περισσότερες αντιστάσεις, να διαμορφώσουν σύστημα αξιών που έρχεται σε σύγκρουση με τις κυρίαρχες αξίες, να συνειδητοποιήσουν την αντικειμενική πραγματικότητα, μπορούν να αντισταθούν και στους ψεύτικους παραδείσους.

Όμως σκοπός ύπαρξης του καπιταλισμού είναι η διαιώνιση του και η διευρυμένη αναπαραγωγή του. Απαραίτητη προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι η ιδεολογική χειραγώγηση των εργαζομένων και των νέων. Δηλαδή η συσκότιση της πραγματικής φύσης του συστήματος και η αντιστροφή της πραγματικότητας, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα που δίνει στην αστική τάξη το γεγονός ότι είναι κυρίαρχη, ότι έχει στα χέρια της την εξουσία.

Ο άνθρωπος που στον καπιταλισμό και εξαιτίας των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής έχει έρθει σε ρήξη με το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων, ο άνθρωπος που έχει δηλαδή αλλοτριωθεί, διαμορφώνει κάτω και από την επίδράση της αστικής ιδεολογίας στρεβλό σύστημα αναγκών, το οποίο με τη σειρά του διαμορφώνει στρε6λές αξίες.

Έτσι βρίσκει εύφορο έδαφος η βιομηχανία του θεάματος και του life style, που φροντίζει να δημιουργήσει τέτοια πρότυπα, ώστε να καθαγιάζονται τα αστικά ιδεώδη (κέρδος, ατομικισμός, εκμετάλλευση).

Η πραγματική αιτία της αδυναμίας εκπλήρωσης των αναγκών που στερεί την ευτυχία από τους ανθρώπους μεταφράζεται με λάθος τρόπο και το σύστημα φροντίζει γι’ αυτό. Ο μαθητής που διώχνεται από το ταξικό σχολείο κουβαλάει μαζί του την ευθύνη της αποτυχίας. Δεν παίρνει τα γράμματα, είναι τεμπέλης. Ο πατέρας είναι αυταρχικός. Ο άνεργος, ο

απολυμένος, φέρει επίσης ακέραια την ευθύνη της κατάστασης του. Δεν έχει αρκετές γνώσεις, δεν είναι ικανός, δεν είναι καπάτσος. Οι «κακές» παρέες δαιμονοποιούνται και οι «σκάρτοι φίλοι» ενισχύουν αντικοινωνικές τάσεις.

Οι πραγματικοί νόμοι αυτής της κοινωνίας κρύβονται με περισσή επιμέλεια. «Μαζί με τα νερά» πετιέται και το παιδί και η αποστροφή απέναντι στην καπιταλιστική κοινωνία γίνεται αποστροφή απέναντι στην κοινωνία γενικά, γεννά αντικοινωνική-περιθωριακή συμπεριφορά.

Η πλειοψηφία των ανθρώπων αδυνατούν να κατανοήσουν την αντικειμενική πραγματικότητα και συνεπώς αδυνατούν να ανακαλύψουν τους δρόμους που πρέπει να περπατήσουν, για να εκπληρώσουν τις ανάγκες τους, να ζήσουν ευτυχισμένοι. Η οργανωμένη πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού είναι για τους περισσότερους άγνωστη, ενώ ο ίδιος ο καπιταλισμός με επιμέλεια καλλιεργεί την απογοήτευση για τη δυνατότητα ανατροπής του.

Έτσι το ίδιο το σύστημα προσπαθεί να στερήσει από τους ανθρώπους την
πραγματική γνώση της πραγματικότητας, να τους κάνει θύματα απατών και αυταπατών. Να διαστρέψει τον τρόπο σκέψης και ζωής τους, να στρεβλώσει τις
πραγματικές ανάγκες τους.

Με αυτόν τον τρόπο ολοκληρώνει το έγκλημα, αφήνοντας ανοχύρωτες τις προσωπικότητες και ιδιαίτερα τις νεανικές, απέναντι στη μάστιγα των ναρκωτικών.

Να, λοιπόν, γιατί επιμένουμε ότι η τοξικομανία είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο κρίσης με πολλαπλές αιτίες (κοινωνικές, οικονομικές, πολιτιστικές, ψυχολογικές, ιστορικές κ.λπ.), που όλες όμως πηγάζουν από τη βασική αντίθεση του καπιταλισμού, την αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας και με αυτήν την έννοια είναι ένα φαινόμενο σύμφυτο με τον καπιταλισμό. Και θα εντείνεται όσο το σύστημα θα σαπίζει ολοένα και περισσότερο. Γι’ αυτό και η μόνη αναγκαία και ικανή συνθήκη για την εξαφάνιση του προβλήματος είναι η ανατροπή του καπιταλισμού και η σοσιαλιστική κοινωνία.

Φυσικά ο κάθε τοξικομανής μπορεί να απεξαρτηθεί ακόμα και μέσα σε αυτό το σύστημα, αν υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις.

Ιστορική αναδρομή

Μια μικρή ιστορική αναδρομή στο φαινόμενο της χρήσης ναρκωτικών πείθει παραπέρα για τις θέσεις μας. Αν και μια μερίδα των αστών απολογητών θέλει να μας πείσει ότι η χρήση ναρκωτικών είναι σύμφυτη στον άνθρωπο, ότι πάντα σε όλες τις κοινωνίες οι άνθρωποι έκαναν χρήση ναρκωτικών, η αλήθεια δεν είναι με το μέρος τους.

Στην πραγματικότητα χρήση ναρκωτικών υπήρχε σε πρωτόγονες και αρχαίες κοινωνίες, αλλά και πάλι τότε δεν είχε το σημερινό χαρακτήρα. Στο σύνολο τους οι ουσίες αυτές αποτελούσαν μέρος μιας συλλογικής λειτουργίας, ενός γενικότερου πολιτιστικού πλαισίου. Γι’ αυτό άλλωστε και στην πλειονότητα τους είχαν τελετουργικό χαρακτήρα. Ήταν κομμάτι μιας κοινωνικής σχέσης και όχι φαινόμενο αποκοπής από την κοινωνία. Ακόμα όμως και σε αυτές τις τελείως διαφορετικές συνθήκες η χρήση ναρκωτικών ήταν απόδειξη αδυναμίας του ανθρώπινου πολιτισμού. Αδυναμίας να μπορεί να κατανοήσει την αντικειμενική πραγματικότητα.

Ο όρος «τοξικομανία» (όπως και ο όρος «αλκοολισμός») εμφανίζεται πρώτη φορά τον 19ο αιώνα. Τότε δηλαδή που έχουμε την ανάπτυξη του καπιταλισμού και την εμφάνιση του προλεταριάτου. Αναφέρεται η χρήση ναρκωτικών από τμήματα του νεοδημιουργημένου προλεταριάτου, έτσι ώστε να αντέξουν τόσο τις δυσβάσταχτες συνθήκες εργασίας και τη γενικότερη εξοντωτική διαβίωση στα βιομηχανικά κέντρα. Το ίδιο και στην Αμερική, όπου περιθωριοποιημένες ομάδες κάνουν χρήση ναρκωτικών, για να αντέξουν τις άθλιες συνθήκες ζωής στα γκέτο.

Οι πιο σημαντικοί σταθμοί στην εξάπλωση της χρήσης ναρκωτικών ουσιών είναι συνδεδεμένοι με τρόπο ακατάλυτο με το καπιταλιστικό σύστημα και τον ιμπεριαλισμό:

• 1805: Παράγεται η μορφίνη για τη φαρμακευτική αντιμετώπιση των οπιομανών με αποτέλεσμα χιλιάδες νέους εξαρτημένους από τη μορφίνη.

• 1805: Ναπολεόντειοι πόλεμοι. Ραγδαία εξάπλωση της χρήσης ναρκωτικών ουσιών μέσα στο γαλλικό στράτευμα.

• 1839-1942: Πόλεμος του οπίου. Η Μεγάλη Βρετανία κηρύσσει (και τελικά κερδίζει) τον πόλεμο στην Κίνα με βασικό στόχο το ελεύθερο εμπόριο του οπίου, που διεξαγόταν βασικά από Βρετανούς κεφαλαιοκράτες και η κινεζική κυβέρνηση το είχε κηρύξει παράνομο, κατάσχοντας και καταστρέφοντας το φορτίο από αρκετά βρετανικά πλοία. Το αποτέλεσμα της βρετανικής νίκης ήταν από τη μια με τη συνθήκη της Nanking το 1842 η Κίνα να μετατραπεί σε βρετανική ημιαποικία, ενώ το Χονγκ-Κονγκ να προσαρτηθεί «για πάντα» στη Βρετανία, και από την άλλη εκατομμύρια Κινέζοι να ριχτούν στην εξαθλίωση της τοξικομανίας.

• 1856: Παράγεται η κοκαΐνη για τη φαρμακευτική αντιμετώπιση των μορφινομανών με αποτέλεσμα χιλιάδες νέους εξαρτημένους από την κοκαΐνη.

• 1898: Η BAYER παράγει την ηρωίνη για τη φαρμακευτική αντιμετώπιση των μορφινομανών. Τα αποτελέσματα τα βιώνουμε έντονα μέχρι σήμερα.

• 1943: Η HOECHT στη χιτλερική Γερμανία παράγει τη μεθαδόνη για την φαρμακευτική αντιμετώπιση των ηρωινομανών. Αποτέλεσμα η εμφάνιση της εξάρτησης από τη μεθαδόνη.

• 1958-1974: Ιμπεριαλιστικός πόλεμος των ΗΠΑ στο Βιετνάμ. Μαζικό το φαινόμενο της τοξικομανίας στον αμερικάνικο στρατό, για να μπορέσουν οι Αμερικανοί στρατιώτες να αντέξουν τις φρικαλεότητες που οι ίδιοι προξένησαν.

Από τα παραπάνω είναι εμφανές ότι με την ιστορία της εξάπλωσης των ναρκωτικών έχουν ακατάλυτα συνδεθεί οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι και τα μεγαλύτερα μονοπώλια της φαρμακοβιομηχανίας.

ΕΞΑΡΤΗΣΗ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ

Τι είναι η εξάρτηση

Τα ναρκωτικά είναι χημικές ουσίες που έχουν εξειδικευμένη, φαρμακευτική δράση στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα, διεγερτική, κατασταλτική ή παραισθησιογόνα, και που έπειτα από παρατεταμένη χρήση οδηγούν σε ανοχή του οργανισμού και σε εξάρτηση, σωματική ή ψυχική (6λ. Μαρξισμός και Βιολογία-Ναρκωτικά του Ν. Νικολάου).

Με τον όρο «σωματική εξάρτηση» εννοούμε ότι οι ουσίες γίνονται μέρος της χημικής λειτουργίας του οργανισμού. Έτσι όταν ο χρήστης σταματά να παίρνει την ουσία, το σώμα του βιώνει σωματικό τραύμα που ονομάζεται στέρηση.

Τα ναρκωτικά προκαλούν σο6αρές βλαβερές επιδράσεις σε όλα τα ζωτικά όργανα του ανθρώπινου οργανισμού. Επειδή προκαλούν ανοχή, δηλαδή την ανάγκη για λήψη ολοένα μεγαλύτερης ποσότητας για να μπορούν να νιώθουν την ουσία, οι χρήστες μπορούν να καταλήξουν και στο θάνατο από υπερβολική δόση.

Πιο σημαντική είναι η ψυχική εξάρτηση. Με τον όρο «ψυχική εξάρτηση» εννοούμε ότι ο χρήστης τοποθετεί την ουσία στο επίκεντρο της ζωής του, ή ότι έχει γίνει συστατικό στοιχείο του τρόπου ζωής, διασκέδασης ή επικοινωνίας. Μέσα από την εξάρτηση υποτάσσεται η ύπαρξη του ατόμου στην αναζήτηση και εξασφάλιση της ουσίας, σε βάρος οποιασδήποτε άλλης ανάγκης, σχέσης ή δραστηριότητας. Το άτομο τελικά χάνει την κοινωνική του φύση, αποξενώνεται απ’ όσα το περιβάλλουν. Και επειδή ακριβώς η προσωπικότητα είναι πολύπλευρη και πολυδιάστατη, που όμως όλες οι συνιστώσες της την χαρακτηρίζουν συνολικά, ο εξαρτημένος άνθρωπος έχει χάσει τελικά την ίδια την ανθρώπινη ουσία του. Συντελείται ουσιαστικά ένα είδος αποδόμησης της προσωπικότητας.

Χρήση-Εξάρτηση

Πολλή κουβέντα γίνεται, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, πάνω στη σχέση χρήσης-εξάρτησης. Κομμάτι των αστών απολογητών προσπαθεί να αποδώσει τη διαφοροποίηση της σχέσης χρήσης-εξάρτησης, στις χημικές-βιολογικές-φαρμακευτικές διαφορές των διαφόρων ουσιών και στη βάση αυτή να μιλήσουν για διαχωρισμό των ναρκωτικών σε σκληρά και μαλακά.

Η πραγματικότητα είναι ότι η διαφορά ανάμεσα στη χρήση και στην εξάρτηση έχει αποκλειστικά να κάνει με τις αντιστάσεις που μπορεί να κρατά κάθε προσωπικότητα, ώστε να ξεφύγει τελικά από «το λούκι». Ακόμα και με τα λεγόμενα «μαλακά ναρκωτικά» μπορεί κάποιος να γίνει εξαρτημένος τοξικομανής ή αν θέλει «να την ακούσει» ακόμα πιο δυνατά, είναι εύκολο να προχωρήσει στη χρήση των λεγόμενων «σκληρών» ναρκωτικών.

Η εξάρτηση για εμάς δεν ταυτίζεται μονάχα με την κατάσταση-τελευταίο στάδιο της απόλυτης εξαθλίωσης του ανθρώπου. Εξάρτηση είναι η σχέση που αναπτύσσει ο άνθρωπος με την ουσία. Η απλή δοκιμή, όταν μετατρέπεται σε περιστασιακή χρήση, που συνοδεύει τον τρόπο διασκέδασης, τον τρόπο επικοινωνίας με την παρέα, όταν η χρήση αρχίζει να γίνεται στάση ζωής, τότε ο χρήστης αναπτύσσει σχέση εξάρτησης με τα ναρκωτικά.

Αν και η χρήση δεν ταυτίζεται με την εξάρτηση, η Οργάνωση μας, η ΚΝΕ, έχει ανοιχτό και οξυμένο μέτωπο σε κάθε είδους χρήση, οποιασδήποτε φύσης ναρκωτικών ουσιών.

Πρώτα-πρώτα πρέπει να τονίσουμε πως τα αίτια που οδηγούν τόσο στη χρήση όσο και στην εξάρτηση είναι κοινά. Δηλαδή τόσο στην περίπτωση που μια μη εξαρτημένη προσωπικότητα, όσο και στην περίπτωση ενός εξαρτημένου ανθρώπου, η χρήση ναρκωτικών πληροί την ίδια ακριβώς κοινωνική ανάγκη, την ανάγκη φυγής από την πραγματικότητα.

Έπειτα επειδή ακριβώς τα ναρκωτικά έχουν εξειδικευμένη δράση στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα, ακόμα και η «απλή» χρήση οδηγεί στην ανοχή και την εξάρτηση. Έχει άσχημα αποτελέσματα στον οργανισμό και στην προσωπικότητα.

Ακόμα και η «απλή» χρήση μπορεί να δημιουργήσει μια φιλοσοφία και μια στάση ζωής, που οδηγεί στην εξάρτηση. Εξάλλου σημασία δεν έχει τόσο η χρήση μιας οποιασδήποτε ουσίας, όσο η ανάγκη χρήσης της ουσίας και η ιδεολογία που τη συνοδεύει.

Ναρκωτικά και στάση ζωής

Ακόμα και οι επιφανειακές μελέτες των αστών καταγράφουν ότι η χρήση ναρκωτικών ουσιών συνδέεται πολλές φορές με συγκεκριμένους τρόπους ζωής και διασκέδασης. Καταγράφουν για παράδειγμα ότι στα «ρέιβ» πάρτι γίνεται εκτεταμένη χρήση ναρκωτικών. Επίσης, για παράδειγμα, καταγράφεται ότι η χρήση ναρκωτικών ανάμεσα στους χούλιγκαν είναι πολλαπλάσια κατά πολλές φορές σε σχέση με την υπόλοιπη νεολαία.

Τα παραπάνω παραδείγματα βέβαια μόνο επιφανειακά καταγράφουν το γεγονός ότι οι κοινωνικές ανάγκες που πληροί η χρήση ναρκωτικών, συνδέεται με μια ολόκληρη κουλτούρα που καλλιεργεί τη φυγή και στηρίζεται στην αλλοτρίωση του ανθρώπου. Η έννοια του clubbing, για παράδειγμα, η ταύτιση της τέχνης με την διασκέδαση, της ψυχαγωγίας με την εκτόνωση. Η χρήση ναρκωτικών συνδέεται άμεσα με ένα κοινωνικό και ψυχολογικό υπόβαθρο άρνησης του δημιουργικού περιεχομένου της ζωής.

Η χρήση ναρκωτικών ως μέσο «φυγής», η ίδια η λογική της «φυγής», η χρήση ναρκωτικών ως υποκατάστατου της πραγματικότητας και των διαπροσωπικών σχέσεων, καλλιεργείται και καλλιεργεί με τη σειρά της μια ολόκληρη φιλοσοφία και στάση απέναντι στη ζωή.

Η φιλοσοφία της εξάρτησης, της φυγής, δημιουργεί προσωπικότητες ευάλωτες, παθητικές, που δεν αντιστέκονται, που αποδέχονται μοιραία την πραγματικότητα, δεν παλεύουν να την αλλάξουν. Ακόμα και πριν η ουσία μπει στο επίκεντρο της ζωής ενός ανθρώπου και τον κάνει εξαρτημένο, αλλοιώνει τον τρόπο που ο άνθρωπος βιώνει και αντιμετωπίζει την πραγματικότητα. Τον τρόπο που αντιμετωπίζει τα προβλήματα και τον περίγυρο του, τους φίλους και τους συναδέλφους του.

Με αυτό τον τρόπο τα ναρκωτικά γίνονται ένα πανίσχυρο όπλο στα χέρια της κυρίαρχης τάξης, της αστικής τάξης, προκειμένου να χειραγωγηθούν οι νεανικές συνειδήσεις. Για να περάσει στη νεολαία μια στάση ζωής παθητική, αδιάφορη, μοιρολατρική. Για να θέσει σημαντικά τμήματα της νεολαίας στο περιθώριο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής και πάλης. Ο αθώος, όπως μας τον παρουσιάζουν, και αβλαβής τάχα βιολογικά καπνός της κάνναβης, για παράδειγμα, στα πλαίσια αυτού του συστήματος και ενταγμένος στο σύστημα αντιλήψεων που η άρχουσα τάξη θέλει να μεταδώσει στους νέους, είναι ένας πάρα πολύ επικίνδυνος αντίπαλος της νεολαίας. Είναι εργαλείο χειραγώγησης. Γι’ αυτό και είμαστε κατηγορηματικά αντίθετοι ακόμα και στην «απλή» (που μόνο απλή δεν είναι) χρήση. Ακόμα και στη δοκιμή.

Τα ναρκωτικά είναι ένα όπλο που το κρατά επιδέξια ο ταξικός μας αντίπαλος και αυτό το όπλο επιδιώκουμε να το παροπλίσουμε με την αταλάντευτη -που θέλουμε να είναι υποδειγματική για τη νεολαία -στάση μας.

Ανυπότακτος-αγωνιστικός-αισιόδοξος τρόπος ζωής

Συγκεκριμένοι υλικοί όροι ζωής δημιουργούν συγκεκριμένες ανάγκες, οι οποίες με τη σειρά τους δημιουργούν συγκεκριμένες αξίες. Η ΚΝΕ είναι ενάντια ακόμα και στην απλή χρήση ακριβώς επειδή οι αξίες, οι αρχές και τα ιδανικά μας αντιστρατεύονται την κουλτούρα της φυγής. Έχουμε τη γνώση, για να εξηγήσουμε τον κόσμο γύρω μας. Αυτή η γνώση είναι η κοσμοθεωρία μας, ο μαρξισμός-λενινισμός. Ξέρουμε ότι για όλα τα προβλήματα, για τα αδιέξοδα, για τη σήψη που χαρακτηρίζει την κοινωνία μας ευθύνεται ο καπιταλισμός. Γι’ αυτό και έχουμε επιλέξει συνειδητά την πάλη για την ανατροπή του και όχι το δρόμο της ψευτο-φυγής. Αντιμετωπίζουμε όλα τα προβλήματα με ψηλά το κεφάλι, αγωνιστικά. Έχουμε συνειδητά ακολουθήσει έναν αισιόδοξο-ανυπότακτο-αγωνιστικό τρόπο ζωής, που είναι ο αντίποδας της μιζέριας, της απογοήτευσης, της αποξένωσης, της φυγής.

Είμαστε αισιόδοξοι, γιατί ξέρουμε ότι το μέλλον μας ανήκει, επειδή «έτσι ή αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη». Επειδή ο καπιταλισμός δεν έχει καταφέρει να χειραγωγήσει τη συνείδηση και τη ζωή μας. Έχουμε διαλέξει το δρόμο του αγώνα στη ζωή και αυτόν τον δρόμο τον βαδίζουμε σε όλες τις πλευρές και τις παραμέτρους της ύπαρξης μας. Γι’ αυτό και δεν υπάρχουν μπροστά μας αδιέξοδα. Τα αδιέξοδα υπάρχουν μόνο, όταν σταματά ο αγώνας.

Μέσα στην Οργάνωση προσπαθούμε να αναπτύξουμε τη συντροφικότητα. Προσπαθούμε δηλαδή να αναπτύξουμε διαπροσωπικές σχέσεις άλλου τύπου, που δεν υπάρχουν γενικά στην κοινωνία. Διαπροσωπικές σχέσεις που στηριζόμενες στην κοινή ιδεολογία, τους κοινούς αγώνες, τα κοινά οράματα και αξίες, ξεπερνούν τις απλές-τυπικές φιλικές σχέσεις. Διαπροσωπικές σχέσεις που προσπαθούν να ξεκόβουν απ’ όλα αυτά που ο καπιταλισμός κληρονομεί στις καθημερινές διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων: την εκμετάλλευση, την καταπίεση, την ψευτιά, την ανισοτιμία.

Επειδή ακριβώς είμαστε φορείς αξιών και ιδανικών, κοσμοαντίληψης και στάσης ζωής αντιδιαμετρικά αντίθετων με τη φιλοσοφία της χρήσης ναρκωτικών. Επειδή γνωρίζουμε καλά ότι τα ναρκωτικά δεν είναι μια απλά «κακιά» συνήθεια, αλλά ένα ισχυρό και αποτελεσματικό όπλο, που χρησιμοποιεί η αστική τάξη στα πλαίσια της ιδεολογικής και πολιτικής της κυριαρχίας. Γι’ αυτούς τους λόγους έχουμε απέναντι τους τόσο οξυμένο μέτωπο.

Αυτό καταγράφεται στο ίδιο το καταστατικό της ΚΝΕ, όπου στο άρθρο 5 χαρακτηριστικά αναφέρεται: «Η ιδιότητα του μέλους της ΚΝΕ είναι ασυμβίβαστη με τη χρήση ναρκωτικών».

Η συγκεκριμένη παράγραφος στο καταστατικό μας δεν έχει σκοπό της να «περιχαρακώσει» την Οργάνωση μας από το πρόβλημα. Έτσι κι αλλιώς γνωρίζουμε ότι δεν ζούμε σε κάποια γυάλα και συνεπώς τα προβλήματα όλης της

κοινωνίας με άμεσο ή έμμεσο τρόπο αντανακλώνται και στην Οργάνωση μας. Έτσι ακόμα και σε περιπτώσεις που η οργάνωση μας αναγκάζεται να διαγράψει κάποιο μέλος της, επειδή κάνει χρήση, αυτό γίνεται αφού έχουν εξαντληθεί όλες οι προσπάθειες και έχει το χαρακτήρα της βοήθειας. Δεν εγκαταλείπουμε στην τύχη τα πρώην μέλη της ΚΝΕ, τους φίλους της ΚΝΕ, τους φίλους των μελών της ΚΝΕ, που κάνουν χρήση ναρκωτικών. Κάνουμε πάντα την προσπάθεια να τους πείσουμε ολοκληρωμένα για το χαρακτήρα της χρήσης ναρκωτικών, να τους πείσουμε να ζητήσουν βοήθεια από τους εξειδικευμένους επιστήμονες. Δείχνουμε έμπρακτα τη στήριξη και την αλληλεγγύη μας στους ανθρώπους που έχουν αποφασίσει να απεξαρτηθούν. Αυτή η βοήθεια εντοπίζεται πάνω απ’ όλα στην προσπάθεια να κερδίζονται οι νέοι με τον αγωνιστικό-ανυπότακτο-αισιόδοξο τρόπο ζωής που προτείνει η ΚΝΕ.

Η ΕΞΑΛΕΙΨΗ ΤΗΣ ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ ΑΠΑΙΤΕΙ ΤΗ ΛΑΪΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ

Η κυβερνητική πολιτική

Βαρύτατες είναι οι ευθύνες της κυβέρνησης για τη μεγάλη εξάπλωση που γνωρίζει το φαινόμενο της χρήσης ναρκωτικών στις μέρες μας.

Με τη γενικότερη οικονομική και κοινωνική πολιτική που εφαρμόζει (αυτήν των αναδιαρθρώσεων στις εργασιακές σχέσεις, στο εκπαιδευτικό σύστημα, στην υγεία, με την πολιτική της εμπορευματοποίησης του αθλητισμού, του πολιτισμού κ.ά.) χειροτερεύουν αισθητά οι όροι ζωής του λαού και της νεολαίας. Αποτέλεσμα είναι δηλαδή, να χειροτερεύουν απελπιστικά αυτοί οι όροι ζωής που

εντείνουν τα προσωπικά αδιέξοδα και αποτελούν προϋποθέσεις, για να δημιουργείται σε κοινωνικά στρώματα η ανάγκη «φυγής».

Το ίδιο το κράτος είναι υπεύθυνο για την ασύδοτη δράση των ναρκοκυκλωμάτων, των εμπόρων, για το ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος, ενώ την ίδια στιγμή καταστέλλουν με περισσό ζήλο το λαϊκό κίνημα και ψηφίζουν νέους νόμους για την αυταρχική θωράκιση του κράτους.

Η κυβέρνηση δεν είναι διατεθειμένη να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το πρόβλημα των ναρκωτικών. Λείπει μια τέτοια πολιτική βούληση, από τους γενικότερους προσανατολισμούς της, καθώς αυτή δεν χωράει στα πλαίσια της «σύγκλισης» και της «διατηρησιμότητας» της παραμονής μας στην ΟΝΕ. Δεν χωρά-ει στους ευρωατλαντικούς σχεδιασμούς της «νέας τάξης πραγμάτων». Η κυβέρνηση δεν έχει πολιτική βούληση αντιμετώπισης του προβλήματος των ναρκωτικών, καθώς οι προτεραιότητες της είναι άλλες: Είναι η εξυπηρέτηση των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου.

Έτσι η κυβερνητική πολιτική στον τομέα της πρόληψης-θεραπείας-επανένταξης είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Για την υλοποίηση της κυβερνητικής πολιτικής στους συγκεκριμένους τομείς ιδρύθηκε το 1993 με το νόμο 2161/93 ο Οργανισμός ΚΑτά των ΝΑρκωτικών (ΟΚΑΝΑ). Ο ΟΚΑΝΑ είναι ΝΠΙΔ, απόλυτα χειραγωγημένο από την κυβέρνηση, που εκφράζει την κυβερνητική πολιτική. Στον ΟΚΑΝΑ δεν υπάρχει ενεργός παρουσία φορέων του λαϊκού κινήματος ή άλλων κοινωνικών φορέων που δραστηριοποιούνται στον αγώνα κατά των ναρκωτικών.

Στον τομέα της πρόληψης η κυβερνητική πολιτική είναι αυτή της μετάθεσης των ευθυνών στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Οι Συμβουλευτικοί Σταθμοί χρηματοδοτούνται κατά 50% από το κράτος (μέσω ΟΚΑΝΑ) και κατά 50% από την Τοπική Αυτοδιοίκηση για τα 3 πρώτα χρόνια. Μετά το πέρας της τριετίας, ολόκληρο το οικονομικό βάρος για τη λειτουργία των Συμβουλευτικών Σταθμών πέφτει στις πλάτες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται μια υποδομή που στη συνέχεια αχρηστεύεται αφού δεν εξασφαλίζονται οι απαραίτητοι πόροι. Είναι πολλά τα παραδείγματα Συμβουλευτικών Σταθμών που έκλεισαν με το πέρας της τριετίας, καθώς η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν ήταν σε θέση να σηκώσει το βάρος της συνέχισης της λειτουργίας τους. Σήμερα η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι λειτουργούν 63 τέτοιοι Συμβουλευτικοί Σταθμοί, ενώ στην πραγματικότητα λειτουργούν πολύ λιγότεροι.

Στον τομέα της θεραπείας-κοινωνικής επανένταξης είναι επίσης απαράδεκτη η κυβερνητική πολιτική. Οι θεραπευτικές μονάδες που λειτουργούν στη χώρα μας είναι σε θέση να καλύψουν περίπου 1.250 θέσεις. Την ίδια στιγμή οι τοξικομανείς της χώρας μας υπολογίζονται σε πολλές δεκάδες χιλιάδες. Οι χρήστες που ζητούν τα τελευταία χρόνια βοήθεια από τα θεραπευτικά προγράμματα κατά τον ο ίδιο τον ΟΚΑΝΑ υπολογίζονται στις 8.000 το χρόνο. Στις λίστες αναμονής για την ένταξη σε κάποια θεραπευτική μονάδα βρίσκονται πάνω από 2.000 άνθρωποι. Μέσα στο 1999 η κυβέρνηση μείωσε τα κονδύλια προς τις θεραπευτικές κοινότητες κατά 2 δισ..

Η επίσημη πολιτική της κυβέρνησης είναι σαφές ότι δεν είναι προσανατολισμένη σε μέτρα αντιμετώπισης του προβλήματος. Η πολιτική της υποτάσσεται στις οδηγίες της Ε.Ε. που συνίστανται όχι στην αντιμετώπιση του προβλήματος, αλλά στον «περιορισμό της βλάβης». Την ίδια πολιτική ακολουθούν και οι άλλες χώρες – μέλη της ΕΕ.

Με άλλα λόγια η επίσημη πολιτική της Ε.Ε. είναι να μην αντιμετωπίζεται το ίδιο το πρόβλημα της εξάρτησης. Υπάρχει συμβιβασμός με αυτό, με την εξάπλωση δηλαδή της διάδοσης της χρήσης των ναρκωτικών.

Εκείνο που είναι διατεθειμένοι να κάνουν είναι να περιορίσουν μια σειρά «παράπλευρα» όπως τα ονομάζουν, φαινόμενα που είναι παράγωγα του προβλήματος, όπως:

• η κακή εικόνα που παρουσιάζουν μέσα στις πόλεις τα κέντρα διακίνησης και εμπορίας (6λ. Ομόνοια)

• η εγκληματικότητα

• η φοροδιαφυγή των εμπόρων

• οι θάνατοι

Στα πλαίσια αυτά κυβερνήσεις, θεωρητικοί της αστικής τάξης, κεντροαριστεροί, σοσιαλδημοκράτες, οπορτουνιστές, οικολόγοι, νεοφιλελεύθεροι, ανώτατοι δικαστικοί, αστυνομικοί, ΜΜΕ κ.ά., έχουν επιδοθεί σε έναν ανελέητο αγώνα που έχει στο επίκεντρο του:

• την άρση της απαγόρευσης των ναρκωτικών,

• το διαχωρισμό τους,

• τη χορήγηση υποκατάστατων,

• τη δημιουργία κέντρων ελεγχόμενης κρατικής χορήγησης ναρκωτικών, ακόμα και στα νοσοκομεία,

• τη δημιουργία και επέκταση προγραμμάτων συντήρησης ναρκομανών.

Σε αυτήν την πολιτική γραμμή εντάσσεται με σταθερά βήματα η κυβερνητική πολιτική.

Το 1993 με το νόμο 2161/93 για πρώτη φορά εισάγεται η έννοια της «μικρής ποσότητας», χωρίς να έχει μέχρι σήμερα προσδιοριστεί πόσο «μικρή» θα είναι αυτή. Με αυτό το νόμο μετατρέπεται σε πλημμέλημα η προμήθεια, χρήση, κατοχή και καλλιέργεια «μικρής ποσότητας», για αποκλειστικά προσωπική χρήση. Επίσης εισήγαγε το ατιμώρητο της προμήθειας, κατοχής, χρήσης και καλλιέργειας «μικρής ποσότητας» ναρκωτικής ουσίας, όταν ο χρήστης κάνει συμπτωματική χρήση ή είναι εξαρτημένος. Αυτή η διάταξη, σε συνδυασμό με το ότι αυτή η περιβόητη «μικρή ποσότητα» δεν έχει ακόμα προσδιοριστεί, ανοίγει το παράθυρο για να ξεγλιστράνε από το νόμο πρώτα-πρώτα οι έμποροι ναρκωτικών και όχι οι τοξικομανείς, καθώς οι πρώτοι έχουν πολύ μεγαλύτερη δυνατότητα να αξιοποιούν τα «παραθυράκια» του νόμου χρησιμοποιώντας ακριβοπληρωμένους μεγαλοδικηγόρους. Ταυτόχρονα αυτή η διάταξη νομιμοποιεί τη χρήση και προκαλεί κάμψη της κοινωνικής αντίστασης απέναντι στο φαινόμενο, ανοίγοντας γενικότερα το δρόμο για την απελευθέρωση-νομιμοποίηση των ναρκωτικών.

Με το νόμο 2721/99 το αδίκημα της διάθεσης (εμπορίας-διακίνησης) προς τρίτο ναρκωτικών ουσιών μετατράπηκε επίσης σε πλημμέλημα, όταν ο υπαίτιος είναι χρήστης και η ποσότητα που διακινεί είναι «μικρή», για αποκλειστική προσωπική χρήση από τον τρίτο. Η ποινή είναι μετατρέψιμη σε χρηματική και μπορεί να αναστέλλεται. Και σε αυτή την περίπτωση το μέγεθος της «μικρής ποσότητας» εσκεμμένα δεν είναι προσδιορισμένο.

Η άνεση που προσφέρεται στη διακίνηση ναρκωτικών με τους συγκεκριμένους νόμους διευκολύνει την αύξηση των χρηστών και προστατεύει τη διακίνηση μέσω της μικρεμπορίας. Έτσι και αλλιώς στην «πιάτσα» ποτέ δεν εμφανίζονται οι μεγαλέμποροι, παρά μονάχα τα βαποράκια. Ο μικρέμπορος, το βαποράκι, που είναι ο ασφαλέστερος κρίκος μεταξύ του εμπόρου και του χρήστη, αποκτά ζωτικό και προστατευμένο χώρο, στον οποίο κινείται άνετα και εμποδίζει τους ήδη χρήστες να απεξαρτηθούν. Συντηρεί συνεπώς τους ήδη χρήστες και μυεί και νέους.

Η εισαγωγή της έννοιας της «μικρής ποσότητας» στην εμπορία ήταν η συνέχεια της εισαγωγής της «μικρής ποσότητας» στην καλλιέργεια, κατοχή και χρήση και έπεται και συνέχεια.

Επίσης ο νόμος 2721/99 μείωσε εντυπωσιακά και τις ποινές, που προβλέπονταν για τους υπαίτιους των διακεκριμένων περιπτώσεων και των επιβαρυντικών περιστάσεων. Ποινές 15-20 χρόνια, ακόμα σε κάποιες περιπτώσεις και ισόβια, μετατρέπονται σε ποινές από 6 ως 20 χρόνια. Χρηματικά πρόστιμα από 5 εκατομμύρια μετατρέπονται σε 800.000 κ.ά.

Στο νόμο 2161/93 για πρώτη φορά εισάγεται στην ελληνική νομοθεσία η χορήγηση ουσιών, για υποκατάσταση της εξάρτησης. Με βάση αυτό το νόμο δημιουργήθηκαν τα προγράμματα χορήγησης μεθαδόνης στους εξαρτημένους χρήστες ηρωίνης, υποτίθεται για θεραπευτικούς σκοπούς. Σταδιακά η κυβέρνηση επιλεκτικά ενίσχυσε τα συγκεκριμένα προγράμματα σε βάρος των «στεγνών» προγραμμάτων θεραπείας που πραγματοποιούνται με ευθύνη των ΚΕΘΕΑ και της μονάδας 18 ΑΝΩ. Έτσι για το έτος 1999, ενώ η επιχορήγηση για τις θεραπευτικές κοινότητες μειώθηκε κατά 2 δισ. περίπου, αυτή των προγραμμάτων υποκατάστασης αυξήθηκε κατά 1,2 δισ.

Μέσα στο 2000 η κυβέρνηση προχώρησε ένα βήμα παραπέρα. Ενώ – υποτίθεται – τα προγράμματα χορήγησης υποκατάστατων είχαν θεραπευτικό σκοπό, στο 2000 η κυβέρνηση αποφάσισε τη λειτουργία προγραμμάτων συντήρησης. Τη χορήγηση δηλαδή υποκατάστατων όχι για θεραπευτικούς λόγους, αλλά για τη συντήρηση των τοξικομανών, για τη διαιώνιση της τοξικομανίας.

Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι η πολιτική της κυβέρνησης με σταθερά βήματα οδεύει στη νομιμοποίηση με διάφορους τρόπους (Ολλανδικό μοντέλο, Αυστριακό πείραμα κ.ά.) της τοξικομανίας, στη διαιώνιση του προβλήματος.

Στο όνομα της «ευαισθησίας» και της «ανθρωπιάς» απέναντι στο χρήστη, οι έμποροι βλέπουν με χαρά την αύξηση των κερδών τους, την ίδια στιγμή που απέναντι στους τοξικομανείς εξαντλείται η αυστηρότητα των νόμων. Χαρακτηριστικό το πρόσφατο παράδειγμα πρώην χρήστη, που φυλακίστηκε για αδίκημα που έκανε πολλά χρόνια πριν, ενώ ήταν εξαρτημένος, παρά το γεγονός ότι προσπαθούσε να απεξαρτηθεί και ήταν στο τελευταίο στάδιο της θεραπείας. Το αποτέλεσμα ήταν να ξαναγυρίσει στα ναρκωτικά και τελικά να πεθάνει.

Οι θέσεις μας για την αντιμετώπιση του προβλήματος

Από τη στιγμή που η εμφάνιση και η εξάπλωση των ναρκωτικών είναι σύμφυτη με το καπιταλιστικό σύστημα, δεν είναι δυνατό να υπάρξει πλήρης και οριστική λύση του προβλήματος μέσα στα πλαίσια του. Η πλήρης και οριστική εξαφάνιση του προϋποθέτει μια άλλη κοινωνία, που οι άνθρωποι θα βιώνουν την ανθρώπινη ουσία τους. Μια κοινωνία απαλλαγμένη από την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, σοσιαλιστική. Ο κάθε τοξικομανής όμως ξεχωριστά μπορεί να απεξαρτηθεί, αν υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις.

Για την ΚΝΕ ο αγώνας ενάντια στα ναρκωτικά είναι αγώνας για τη χειραφέτηση της νεολαίας. Γι’ αυτό επιδιώκουμε ολοένα και λιγότεροι νέοι να «πέφτουν» στα ναρκωτικά και ολοένα και περισσότεροι που ζουν μέσα στο πρόβλημα να θεραπεύονται και να επανεντάσσονται.

Γι’ αυτό το σκοπό παλεύουμε-διαμορφώνουμε ένα συγκροτημένο πλαίσιο διεκδικήσεων, που στηρίζεται στο τρίπτυχο πρόληψη-θεραπεία-καταστολή.

Πρόληψη

Η πρόληψη είναι το κυριότερο στοιχείο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Βασικό στοιχείο της πρόληψης είναι η ενημέρωση, χωρίς όμως να ταυτίζεται με αυτή. Πρόληψη σημαίνει εξασφάλιση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών προϋποθέσεων, ώστε κάθε νέος να διαμορφώνει μια ώριμη προσωπικότητα, ανυπότακτη, αισιόδοξη, αγωνιστική. Στοχεύει στο να υπάρχει μείωση της ζήτησης ναρκωτικών ουσιών.

Συνεπώς το συνολικό διεκδικητικό πλαίσιο της ΚΝΕ για τα δικαιώματα και τις ανάγκες της νεολαίας στη μόρφωση, στη δουλειά, στον ελεύθερο χρόνο, την ερασιτεχνική δημιουργία, τον αθλητισμό κ.λπ. αποτελεί στόχους πάλης που συμβάλλουν στην πρόληψη.

Συστατικό στοιχείο της πρόληψης είναι η ύπαρξη οξυμένου ιδεολογικού μετώπου σε όλη την κοινωνία, με βασική φροντίδα της πολιτείας ενάντια στη χρήση των ναρκωτικών, στο διαχωρισμό τους, στη νομιμοποίηση της χρήσης τους.

Είναι απαραίτητο να παρθούν άμεσα μέτρα για:

• Τη δημιουργία δικτύου επιμόρφωσης γονιών, εκπαιδευτικών.

• Τη διαμόρφωση ειδικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης παίρνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε ηλικίας.

• Την ύπαρξη ειδικού συμβούλου στήριξης σε όλα τα σχολεία.

• Τη στήριξη και ανάπτυξη με πολιτική και οικονομική ευθύνη του κράτους (και όχι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης) σε συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση και των μαζικών φορέων ολοκληρωμένου δικτύου Συμβουλευτικών Σταθμών.

Θεραπεία-Επανένταξη

Βασική μας αρχή είναι ότι ο τοξικομανής, ως άνθρωπος που υποφέρει, μπορεί να θεραπευτεί, με την προϋπόθεση να το αποφασίσει ο ίδιος. Ευθύνη του κράτους είναι να είναι σε θέση να παρέχει τη δυνατότητα απεξάρτησης σε όσους αποφασίζουν να απεξαρτηθούν. Αυτό σημαίνει ότι:

• Το κράτος είναι υποχρεωμένο να λειτουργεί τόσες θεραπευτικές μονάδες, όσες είναι απαραίτητες για να καλύπτουν τη ζήτηση που υπάρχει για θεραπεία.

• Το κράτος είναι υποχρεωμένο να στηρίζει την κοινωνική επανένταξη των απεξαρτημένων, εξασφαλίζοντας τους εκπαίδευση και εργασία.το κεφάλαιο αυτό, της θεραπείας και της επανένταξης των εξαρτημένων ανθρώπων, η ΚΝΕ είναι αντίθετη στα προγράμματα συντήρησης που λειτουργεί ο ΟΚΑΝΑ. Τα προγράμματα αυτά βρίσκονται σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που εμείς έχουμε. Δε στοχεύουν στη μείωση του προβλήματος, ούτε στην απεξάρτηση των τοξικομανών. Στοχεύουν στη συντήρηση του και στην αντιμετώπιση παράπλευρων με την τοξικομανία προβλημάτων, όπως είναι η εγκληματικότητα.

Υποστηρίζουμε τη δουλειά που γίνεται στα «στεγνά» προγράμματα θεραπείας, χωρίς να αποκλείουμε σε εξαιρετικές περιπτώσεις και αποκλειστικά για θεραπευτικούς σκοπούς τη χορήγηση υποκατάστατων κατά τη διάρκεια της θεραπείας (π.χ. AIDS, ανίατες νόσοι, έγκυες γυναίκες κ.ά.).

Υποστηρίζουμε έμπρακτα τους νέους που προσπαθούν να απεξαρτηθούν και να επανενταχτούν.

Δίωξη

Το νομικό πλαίσιο θα πρέπει να λειτουργεί σε κάθε περίπτωση αποτρεπτικά απέναντι στη χρήση ναρκωτικών ουσιών. Στόχος του πρέπει να είναι ο περιορισμός της προσφοράς ναρκωτικών, ενώ ταυτόχρονα σημαντική είναι η ιδεολογική του διάσταση για την καταδίκη των ναρκωτικών στις συνειδήσεις του λαού και της νεολαίας.

•Οι ποινές των εμπόρων ναρκωτικών πρέπει να είναι βαριές και εξαιρετικά αυστηρή η δικαστική τους αντιμετώπιση.

• Να καταργηθούν οι νόμοι 2791/99 και 2161/93 που δίνουν τη δυνατότητα ακόμα και ελεύθερης διακίνησης μικρών ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών.

• Συγκρότηση ειδικής υπηρεσίας, κατάλληλα εξοπλισμένης με τη συνεργασία όλων των συναρμόδιων υπηρεσιών.

• Εκδημοκρατισμός των Σωμάτων Ασφαλείας. Ελεύθερος συνδικαλισμός σε αυτά. Μόνιμος κοινοβουλευτικός έλεγχος και έλεγχος από το λαϊκό κίνημα. Να σταματήσει η ύπαρξη στεγανών και οι ιδιαίτεροι δεσμοί με τις ξένες μυστικές υπηρεσίες.

• Ιδιαίτερη μέριμνα χρειάζεται για τους εξαρτημένους χρήστες:

– Να μην κλείνονται οι υπόδικοι για ναρκωτικά χρήστες στις κοινές φυλακές μαζί με ποινικούς κρατουμένους ή σε ψυχιατρεία.

– Να διαμορφωθούν ειδικά σωφρονιστικά-θεραπευτικά καταστήματα.

– Να δημιουργηθεί ειδικό σώμα δικαστών, κατάλληλα εκπαιδευμένων, για το χειρισμό υποθέσεων χρηστών που παραβαίνουν τους νόμους για τα ναρκωτικά. Αυτοί οι δικαστές θα πρέπει να έχουν αποκτήσει ειδικές γνώσεις και λαμβάνοντας υπόψη τους όλες τις παραμέτρους (ηλικία, ψυχοσύνθεση, ιδιαίτερα προβλήματα), να μπορούν να διακρίνουν τις περιπτώσεις (απλή χρήση, εξάρτηση, εμπορία) και να επιβάλλουν κατάλληλες ποινές, που στόχο θα έχουν να διευκολύνουν την απεξάρτηση των τοξικομανών.

Η ανάγκη μιας λαϊκής εξουσίας

Η πολιτική της κυβέρνησης, όπως και παραπάνω αναλύσαμε, είναι στην κατεύθυνση της «διαχείρισης» του προβλήματος, κάτι που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην εξάπλωση του. Η πολιτική της είναι τέτοια, γιατί από τη μια γνωρίζει καλά με αλάνθαστο ταξικό κριτήριο ότι η εξάπλωση του προβλήματος είναι σύμφυτη με το σάπισμα του συστήματος που υπηρετεί, και από την άλλη επειδή η αντιμετώπιση του προϋποθέτει να διατεθούν για το κοινωνικό όφελος αρκετές δαπάνες που είναι ταγμένες σήμερα στην υπηρεσία του μεγάλου κεφαλαίου.

Μια ολοκληρωμένη πολιτική αντιμετώπισης του προβλήματος είναι έξω από το πεδίο όχι μόνο της σημερινής κυβέρνησης, αλλά και οποιασδήποτε κυβέρνησης που υπηρετεί το καπιταλιστικό σύστημα και τα συμφέροντα των μονοπωλίων.

Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα, είναι ανάγκη να υπάρξει μια πολιτική που θα βελτιώνει τους όρους ζωής του εργαζόμενου λαού και της νεολαίας, πάνω στη βάση των σύγχρονων λαϊκών αναγκών και δικαιωμάτων. Κάτι τέτοιο σημαίνει τη σύγκρουση με τις επιταγές των μονοπωλίων και του ιμπεριαλισμού!

Για να υπάρξει πολιτική πρόληψης-απεξάρτησης-επανένταξης πρέπει να διατεθούν μεγάλα οικονομικά κονδύλια, τα οποία δεν είναι δυνατό να αναζητηθούν στους εργαζομένους και στα φτωχά λαϊκά στρώματα, αλλά στο μεγάλο κεφάλαιο. Αυτόν τον προσανατολισμό δεν μπορεί να τον έχει μια κυβέρνηση που εξυπηρετεί τις ανάγκες του μεγάλου κεφαλαίου όπως η σημερινή.

Για να υπάρξει οξυμένο ιδεολογικό μέτωπο απέναντι στην τοξικομανία είναι ανάγκη να κυριαρχεί ένα πολιτιστικό, μορφωτικό ρεύμα, που βάζει στο επίκεντρο του τις αξίες και τα ιδανικά της συλλογικότητας, του αγώνα, της πάλης ενάντια στην οικονομική – πολιτική – πολιτιστική εκμετάλλευση. Σε αντίθεση με τις σημερινές κυρίαρχες αξίες του ατομισμού, της θεοποίησης της εκμετάλλευσης και της υποταγής.

Συνεπώς είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητη η ύπαρξη όχι μιας παραλλαγής της σημερινής, αλλά μιας άλλης εξουσίας. Μιας λαϊκής εξουσίας, η οποία αναπτύσσοντας τη λαϊκή οικονομία και αξιοποιώντας σε όφελος του λαού τον τεράστιο πλούτο που ο λαός μας παράγει, θα προσανατολίσει την πολιτική της στην εξυπηρέτηση των λαϊκών αναγκών. Οποιαδήποτε κυβέρνηση που κινείται στους ορίζοντες της σημερινής πολιτικής δεν υπάρχει περίπτωση όχι μόνο να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, αλλά να κάνει έστω και το παραμικρό για να αντιμετωπίσει τους ρυθμούς εξάπλωσης του.

Από αυτή την άποψη είναι υπόθεση αποκλειστικά του λαϊκού και νεολαιίστικου κινήματος να αγωνιστεί, για να αποτρέψει την κυβερνητική πολιτική και να πετύχει νίκες σε όφελος του λαού και της νεολαίας, ωριμάζοντας την ανάγκη οριστικής λύσης που περνά από τη διεκδίκηση μιας λαϊκής εξουσίας.

Ναρκωτικά και το κίνημα της νεολαίας

Η Οργάνωση μας στο 8ο Συνέδριό της ανέδειξε τον αγώνα κατά των ναρκωτικών σε ξεχωριστό Μέτωπο πάλης του νεολαιίστικου κινήματος. Σε Μέτωπο πάλης που ενώνονται οι διεκδικήσεις των επιμέρους τμημάτων της νεολαίας, που μπορεί να συναντηθεί το νεολαιίστικο με το εργατικό κίνημα. Η ΚΝΕ μέσα από το 8ο Συνέδριό της έχει καταθέσει την πρόταση της για την ανάγκη το κίνημα της νεολαίας να αναπτύσσει τη δράση του σε όλα τα μέτωπα πάλης. Η σταθερή πάλη ενάντια σε όλα τα ναρκωτικά, όταν ξεδιπλώνεται από τους φορείς του νεολαιίστικου κινήματος, είναι μια βασική παράμετρος, για να κατακτά το κίνημα της νεολαίας αυτόν, τον αναγκαίο για την ΚΝΕ, πολυμετωπικό του χαρακτήρα.

Τα αιτήματα και οι διεκδικητικοί στόχοι που παραπάνω καταθέτουμε, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα διεκδικητικά αιτήματα του νεολαιίστικου κινήματος για τα δικαιώματα και τις σύγχρονες ανάγκες της, αποτελούν ένα διεκδικητικό πλαίσιο αγώνα ενάντια σε όλα τα ναρκωτικά, που απευθύνεται πρώτα απ’ όλα στο κίνημα της νεολαίας, στους φορείς και στις συλλογικότητες που αναπτύσσονται στα πλαίσια του.

Η οργανώσεις της ΚΝΕ σε κάθε σχολείο, σε κάθε ίδρυμα, σε κάθε γειτονιά, μπορούν αξιοποιώντας το διεκδικητικό μας πλαίσιο να το συγκεκριμενοποιήσουν σε κάθε χώρο. Να απευθυνθούν σε φορείς του κινήματος της νεολαίας, όπως είναι τα μαθητικά συμβούλια και σε συσπειρώσεις που αναπτύσσονται με πρωτοβουλία της Οργάνωσης μας. Να απευθυνθούν σε νεανικές συλλογικότητες, όπως είναι ερασιτεχνικά συγκροτήματα, θεατρικές ομάδες, αθλητικές ομάδες. Να καταλήξουν από κοινού σε πλαίσιο διεκδικήσεων και αιτημάτων. Να οργανώσουν από κοινού διεκδικητικούς αγώνες. Να οργανώσουν από κοινού πρωτοβουλίες ενημέρωσης και προβολής μιας άλλης αντίληψης για τη ζωή. Να αναλάβουν πολύμορφες πρωτοβουλίες. Να φέρουν σε επαφή τη νεολαία με τις θέσεις μας. Να φέρουν σε επαφή τη νεολαία και ιδιαίτερα τα εξαρτημένα παιδιά με τη δουλειά που κάνουν τα προγράμματα θεραπείας και επανένταξης.

Αυτή η προσπάθεια συσπείρωσης μπορεί να εκφραστεί μέσα από τη Νεανική Δράση για την Ειρήνη, αλλά και με πολύμορφες πρωτοβουλίες συσπείρωσης που μπορούν να δημιουργηθούν σε χώρους όπου ζει, εργάζεται, σπουδάζει και δημιουργεί η νεολαία.

Μπροστά στις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές μπορούν οι τοπικές διεκδικήσεις να συσπειρώσουν νέους και να ενταχτούν στην πάλη μας για μια Τοπική Αυτοδιοίκηση, που θα κοντράρει τις κεντρικές αντιλαϊκές επιλογές, θα οργανώνει και ενισχύει τη λαϊκή πάλη, θα δουλεύει σε όφελος του λαού.

Μπορεί αυτοί που θα παλέψουν μαζί μας να μην καταλαβαίνουν ή και να μη συμφωνούν από την αρχή για την ανάγκη της λαϊκής οικονομίας και της λαϊκής εξουσίας, εμείς όμως δεν παραιτούμαστε από την σταθερή πολιτική δουλειά σε αυτή τη βάση, από την προβολή της αναγκαιότητας της. Μέσα από τους κοινούς μας αγώνες με όσο το δυνατό πιο πλατιές νεολαιίστικες μάζες και κάτω από τη δική μας πολιτική δουλειά, μπορούμε να στερεώνουμε και να βαθαίνουμε τη συνεργασία μας, από απλή κοινή δράση σε κοινή πολιτική πάλη.

Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΑΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΕ ΚΑΠΟΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΑΡΚΟΫΠΟΤΑΓΗΣ

Σκοπός του κεφαλαίου που ακολουθεί είναι να δώσουμε απαντήσεις στην πλέον αντιδραστική επιχειρηματολογία, που αναπτύσσεται και αφορά τη νομιμοποίηση των ναρκωτικών, τις θεωρίες περί διαχωρισμού «σκληρών» – «μαλακών» αλλά και τη σχετική «χασισο – φιλολογία» που καλλιεργείται έντεχνα από διάφορους κύκλους με πρώτη και καλύτερη την κυβέρνηση. Όλα αυτά τα επιχειρήματα επιστρατεύονται σήμερα από αυτούς που χειροκροτούν και αβαντάρουν την επίσημη πολιτική της κυβέρνησης και της Ε.Ε., προκειμένου να περάσει η πολιτική του «περιορισμού της βλάβης».

Διαχωρισμός σκληρών-μαλακών

Ισχυρίζονται οι θιασώτες του διαχωρισμού ανάμεσα σε λεγόμενα σκληρά και μαλακά ναρκωτικά ότι το χασίς και τα άλλα «μαλακά» δεν δημιουργούν εξάρτηση. Επίσης ισχυρίζονται ότι έχουν διαφορετικές φαρμακολογικές ιδιότητες.

Το επιχείρημα αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από μια συνειδητή διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Εννοείται ως εξάρτηση μόνο η σωματική, η οποία εμφανίζεται με τη μορφή του «στερητικού συνδρόμου» σε άλλες τοξικές ουσίες, όπως το αλκοόλ, η ηρωίνη κλπ. Παραβλέπεται όμως τελείως το πρόβλημα της ψυχικής εξάρτησης, το οποίο είναι και το βασικό πρόβλημα. Άλλωστε το βασικό πρόβλημα όλων των ουσιών που δημιουργούν εξάρτηση, είναι η ψυχική σύνδεση με την ουσία και όχι η σωματική. Είναι σε τελευταία ανάλυση η δημιουργία συγκεκριμένων ψυχοκοινωνικών σχέσεων και συμπεριφορών.

Η αλήθεια είναι ότι το χασίς έχει έντονη ψυχολογική δράση και γι’ αυτό άλλωστε και χρησιμοποιείται. Παράλληλα δημιουργεί πολλά και σοβαρά οργανικά και ψυχολογικά προβλήματα.

Επιπλέον είναι δυνατόν η υπερβολική χρήση να προκαλέσει και ψυχοπαθολογικές αντιδράσεις (ψυχωτικού τύπου κ.ά.)

Όσον αφορά τις φαρμακολογικές ιδιότητες, όλες οι ουσίες διαχωρίζονται σε φαρμακολογικό και χημικό επίπεδο. Οπωσδήποτε άλλη είναι η χημική σύσταση της ηρωίνης, για παράδειγμα, και άλλη του χασίς. Όμως ως προς τα αίτια που οδηγούν στη χρήση τους και από εκεί και πέρα στο κοινωνικό φαινόμενο της εξάρτησης, ο διαχωρισμός είναι ανούσιος. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο σχεδόν πάντα η χρήση των ναρκωτικών ξεκινά από τα «μαλακά» για να περάσει εύκολα στα «σκληρά». Το γεγονός είναι ότι επειδή ακριβώς ακόμα και τα «μαλακά» δρουν έντονα στον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου, η σύνδεση του μ’ αυτά είναι έντονη και κατ’ ακολουθία η εξάρτηση απ’ αυτά ευκολότερη.

Στη χρήση και στην εξάρτηση κύριο λόγο δεν παίζει η φαρμακολογική και χημική πλευρά των ναρκωτικών, αλλά η κοινωνική και ψυχολογική διάσταση του φαινομένου.

Παραπέρα είναι γνωστό ότι τέτοιος διαχωρισμός δεν υφίσταται στην πραγματική ζωή. Η σύγχρονη τάση είναι η πολυτοξικομανία. Η παράλληλη δηλαδή χρήση και εξάρτηση από πολλαπλές ουσίες, που άλλες ανήκουν στα «μαλακά» και άλλες στα «σκληρά». Σε αυτήν την περίπτωση, είναι προφανές ότι η λογική του διαχωρισμού δεν έχει καν βάση.

Οι θιασώτες του διαχωρισμού φτάνουν σε σημείο να λένε χοντρά ψέματα για τις φαρμακευτικές-βιολογικές ιδιότητες της κάνναβης. Λένε, για παράδειγμα, ότι η κάνναβη είναι λιγότερο επικίνδυνη από τον καπνό του κανονικού τσιγάρου επειδή είναι λιγότερο τοξική. Ξεχνάνε όμως να πουν ότι η κάνναβη επιδρά στο κεντρικό νευρικό σύστημα, σε αντίθεση με τον καπνό. Ότι έχει έντονη ψυχοδηλωτική δράση σε αντίθεση με τον καπνό και γι’ αυτό είναι δρόμος περάσματος στη χρήση κι άλλων ουσιών. Ότι προκαλεί ψυχική εξάρτηση. Ότι συνδέεται σε τελική ανάλυση με τη φιλοσοφία της φυγής. Σε αντίθεση με το αλκοόλ, η κάνναβη δεν μπορεί να έχει άλλη χρήση παρά μονάχα αυτή.

Όσοι έχουν μετατραπεί σε ντίλερ των «μαλακών» φτάνουν ορισμένες φορές στο σημείο ακόμα και να τα εκθειάζουν. Έχουμε ακούσει μέχρι και ότι το χασίς ή και άλλες ναρκωτικές ουσίες αυξάνουν την… ικανότητα για δημιουργία, χρησιμοποιώντας το επιχείρημα ότι πολλά μεγάλα ονόματα της τέχνης έκαναν χρήση ναρκωτικών. Φυσικά, αν αυτό ίσχυε τότε θα ισοδυναμούσε με το «δώσε χασίσι στα παιδιά για να γίνουν πιο έξυπνα!!». Αυτοί που προβάλλουν τέτοιους ισχυρισμούς παραβλέπουν ακόμα ότι στις περιπτώσεις αυτών των καλλιτεχνών που έκαναν ή κάνουν χρήση ναρκωτικών, το πραγματικό τους έργο δεν είναι αποτέλεσμα της δράσης του ναρκωτικού, αλλά της πνευματικής τους ικανότητας. Αντίθετα η χρήση ναρκωτικών καταρρακώνει και μειώνει το καλλιτεχνικό τους έργο, και αυτούς τους ίδιους, με αποκορύφωμα σε πολλές περιπτώσεις το θάνατο τους.

Νομιμοποίηση

Ισχυρίζονται όσοι προβάλλουν το αίτημα της νομιμοποίησης όλων ή μερικών ναρκωτικών (των λεγόμενων «μαλακών») ότι η νομιμοποίηση τους θα τα έπαιρνε από τα χέρια των παράνομων εμπόρων και έτσι θα περιοριζόταν η εγκληματικότητα. Ισχυρίζονται ότι σημαντικός παράγοντας που ωθεί στα ναρκωτικά είναι η περιέργεια και συνεπώς η νομιμοποίηση τους θα είχε ως αποτέλεσμα την απομυθοποίηση τους και τελικά τον περιορισμό της τοξικομανίας. Πρόσφατα βουλευτές από το ΠΑΣΟΚ, τη ΝΔ και το ΣΥΝ κατέθεσαν κοινή πρόταση νόμου σε αυτήν την κατεύθυνση, η οποία επικεντρώνεται στην «ελεγχόμενη» χορήγηση ναρκωτικών στους τοξικομανείς από τα νοσοκομεία.

Είναι αστείο να πιστεύουμε ότι η νομιμοποίηση ενός ναρκωτικού θα αποδυνάμωνε τους εμπόρους και το οργανωμένο έγκλημα. Η κοινωνική πρακτική έχει δώσει ήδη απάντηση. Το αλκοόλ είναι νόμιμο. Όμως ο μεγάλος τζίρος γίνεται από τη διακίνηση του παράνομου αλκοόλ. Ακόμα, δεν έλυσε την εγκληματικότητα που συνοδεύει την παράνομη διακίνηση του αλκοόλ. Επίσης, η νομιμοποίηση του δεν έλυσε το πρόβλημα του αλκοολισμού (με τεράστιες διαστάσεις). Το ίδιο συμβαίνει και με την πορνεία. Η πορνεία είναι νόμιμη σήμερα. Όμως ο μεγάλος τζίρος γίνεται από την παράνομη. Ούτε εδώ αντιμετωπίστηκε η εγκληματικότητα και το εμπόριο «λευκής σαρκός».

Στον καπιταλισμό, το παράνομο είναι σύμφυτο με το νόμιμο. Η παραοικονομία είναι σύμφυτη με τον καπιταλισμό. Στο 6αθμό που έχεις καπιταλιστική οικονομία θα έχεις και καπιταλιστική παραοικονομία.

Ακριβώς το παράδειγμα του αλκοόλ αποδείχνει ότι νομιμοποίηση δεν σημαίνει και απομυθοποίηση. Το ίδιο συμβαίνει και με τις πτητικές ουσίες (που είναι απόλυτα νόμιμες), που είναι στις μέρες μας μετά την κάνναβη οι πιο πολύ διαδεδομένες ουσίες έναρξης της χρήσης. Άλλωστε είναι το λιγότερο χυδαίο να προβάλλεται η άποψη ότι στα ναρκωτικά έλκει η περιέργεια. Αυτή η άποψη κρύβει με περισσή δεξιοτεχνία τις ευθύνες που έχει το καπιταλιστικό σύστημα και η κυρίαρχη πολιτική. Κρύβει τους κοινωνικούς λόγους που οδηγούν στα ναρκωτικά και τις κοινωνικές ανάγκες που καλύπτει η χρήση τους.

Και τέλος πάντων, όπως και να έχει, σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να θέλουμε το ίδιο το κράτος να γίνει πρεζέμπορας, προκειμένου να μην υπάρχει παραοικονομία και φοροδιαφυγή. Δεν είναι δυνατό η ανθρώπινη ψυχική και σωματική υγεία να υποτάσσεται στις ανάγκες για μεγαλύτερα φορολογικά έσοδα.

Η νομιμοποίηση των ναρκωτικών σημαίνει πρώτα απ’ όλα νομιμοποίηση τους στην κοινωνική συνείδηση, με αποτέλεσμα την επέκταση του προβλήματος. Αυτό καταγράφηκε και με το περίφημο «Ολλανδικό μοντέλο». Εκεί υπήρξε προσωρινή, μικρή μείωση των χρηστών ηρωίνης (που μπορεί να είναι κάλλιστα είναι αποτέλεσμα και άλλων παραμέτρων, όπως ο φόβος του AIDS). Αυξήθηκε όμως η χρήση κάνναβης και άλλων φαρμακευτικών ουσιών (π.χ. έκσταση κ.ά.). Το ερώτημα όμως δεν είναι εάν μειώθηκε – ελάχιστα η ηρωινομανία, αλλά αν αυξήθηκε γενικά η τοξικομανία. Άλλωστε το Άμστερνταμ είναι αυτή τη στιγμή κέντρο του διεθνούς εμπορίου ναρκωτικών.

Έτσι, η νομιμοποίηση στο όνομα του απεγκλωβισμού των χρηστών από τους εμπόρους θα έχει ως συνέπεια την εκτίναξη του προβλήματος της τοξικομανίας και επομένως τη μεγαλύτερη πρόσδεση των χρηστών στους εμπόρους.

Το δικαίωμα της «αυτοδιάθεσης» του σώματος

Μας λένε ότι σε μια δημοκρατική κοινωνία πρέπει να αναγνωρίσουμε, αλλά και να κατοχυρώσουμε την προσωπική αυτονομία του ανθρώπου. Αυτό πρέπει να γίνει και με τη χρήση ουσιών, διότι αποτελεί ατομική επιλογή. «Άλλωστε γιατί να μου απαγορεύσει κάποιος να χρησιμοποιώ το σώμα μου όπως εγώ θέλω;»

Το επιχείρημα αυτό υποκρύπτει τη βαθιά συντηρητική λογική των οπαδών της νομιμοποίησης των ναρκωτικών. Η εξάρτηση σημαίνει ακριβώς το αντίθετο της οποιασδήποτε έννοιας της ελευθερίας. Η επιλογή της χρήσης είναι «ανελεύθερη».

Το δικαίωμα στη χρήση τι σημαίνει; Χρήση και εξάρτηση δεν σημαίνει φυγή από την κοινωνική πραγματικότητα; Χρήση και εξάρτηση δεν σημαίνει κλείσιμο των ατόμων στο σιωπηλό κόσμο των ναρκωτικών; Δηλαδή τι να υπερασπιστούμε; Τη φυγή; Τη σιωπή; Την περιθωριοποίηση; Την αποκοινωνικοποίηση του ανθρώπου; Τα ναρκωτικά είναι ακριβώς το αντίθετο της υπόστασης του ανθρώπου, στο βαθμό που η ουσία του ανθρώπου ανάγεται στο σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων. Εδώ, η ελευθερία του ανθρώπου ναρκοθετείται από τα δεσμά της εξάρτησης και μετατρέπεται σε ανελευθερία. Δεν είναι, λοιπόν, παράλογο να προβάλλεται η ανελευθερία ως παράγοντας ελευθερίας;

Οι ίδιοι που σκίζουν τα ιμάτια τους υπερασπίζοντας το «δικαίωμα» στην αυτοκαταστροφή και την αθλιότητα, αυτοί οι ίδιοι προσπερνάνε αδιάφορα το δικαίωμα στην εργασία, στη μόρφωση, στην ειρηνική ζωή, στη δημιουργία. Δε λένε κουβέντα για το μαθητικό ιδιώνυμο και για τις διώξεις συνδικαλιστών.

Υποκατάστατα

Η χορήγηση από το κράτος υποκατάστατων προτείνεται στο όνομα της προστασίας του τοξικομανή από τον έμπορο, τις νοθευμένες δόσεις.

Πρέπει να γίνει σαφές ότι η συντριπτική πλειοψηφία των τοξικομανών χρησιμοποιούν παραπάνω από μια ουσία, είτε παράνομη, είτε νόμιμη. Σήμερα λοιπόν, το βασικό πρόβλημα είναι η πολυτοξικομανία (η παράλληλη χρήση περισσότερων από μία ουσιών). Και τι θα γίνει στη συνέχεια; Η νομιμοποίηση της ηρωίνης θα επιφέρει τη νομιμοποίηση και των άλλων ουσιών;

Η χορήγηση ηρωίνης ή υποκατάστατων (π.χ. μεθαδόνης) συντηρεί την εξάρτηση ως τρόπο ζωής, βάζοντας απλώς στη θέση μιας παράνομης ουσίας μια νόμιμη, πράγμα που σπάνια συμβαίνει, αφού στην πλειοψηφία των περιπτώσεων συνδυάζονται μαζί νόμιμες και παράνομες ουσίες.

Η νόμιμη χορήγηση ναρκωτικών ουσιών έχει ως σκοπό να θεσμοθετήσει την αναπαραγωγή της εξάρτησης. Έτσι μεγάλα τμήματα πληθυσμού θα μπορούν να «ελέγχονται» πιο έντεχνα. Δημιουργείται δηλαδή ένα νόμιμο, κοινωνικό περιθώριο.

Ακόμα, για να υιοθετηθεί η πολιτική της χορήγησης υποκατάστατων, ισχυρίζονται ότι η μεθαδόνη είναι θεραπευτική!!.

Εμείς λέμε ΟΧΙ. Τα προγράμματα μεθαδόνης δεν είναι θεραπευτικά προγράμματα. Η μεθαδόνη, ως υποκατάστατο της ηρωίνης χορηγείται, για να βοηθήσει μόνο σωματικά τον τοξικομανή να διακόψει τη χρήση της ηρωίνης. Η χορήγηση υποκατάστατων σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί στη μείωση της εγκληματικότητας. Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων γίνεται ταυτόχρονη χρήση νόμιμων και παράνομων ουσιών. Σήμερα, το παράνομο εμπόριο μεθαδόνης εξαπλώνεται διαρκώς.

Απ’ αυτήν την άποψη εντάσσονται στο χώρο της μυθολογίας όσα λέγονται για τη μείωση της εγκληματικότητας μέσα από τη χορήγηση μεθαδόνης.

Η υποκατάσταση δοκιμάστηκε για πρώτη φορά στις ΗΠΑ πριν από 30 περίπου χρόνια. Ήταν η εποχή που το «Αμερικανικό όνειρο» δοκιμαζόταν σκληρά στο Βιετνάμ.

Η θεωρία της χορήγησης υποκατάστατων βασιζόταν στην άποψη ότι η εξάρτηση από ηρωίνη είναι μια νόσος, όπως π.χ. ο διαβήτης. Και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είναι αναγκαία η ισόβια υποκατάσταση με κάποια ουσία. Έτσι προτάθηκε η μεθαδόνη. Μερικά χρόνια αργότερα… η αξιολόγηση αυτών των προγραμμάτων επικύρωσε και επίσημα την αποτυχία τους.

Το σύνολο των εγγεγραμμένων στα προγράμματα χορήγησης πήγαιναν πάλι στη μαύρη αγορά και προμηθεύονταν επιπρόσθετα ηρωίνη. Άλλωστε, όπως υποστηρίζουν και οι θιασώτες αυτών των προγραμμάτων «για πρώτη φορά ο χρήστης δεν πιέζεται να αποτοξινωθεί και από την εξάρτηση της μεθαδόνης σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, εξασφαλίζοντας του τη χορήγηση επ’ αορίστου.» (ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 30/6/2000).

Ο ΟΚΑΝΑ ξεκίνησε τα προγράμματα μεθαδόνης ως θεραπευτικά προγράμματα, τα οποία είχαν πενιχρά αποτελέσματα (σχεδόν 10 φορές λιγότερο αποτελεσματικά από τα «στεγνά» προγράμματα του ΚΕΘΕΑ και του ΕΣΥ. Σήμερα τα προγράμματα αυτά μετατρέπονται σε προγράμματα συντήρησης. Σε προγράμματα δηλαδή που δεν έχουν σκοπό τη θεραπεία, αλλά διευκολύνουν προσωρινά το χρήστη να μη βιώνει το στερητικό σύνδρομο. Έρχεται δηλαδή το ίδιο το κράτος με τον πιο επίσημο τρόπο να δηλώσει ότι δε στοχεύει στην απεξάρτηση του τοξικομανή, αλλά στη διαιώνιση της κατάστασης του. Τον σπρώχνει να μην πάρει τη δύσκολη απόφαση να απεξαρτηθεί.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ – Το μέγεθος του προβλήματος σήμερα, με αριθμούς

1. Καθολικότητα του προβλήματος – Ρυθμοί επέκτασης του τα τελευταία χρόνια

Η τοξικομανία στη χώρα μας έχει γνωρίσει μεγάλη εξάπλωση την τελευταία πενταετία και ιδιαίτερα στις νέες ηλικίες. Η ραγδαία εξάπλωση της χρήσης ναρκωτικών τόσο στη χώρα μας όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο:

• Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Ελληνικού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας στην Ελλάδα για το 1999, ένας στους τρεις από τα αγόρια 17-18 ετών, έχει δοκιμάσει ή χρησιμοποιεί κάνναβη.

• Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας στην Ε.Ε. για το 1999, το 40% των νεαρών ηλικιών έχουν δοκιμάσει κάνναβη.

Από τα παραπάνω φαίνεται καθαρά ότι η χρήση ναρκωτικών δεν αποτελεί ένα περιθωριακό φαινόμενο, που απευθύνεται σε κάποιες μεμονωμένες ομάδες νέων, αλλά ένα πρόβλημα που αγγίζει με άμεσο ή έμμεσο τρόπο (παρέες, φίλοι, συμμαθητές κ.ά.) την πλειοψηφία της νεολαίας.

Την τελευταία πενταετία το πρόβλημα γνωρίζει ιδιαίτερη έξαρση. Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Ελληνικού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας στην Ελλάδα για το 1999:

• ΔΙΠΛΑΣΙΑΣΤΗΚΕ η χρήση στις νεαρές ηλικίες.

• ΤΡΙΠΛΑΣΙΑΣΤΗΚΕ στο ίδιο διάστημα η χρήση κάνναβης.

• ΥΠΕΡΔΙΠΛΑΣΙΑΣΤΗΚΑΝ σε σχέση με το 1984 οι μαθητές που θεωρούν τη συστηματική χρήση κάνναβης ακίνδυνη ή ελαφρά επικίνδυνη (από 18,5% σε 34%).

Αυτή η έξαρση του προβλήματος δεν είναι άσχετη τόσο με τη γενικότερη ένταση της αντιλαϊκής πολιτικής, όσο και με την τεράστια «ναρκοπροπαγάνδα», στην οποία έχουν επιδοθεί με συστηματικό τρόπο κέντρα εξουσίας στη χώρα μας και στην Ε.Ε. γενικότερα.

2.Πολυτοξικομανία

Εμφανίζεται με ιδιαίτερη ένταση το φαινόμενο της πολυτοξικομανίας. Της χρήσης δηλαδή και της εξάρτησης από περισσότερες της μιας ουσίες.

• Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Ελληνικού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας στην Ελλάδα για το 1999, το 55% των χρηστών που έκαναν αίτηση για θεραπευτική βοήθεια, χρησιμοποιούν τουλάχιστον τρεις ουσίες.

• Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της θεραπευτικής κοινότητας «Στροφή» για το προφίλ των εφήβων που έκαναν αίτηση για θεραπευτική βοήθεια το 1999, το 68,2% ανέφεραν χρήση δευτερεύουσας ουσίας.

3. Ηλικία έναρξης της χρήσης

• Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της θεραπευτικής κοινότητας «Στροφή», η ηλικία έναρξης χρήσης κατεβαίνει ακόμα περισσότερο τα τελευταία χρόνια.

• Οι περισσότεροι νέοι που είχαν την πρώτη τους επαφή με τη χρήση παράνομων ψυχοτρόπων ουσιών είναι μεταξύ 13-15 ετών (63,8 %).

•Ένα ποσοστό 12,9% έχει αρχίσει από την ηλικία των 13. Στην πλειοψηφία τους οι έφηβοι είχαν την πρώτη τους επαφή με τη χρήση μέχρι τα 15 (76,7%).

4. Ουσία έναρξης χρήσης

• Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της θεραπευτικής κοινότητας «Στροφή» το μεγαλύτερο ποσοστό των εφήβων έχουν ξεκινήσει τη χρήση με κάνναβη (69,1 %), ενώ το 24,4% αυτών με εισπνεόμενα.

5. Εκπαίδευση

Από το σύνολο των χρηστών που απευθύνθηκαν για θεραπεία στη «Στρο
φή» το 1999:

• Έχουν διακόψει το σχολείο το 50,9%

•Έχουν επίπεδο εκπαίδευσης Δημοτικού το 23,1%

• Γυμνασίου το 54,2%

•Λυκείου το 16,4%

• Ανωτέρων Σχολών μόνο το 2,4%.

Στην έκθεση του Ελληνικού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας στην Ελλάδα για το 1999 σημειώνεται ότι:

• Γνώσεις Δημοτικού έχουν το 24,8%

• Γυμνασίου το 34,2%

•Λυκείου το 33,8%

• Ανωτέρων Σχολών το 6,3%.

6. Εργασιακή-οικονομική κατάσταση

Το μεγαλύτερο ποσοστό των εφήβων που προσέγγισαν την «ΣΤΡΟΦΗ» το
1999 δεν είχαν καμία εργασιακή απασχόληση ούτε πήγαιναν σχολείο (42,9%).

ΣΤΡΟΦΗ

ΕΚΤΕΠΝ

Σταθερή απασχόληση

11,6%

22,6%

Περιστασιακή εργασία

76%

16 5%

Άνεργος

42,9%

53,1%

Μαθητής-Σπουδαστής

35,8%

5,9%

Σημαντικά είναι επίσης τα στοιχεία από το ΕΚΤΕΠΝ που αφορούν το επάγγελμα των χρηστών τα οποία αναφέρουν ότι:

• Το 44% είναι ανειδίκευτοι εργάτες

• Το 6,4% έχουν ειδικευμένη εργασία

• Το 25,6% δεν έχουν εργαστεί ποτέ.

Ένας δείκτης του μεγέθους του προβλήματος είναι και η επαγγελματική-οικονομική κατάσταση των γονέων των χρηστών.

• Συγκεκριμένα από τους εφήβους που προσέγγισαν τη «ΣΤΡΟΦΗ» το 1999 το 89,1 % του συνόλου δήλωσαν πως ο πατέρας εργαζόταν στην πλειοψηφία σε εργασία που δεν απαιτεί ειδίκευση ή απαιτεί χαμηλού επιπέδου ειδίκευση (49,6%).

• Από τους εφήβους που δήλωσαν ότι γνωρίζουν το εισόδημα της οικογένειας τους, η μεγάλη πλειοψηφία των εφήβων, 47%, δήλωσαν οικογενειακό εισόδημα μικρότερο ή ίσο με 300.000 δρχ. μηνιαίως.

•Έρευνα της ιταλικής κυβέρνησης στη δεκαετία του ’80 έδειξε ότι σε 28.000 τοξικομανείς υπό θεραπεία το 66% ήταν σταθερά άνεργοι όταν μυήθηκαν στα ναρκωτικά και το 10% υποαπασχολούμενοι.

7. Μελέτες και στοιχεία για τον τρόπο ζωής και την ψυχαγωγία των νέων

Το ΕΚΤΕΠΝ στα έτη 1998 και 1999 πραγματοποίησε έρευνα σε δύο στάδια, όσον αφορά τη νυχτερινή διασκέδαση και τα πρότυπα χρήσης ουσιών.

Στο πρώτο στάδιο διερευνήθηκε κατά πόσον η χρήση ουσιών συνδέεται με τον τρόπο που οι νέοι διασκεδάζουν στις νυχτερινές τους εξόδους και με τις μουσικές σκηνές στις οποίες ανήκουν. Στο δεύτερο η έρευνα αφορούσε τις αντιλήψεις που επικρατούν από τέσσερις μουσικές σκηνές για τα πρότυπα διασκέδασης.

Σύμφωνα με τους ερωτώμενους από το χώρο της house και trance μουσικής, το προφίλ του μοντέρνου νέου πρέπει να είναι δραστήριος και τολμηρός, γι’ αυτό και το συνδέουν με τη χρήση παράνομων ουσιών, γνωρίζοντας ταυτόχρονα την επικινδυνότητα της κατάστασης. Για το χώρο της trance και house μουσικής η χρήση παράνομων ουσιών επικεντρώνεται στις συνθετικές ουσίες, ενώ για το χώρο της rock και ελληνικής λαϊκής μουσικής η κάνναβη και το αλκοόλ. Οι πιο συχνές απαντήσεις των ερωτώμενων για τη σχέση χρήσης ουσιών και διασκέδασης ανέφεραν επικοινωνία των ατόμων, καλύτερη επαφή με τη μουσική, μεγαλύτερη χαλάρωση.

Αναρτήθηκε στις Θέσεις. Ετικέτες: , , . Leave a Comment »